Αναζήτηση στο ιστολόγιο

30/12/11

Ο δέκατος πέμπτος Άγιος Βασίλης



Το φάκελο ήταν βρεγμένο· το νερό της βροχής είχε ποτίσει το χρωματιστό χαρτί. Τα γαλάζια γράμματα ίσα ίσα που διαβάζονταν: έμοιαζαν σαν να τα είχε πάρει το κύμα.

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να μη σου ζητήσω τίποτα απ’ όλα αυτά που σου ζητάω συνήθως. Μην ανησυχείς, δεν ξέμεινα από ιδέες. Έχω ολόκληρη λίστα για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι να τελειώσω το σχολείο και να πάψω να είμαι παιδί. Φέτος όμως το δώρο που θα ήθελα να μου χαρίσεις είναι λιγάκι διαφορετικό.

Δεν υπάρχει στα μαγαζιά. Ακούω συνεχώς τους μεγάλους να μιλούν γι’ αυτό. Κανένας από τους φίλους μου δεν ξέρει τι είναι. Όλοι όμως πιστεύουν ότι μάλλον είναι κάτι πολύ καλό. Θα ρισκάρω λοιπόν να μη ζητήσω δώρο και να σου ζητήσω μόνο αυτό.

Καλέ μου Άγιε Βασίλη, φέτος θέλω να μου φέρεις το νόημα της ζωής.

Αν δεν μπορείς να μου το φέρεις, δεν πειράζει. Στείλε μου μόνο μια φωτογραφία. Χρόνια σου πολλά, και να ‘σαι καλά να μας φέρνεις δώρα.

Με αγάπη,

Το όνομα είχε σβηστεί από το γράμμα. Το ίδιο κι απ’ το φάκελο. Ποιος ξέρει πόσες μέρες ήταν πεταμένο εκεί, πίσω από το ταχυδρομικό κουτί. Ίσως το χεράκι ήταν πολύ μικρό για να το φτάσει μέχρι τη σχισμή. Ίσως να έπεσε απ’ την τσάντα του ταχυδρόμου.

Δίπλωσε το μουσκεμένο γράμμα και το ‘βαλε στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η τρίτη σκέψη. Η πρώτη ήταν να το ξαναπετάξει στον δρόμο (σιγά μην υπάρχει Άγιος Βασίλης!), η δεύτερη να το ξαναρίξει στο κουτί, μα η τρίτη πάντα υπερισχύει. Συνέχισε το περπάτημα στους φωτισμένους δρόμους της πόλης, με τις βιτρίνες και τη γιορτινή διακόσμηση και τους Άγιους Βασίληδες παντού, ψεύτικους, ψηλούς, κοντούς, νέους, γέρους, με περούκες και γενειάδες, και κατακόκκινες, άλλοτε γυαλιστερές κι άλλοτε φθαρμένες, στολές. Για μια στιγμή αναλογίστηκε πως θα ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να υπάρχουν τόσοι Άι Βασίληδες τριγύρω και κανένας να μην μπορεί να πραγματοποιήσει την επιθυμία εκείνου του άγνωστου παιδιού.

«Άγιε Βασίλη!» φώναξε και περίπου δεκαπέντε κεφάλια με κόκκινη στολή και άσπρη γενειάδα γύρισαν – τα δεκατέσσερα πρόσωπα ήταν κουρασμένα από τη δουλειά της ημέρας: φωτογραφίες με τα παιδάκια, δώρα στα μαγαζιά, πάρτυ και παραστάσεις στο δρόμο. Κόντευε πια οχτώ το βράδυ.

Το δέκατο πέμπτο πρόσωπο ήταν ακόμη γελαστό. Οι δεκατέσσερις κατσούφηδες Άγιοι Βασίληδες ξαναγύρισαν το κεφάλι και τράβηξαν το δρόμο τους. Ο δέκατος πέμπτος πλησίασε.

«Έχετε σχολάσει, έτσι δεν είναι;» - περίεργη ερώτηση, όταν την απευθύνεις σ’ έναν Άγιο Βασίλη.

«Θέλετε κάτι;» Περίεργη απάντηση από έναν Άγιο. Πάντα θέλουμε κάτι από έναν Άγιο.

«Έχω ένα γράμμα για σας».

Του έδωσε το βρεγμένο γράμμα.

«Για μένα; Ευχαριστώ. Φέτος δεν έχω πάρει κανένα γράμμα». Ακόμα πιο περίεργη απάντηση για έναν Άγιο Βασίλη…

«Είναι από ένα παιδάκι. Κάτι σας ζητάει…»

Ο Άγιος Βασίλης διάβασε το γράμμα με προσοχή.

«Μπορείτε να με ακολουθήσετε;»

Ανέβηκαν και οι δύο σ’ ένα κόκκινο μηχανάκι. Ο Άγιος Βασίλης γύρισε το κλειδί και άφησαν σιγά σιγά το κέντρο της πόλης.

«Το έλκηθρό σας είναι αυτό;»

Ο Άγιος Βασίλης δεν απάντησε. Το μηχανάκι-έλκηθρο σιγά σιγά βγήκε έξω από τη μεγάλη πόλη και μπήκε σ’ ένα μεγάλο δάσος με χιονισμένα δέντρα.

«Πού πάμε;»

«Μη φοβάστε. Πάμε να σας παραδώσω το δώρο. Δεν έχω καιρό να γυρίσω πίσω.»

Το μηχανάκι σταμάτησε. Κατέβηκαν και οι δύο. Είχαν φτάσει σ’ ένα ξέφωτο. Η πόλη φαινόταν φωτισμένη από μακριά – εκατομμύρια μικρά φωτάκια, σαν μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Όμορφα είναι εδώ.»

«Κοιτάξτε εκεί ψηλά, αν θέλετε…» Ο Άγιος Βασίλης του έδειξε τον ουρανό. Είχε ξαστεριά, και χιλιάδες άστρα, πιο πολλά, απείρως πιο πολλά από τα φώτα της πόλης, φώτιζαν το σκοτεινό δάσος.

«Οι άνθρωποι θέλησαν να φτιάξουν δικά τους φώτα. Έφτιαξαν. Μα κανένα φως δεν μπορεί να κρύψει αυτόν τον ουρανό», είπε ο Άγιος.

«Κι όταν έχει σύννεφα;»

«Τα αστέρια είναι πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν βλέπουμε το φως τους. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων….»

«Κι εμείς ένα βλέμμα μοναχά…»

Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε. «Ένα βλέμμα δικό μας. Όλος ο κόσμος, ένα βλέμμα δικό μας.»

«Όταν ήμουνα παιδί ήθελα να ταξιδέψω στ’ αστέρια.»

«Όλοι θέλαμε…» - ο Άγιος Βασίλης χάιδεψε το άσπρο του γένι. «Μα, φίλε μου, μια ζωή δεν φτάνει».

«Αυτό ήρθα να μου δώσεις, Άγιε. Το νόημα της ζωής.»

«Το θες για το παιδάκι ή μήπως για σένα;»

Σιωπή. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκεί για πολλή ώρα δίχως ν’ αρρωστήσουν.

Κοίταξε τον Άγιο, λίγο θυμωμένος, λίγο απογοητευμένος: «Αν ήξερες, Άγιε, το νόημα της ζωής, δεν θα ντυνόσουν μασκαράς κάθε Χριστούγεννα, ούτε θα έβγαζες φωτογραφίες με τα παιδάκια για να ζήσεις.»

«Κι αν το ήξερες κι εσύ, δεν θα ήσουν εδώ να τουρτουρίζεις και να περιμένεις. Τα βλέπεις όλα εκείνα τ’ αστέρια;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων… Ουφ, τα ξαναείπαμε αυτά!!!»

«Νιώθεις όλη τούτη τη ζωή που απλώνεται τριγύρω;»

«Νόμιζα πως είμαστε μόνοι…»

Ο Άγιος Βασίλης κούνησε μεμιάς ένα κλαρί από το διπλανό δέντρο. Το χιόνι έπεσε κάνοντας θόρυβο πάνω στο χώμα κι οι φτερούγες του πουλιού που ξυπνούσε μέσα στο κρύο ακούστηκαν να σφυρίζουν ανάμεσα στα φυλλώματα.

«Αυτό το δέντρο έχει όση ζωή έχεις κι εσύ. Κι εκείνο το πουλί το ίδιο. Όλοι μας έχουμε ίδιο μερτικό απ’ αυτό το θαύμα.»

«Αυτό είναι λοιπόν, Άγιε, το νόημα της ζωής;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων οι ζωές. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων τα νοήματα.»

«Κι εγώ δηλαδή τι πρέπει να πω στο παιδί;»

«Να ονειρεύεται.»

«Δηλαδή;»

«Και να αισθάνεται.»

«Ποια πράγματα;»

«Και να δίνει. Να δίνει με την ψυχή του στους ανθρώπους.»

«Τι;»

«Και να μοιράζεται.»

«Πώς;»

«Και να ελπίζει.»

«Σε τί;»

«Και να αγαπάει. Κυρίως αυτό.»

«Μα δε μου απάντησες σε τίποτα, Άγιε.»

Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε το ρολόι του.

«Και να αρκείται. Αρκέσου σ’ αυτό. Αρκέσου στο ν’ αγαπάς. Έτσι θα ‘ρθουν και τα όνειρα. Και τα αισθήματα. Και η προσφορά. Και η μοιρασιά. Και πάλι θα ξαναγυρίσεις στην αγάπη.»

«Αυτό είναι το νόημα της ζωής;»

«Πρέπει να φύγουμε τώρα.»

Χωρίς πολλά πολλά, ανέβηκαν κι οι δυο στην κόκκινη μοτοσικλέτα.

«Άγιε Βασίλη, περίμενε σε παρακαλώ. Έχεις μαζί σου τη φωτογραφική σου μηχανή;»

«Η μνήμη είναι γεμάτη. Μπορείς να βγάλεις μία φωτογραφία ακόμη. Πρόσεξε να την τραβήξεις σωστά.»

Ό Άγιος Βασίλης, ο δέκατος πέμπτος και πιο γελαστός, έβγαλε τη μηχανή από την τσάντα.

«Κατέβα και τράβα.»

Κατεβηκε από τη μοτοσικλέτα. Πήρε τη μηχανή και τράβηξε. Τον ουρανό με τ’ άστρα.


22/12/11

Το θέατρο στον καιρό της κρίσης



«Η τέχνη του να τραγουδούμε ορθά τη στιγμή που το σπίτι μας καίεται, ήθελε ίσως σας φανεί ακατάλληλη. Σφάλετε […] Στον τρίτο βαθμό της φθίσεως δεν είναι τα γιατρικά, αλλά η διασκέδαση που του χρειάζεται του ανθρώπου». Λόγια του Ανδρέα Λασκαράτου, από επιστολή του προς τον φιλολογικό σύλλογο της Αθήνας «Ο Βύρων», λόγια που φαντάζουν σημερινά - δεν ξέρω σε ποιον «βαθμό της φθίσεως», ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, της κρίσεως, μπορεί να βρισκόμαστε, και πόσοι ακόμη ενδεχομένως βαθμοί θα ακολουθήσουν… Αυτό για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα, ξεφυλλίζοντας τον αθηναϊκό τύπο ή περιηγούμενοι στις τόσες πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες, είναι ότι η εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία έχει φέρει πιο κοντά το φιλότεχνο κοινό με τις θεατρικές σκηνές, τουλάχιστον στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες επαγγελματικές θεατρικές παραστάσεις. Δεκάδες είναι οι θεατρικές σκηνές που επιμένουν και αντέχουν στην Αθήνα, με ευρύτατο φάσμα ρεπερτορίου, ενώ δεν είναι λίγα τα θέατρα τα οποία εισπρακτικά γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες σε εναλλακτικές θεατρικές φόρμες – θεατρικές παραστάσεις ανεβαίνουν σε μπαράκια, σε διαμερίσματα, ακόμη και σε πλατείες, και σε δρόμους, που για τις ανάγκες της παράστασης μεταμορφώνονται με στοιχειώδη υλικά σε πρόχειρες σκηνές. Μικρές, νεανικές και τολμηρές θεατρικές ομάδες, που λειτουργούν περισσότερο ως καλλιτεχνικές κολλεκτίβες παρά ως θίασοι επίδοξων πρωταγωνιστών πειραματίζονται μέσα στην καινούρια πραγματικότητα, με πολύ φτωχά υλικά, άλλοτε με τη βοήθεια χορηγών και άλλοτε με μοναδικό χορηγό την τρέλα και το μεράκι τους, και, τις περισσότερες φορές πλέον, χωρίς την οικονομική υποστήριξη του κράτους (κεντρικού ή της αυτοδιοίκησης), μια και ο θεσμός των θεατρικών επιχορηγήσεων ολοένα συρρικνώνεται – ειλικρινά δεν έχω καταλήξει ακόμη αν αυτό το τελευταίο είναι κακό ή καλό. Αυτή η εποχή, όχι μόνο στην Ελλάδα, έχει φέρει μια καινούρια κινητικότητα, ιδιαίτερα στον χώρο των πειραματικών παραστάσεων που δεν στήνονται με γνώμονα την εμπορική ανταποδοτικότητα, αλλά συχνά προσφέρονται στο κοινό με χαμηλό αντίτιμο ή δωρεάν.

Νομίζω ότι θα ήταν υπερβολικό να μιλούσε κανείς για θεατρική άνοιξη μέσα στον γενικότερο χειμώνα, ιδιαίτερα σε έναν χώρο όπως το θέατρο, για το οποίο πολλοί, από τους συντελεστές μέχρι τους θεατρικούς κριτικούς, επί δεκαετίες ισχυρίζονται ότι βρίσκεται σε κρίση οικονομική, καλλιτεχνική, ηθική. Το θέατρο λοιπόν που ανέκαθεν περνούσε τη δική του κρίση φαίνεται να αντιστέκεται στην άλλη κρίση που ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι περνάμε εμείς οι υπόλοιποι, μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες ευδαιμονισμού και μιας ιδιαίτερης, νεοελληνικού τύπου, ανάπτυξης, που δεν στηριζόταν στην παραγωγή αλλά στην υπερκατανάλωση. Ήταν άραγε στ’ αλήθεια το θέατρο που περνούσε κρίση και εμείς που ήμασταν καλά, ή μήπως συνέβαινε το αντίθετο, πολύ καιρό πριν διαισθανθούμε την κρίση στο σπίτι και στην τσέπη μας; Και τώρα γιατί ξαναγυρίζουμε, ή επιμένουμε να επισκεπτόμαστε, έστω και με πιο άδεια πορτοφόλια, τις θεατρικές παραστάσεις;

Αν γυρίσουμε πίσω στην ιστορία, θα δούμε ότι το θέατρο πάντα ανθούσε και είχε πολλά πράγματα να πει σε περιόδους μεγάλων κρίσεων. Ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης παρουσίασαν σπουδαία έργα τους μεσούντος του Πελοποννησιακού Πολέμου, της χειρότερης εμφύλιας σύγκρουσης που έζησε η ελληνική αρχαιότητα, υψώνοντας τη σημαία της τέχνης ενάντια στο χειρότερο κακό που έκανε ο πόλεμος: την ηθική εξαχρείωση. Το θέατρο τότε ήταν χώρος παιδείας, και οι δραματικοί και κωμικοί ποιητές είχαν την ευκαιρία να εκθέσουν, ο καθένας χρησιμοποιώντας τις δικές του φόρμες, στους πολίτες της Αθήνας, κορυφαία ζητήματα που αφορούσαν, πέρα από τη δική τους εποχή και τα δικά τους προβλήματα, και την ανθρώπινη φύση γενικότερα, μέσα σε ένα κλίμα πολέμου και καταστροφής, που είχε έρθει αμέσως μετά από μια πολύ σύντομη περίοδο κατά την οποία η Αθήνα είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της ακμής της.

Στον ρωμαϊκό κόσμο, ο σατιρικός ποιητής Ιουβενάλις είχε κατηγορήσει τους ρωμαίους αυτοκράτορες ότι προσφέρουν στο κοινό «panem et circenses» «άρτον και θεάματα», ψωμί και δημόσια θεάματα αμφίβολης αξίας για να ξεχνούν τα καθημερινά τους προβλήματα, υπονοώντας ότι το θέαμα μπορεί να λειτουργεί και ως «ναρκωτικό» που χρησιμοποιεί η εξουσία για να εξομαλύνει τις τριβές που δημιουργούνται μεταξύ των κοινωνικών ομάδων σε καιρούς κρίσης. Η αλήθεια είναι, πέρα από τα όποια σχέδια έχει η εξουσία, ότι το δημόσιο θέαμα μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο προσωρινής εκτόνωσης της ψυχικής πίεσης και του άγχους που γεννούν οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Ότι το θέατρο είναι «φάρμακο» για την κατάθλιψη που απειλεί τους ανθρώπους που βλέπουν την ποιότητα ζωής τους όπως τη γνώριζαν να αλλάζει δραματικά, την ανασφάλεια ως προς το εισόδημα και την εργασία τους να κορυφώνεται, τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, αλλά και την απουσία προοπτικής για το μέλλον να δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την ίδια τους την ύπαρξη. Ο άνθρωπος που διαβαίνει την πόρτα του θεάτρου μπορεί και να το κάνει για να ξεχάσει τα προβλήματά του. Γιατί το θέατρο είναι ένας διαφορετικός, ζωντανός κόσμος, μέσα στον πραγματικό κόσμο, μοιάζει με ένα κομματάκι ζωής ξεχωριστό από την καθημερινή μας ζωή, αλλά εξίσου ζωντανό, αφού σ’ αυτό συμμετέχουν ζωντανοί άνθρωποι και συμβαίνει, γίνεται μπροστά μας, και πεθαίνει μόλις σηκωθούμε από το κάθισμά μας για να φύγουμε από το θέατρο. Αυτό το θέατρο-καταφύγιο, το θέατρο όπου θα αποδράσεις, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ή τα δεντρόσπιτα και τις μυστικές κρυψώνες των παιδικών μας χρόνων, καθόλου δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Το θέατρο σου δίνει έναν μαγικό, ζωντανό κόσμο για να κρυφτείς, έστω για λίγο, και εκεί μέσα να χαρείς, να ζήσεις μια άλλη ζωή απ’ αυτήν που ζεις, κι έτσι, μετά, να γυρίσεις πίσω στην πραγματικότητα, στην κανονική σου ζωή, έχοντας ξεχάσει για λίγο το ασήκωτο βάρος της, κι έτσι να μπορείς να την αντέξεις. Όλοι χρειαζόμαστε παύσεις, παρενθέσεις, λίγο, έστω ελάχιστο χρόνο για να πάρουμε μια αναπνοή. Αυτό το θέατρο μπορεί να το χαρίσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις υπόλοιπες τέχνες γιατί είναι ένας άλλος κόσμος, αληθινός, που δεν τον παρακολουθείς, δεν τον διαβάζεις, δεν τον ακροάζεσαι, αλλά τον ζεις στο σύνολό του. Κι έτσι ο κόσμος αυτός γίνεται δικός σου κόσμος, γιατί η δικιά σου ματιά είναι μοναδική. Κανείς άλλος δεν μπορεί να δει το θεατρικό έργο όπως θα την δεις εσύ, γιατί κανείς άλλος δεν έχει τα δικά σου μάτια. Την ταινία, αντίθετα, θα τη δεις με τα μάτια του σκηνοθέτη. Τη ζωή όμως πάνω στη σκηνή, γιατί αυτό είναι το θέατρο, θα τη ζήσεις με τα μάτια, με τα αυτιά, με όλες σου τις αισθήσεις. Κι όταν θα φύγεις από τη μυστική κρυψώνα σου, οι σειρήνες της πραγματικότητας που θα αρχίσουν να αντηχούν και πάλι στα αυτιά σου ίσως θα είναι λίγο λιγότερο ανυπόφορες. Όσοι έχουν αισθανθεί ότι τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα, και η αυλαία πέφτει, ξαφνικά, μαζί με τα φώτα σβήνει και όλος ο άλλος κόσμος και εκείνοι σαν μαθητές που κάνουν κοπάνα από το σχολείο το σκάνε για έναν άλλο κόσμο μπορούν να το καταλάβουν αυτό.

Είναι όμως μόνο αυτό το θέατρο; Μόνο γι’ αυτό τρέχουμε να τρυπώσουμε σ’ αυτό και να χωθούμε στα περισσότερο ή λιγότερο αναπαυτικά καθίσματά του; Είναι μόνο η φυγή μας από την πραγματικότητα που μας κάνει να την αντέχουμε μόλις γυρίσουμε σ’ αυτήν; Έχει τόσο δίκιο ο Ιουβενάλις;

Το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν ξεκίνησε το 1942, στα χρόνια της κατοχής. Το ρεπερτόριό ακόμη και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια δεν ήταν αυτό στο οποίο ο θεατής θα πήγαινε για να ξεδώσει και να ξεχάσει. Δεν ήταν λοιπόν μόνο ένα θέατρο-καταφύγιο. Ο ίδιος ο Κουν έλεγε για τη συγκυρία της ίδρυσης του πιο σπουδαίου ίσως θεατρικού οργανισμού στην Ελλάδα για ολόκληρο τον εικοστό αιώνα: «Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας.» Δεν νομίζω ότι χωράει αμφισβήτηση το γεγονός ότι οι ανάγκες αυτές της εμπιστοσύνης, της συναδέλφωσης, της έξαρσης, της θυσίας, είναι παρούσες σήμερα όσο ήταν και εκείνη την εντελώς διαφορετική εποχή. Ίσως το θέατρο είναι ο χώρος στον οποίο αυτές οι ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν όχι με τον πιο ανώδυνο, αλλά με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Αυτός ο χώρος όπου όλες οι τέχνες παίρνουν ζωή, όπως είδαμε, και γίνονται απτή, ζωντανή πραγματικότητα, είναι και ο ιδανικός χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να έρθει πραγματικά αντιμέτωπος με τα προβλήματα της ζωής του. Όχι να τα ξεχάσει, αλλά να τα δει με μια ματιά ουσιαστική, διαφορετική από την καθημερινότητα, και να προσπαθήσει να τα αντιμετωπίσει με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να το κάνει στην καθημερινή του ζωή. Τα πραγματικά μεγάλα έργα είναι εκείνα που μιλούν για τα προβλήματα όλων των ανθρώπων, αυτά που είναι πιο βαθιά από την καθημερινότητα, αλλά που καθορίζουν την καθημερινότητα με τρόπο ουσιώδη. Το πραγματικά σπουδαίο έργο είναι εκείνο στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μια ατάκα, σε ένα ξετύλιγμα της πλοκής, σε ένα παριστανόμενο συναίσθημα, σε μια σύγκρουση. Άρα στο θέατρο ίσως και να μην πηγαίνουμε για να κρυφτούμε. Ίσως να πηγαίνουμε και για να φανερωθούμε, να ανακαλύψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να τον δούμε μπροστά μας έτσι όπως δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τον δούμε στην καθημερινότητά μας. Το θέατρο είναι έτσι ο καθρέφτης μας, η ευκαιρία να αναθεωρήσουμε, να ξαναδούμε τη ζωή μας μέσα από ζωή που περιγράφουν οι ιστορίες του. Είναι ο χώρος που θα αγγίξουμε τις πληγές μας με την ίδια τη ζωή, αυτή που ξετυλίγεται μέσα στη θεατρική πράξη. Δεν είναι σίγουρο ότι μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτές τις πληγές μας – όταν ο Αριστοτέλης στον περίφημο ορισμό της τραγωδίας μιλούσε για κάθαρση έχω την αίσθηση ότι δεν μιλούσε για θεραπεία, ούτε καν για ανακούφιση: μιλούσε για την αποκάλυψη της δικής μας αλήθειας μέσα από εκείνο το κομμάτι της ζωής που έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε για λίγο. Από το θέατρο δεν θα βγούμε ούτε θεραπευμένοι, ούτε καθαρμένοι, θα βγούμε όμως περισσότερο συνειδητοποιημένοι. Θα έχουμε αντικρίσει την αλήθεια, εκείνη την αλήθεια που μόνο ένας παρένθετος στον δικό μας, τεχνητός, αλλά εξίσου αληθινός κόσμος, μπορεί να μας αποκαλύψει. Ο κόσμος του θεάτρου. Τη δικιά μας αλήθεια, που ο θόρυβος της κρίσης, της πόλης, της ρουτίνας, δεν την αφήνει να φτάσει στ’ αυτιά μας. Αυτή την αλήθεια που μπορεί να μας κάνει να θελήσουμε να αλλάξουμε την άλλη ζωή μας, εκείνη που βασανίζεται από την κρίση. Και να μας δώσει τη δύναμη να τολμήσουμε αυτή την αλλαγή.

Το πιο σημαντικό εργαλείο για την κατάκτηση της δικής μας αλήθειας στο θέατρο είναι η δικιά μας συγκίνηση – είναι το συναίσθημά μας, αυτό, που έχουμε άφθονο ακόμα και σε περιόδους κρίσης, απλά το κρατάμε φυλακισμένο. Αυτό το συναίσθημα είναι ο πραγματικός μας πλούτος, κι είναι πιο πραγματικός από τα πανάκριβα σίδερα που είναι παρκαρισμένα στο βρώμικό μας πεζοδρόμιο, τα κουτιά από τσιμέντο και σκυρόδεμα τα οποία πληρώνουμε για μια ολόκληρη ζωή για να κλείνουμε μέσα τον εαυτό μας, τα τυπωμένα αραβικά ψηφία στο βιβλιάριο των καταθέσεών μας, ή την καρέκλα της όποιας εξουσίας μας, που νομίζουμε ότι έχει γίνει ένα με το σώμα μας και αν τη χάσουμε θα ακρωτηριαστούμε.

Το συναίσθημα υπάρχει πάντα μέσα μας τοις μετρητοίς, και δεν έχει κανένα νόημα να το αποταμιεύεις, γιατί πάντα υπάρχει σε αφθονία. Δεν έχει νόημα να το κλέψεις από κάποιον άλλο, γιατί έχεις πάντα τόσο πολύ δικό σου. Και όσο περισσότερο απ’ αυτό μεταδίδεις στους άλλους, και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα, τόσο περισσότερο γεννιέται μέσα σου. Άρα το συναίσθημα των ανθρώπων και η συγκίνησή τους, σε αντίθεση με όλα τα άλλα υλικά αγαθά, βρίσκεται πάντοτε σε αφθονία εντός μας, επομένως δεν πρόκειται ποτέ να απειληθεί από κανενός είδους κρίση. Αντίθετα, είναι ο πλούτος που δεν θα γεμίσει την τσέπη μας, θα γεμίσει όμως την ψυχή μας, εκείνη που ήταν άδεια τόσα χρόνια, ακόμη και με τις γεμάτες με δανεικά τσέπες μας. Και είναι ο πλούτος που έτσι φτωχός που είναι, σαν τον ρακένδυτο Πλούτο του Αριστοφάνη, σαν τους ηθοποιούς που φτωχοί κι αυτοί οι πιο πολλοί σκορπίζουν τον πλούτο της ψυχής τους στη σκηνή του θεάτρου, σαν το ίδιο το θέατρο που είναι κι αυτό φτωχό, είναι λοιπόν αυτός ο πλούτος, το συναίσθημα, η συγκίνηση, που μπορεί να γεννήσει μέσα μας το καινούριο, την αλλαγή, με φτωχά, άνευ υλικής αξίας σύνεργα. Αυτά τα σύνεργα που πάντα συγκρατούσαν τη ζωή και την ψυχή μας, αυτά που μας κάνουν να είμαστε άνθρωποι.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γερμανών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι έγκλειστοι έπαιζαν κουκλοθέατρο χρησιμοποιώντας για κούκλες και για σκηνικό κομμάτια από το λιγοστό ψωμί τους. Ίσως, μ’ αυτόν τον τρόπο να έδωσαν την καλύτερη απάντηση στο «άρτον και θεάματα» του Ιουβενάλη.

Ηλίας Τουμασάτος

Εκδήλωση με θέμα «Το θέατρο και η οικονομική κρίση»,

Αργοστόλι, 21-12-2011

Θέατρο «Ο Κέφαλος»

22/11/11

Από τα μπουρμπουρέλια ως την Πρωτοχρονιά. Έθιμα του χθες, σήμερα

Αντέχουν τα έθιμα στον θαυμαστό καινούριο μας κόσμο;

Όταν αποφάσισα να γράψω για τα έθιμα της μετάβασης από την παλιά στην καινούρια χρονιά και το ρόλο που αυτά διαδραματίζουν στη σύγχρονη ζωή, το πρώτο πράγμα που σκέφθηκα είναι για ποιο πράγμα δεν θα ήθελα να μιλήσω. Δεν θα ήθελα να σας μιλήσω λοιπόν για το «χρέος» της διατήρησης της παράδοσης. Δεν θα ήθελα να χρησιμοποιήσω το ρήμα «πρέπει», Αυτό το απρόσωπο ρήμα συχνά υπάρχει για να καταδυναστεύει πολλές πτυχές της ζωής μας, γι’ αυτό και δεν έχει νόημα να προσθέτουμε κι άλλα «πρέπει» στην καθημερινότητά μας. Και τα έθιμα είναι ένα κομμάτι αυτής ακριβώς της καθημερινότητας.

Είναι αλήθεια πως η ζωή μας έχει αλλάξει. Είναι αλήθεια πως κάποια στιγμή ως κοινωνία περάσαμε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο λαϊκό πολιτισμό και τον αστικό πολιτισμό. Σήμερα είμαστε όλοι πια αστοί, ακόμη κι αυτοί που ζουν μακριά από τα αστικά κέντρα. Κι όλα εκείνα τα θαυμάσια έθιμα που περιγράφουν οι μεγάλοι λαογράφοι μας, από τον Νικόλαο Πολίτη ως τον Δημήτριο Λουκάτο, βρίσκονται ασφαλώς πίσω από αυτή τη λεπτή γραμμή.

Ο κύκλος των χριστουγεννιάτικων εθίμων ξεκινάει με ένα είδος «άτυπης εισαγωγής»: τη γιορτή της Παναγίας της «Μισοσπορίτισσας» (21 Νοεμβρίου), κατά την οποία το παραδοσιακό μενού της ημέρας περιλαμβάνει «πολυσπόρια», ή, αν θέλετε «μπουρμπουρέλια» δηλαδή βρασμένα μαζί όσπρια όλων των ειδών. Αν γυρίσουμε το βλέμμα μας πίσω απ’ αυτή τη λεπτή γραμμή και αναζητήσουμε τη συμβολική σημασία της «μισοσπορίτισσας» πέρα από την καθαρά θρησκευτική της διάσταση, θα ανακαλύψουμε ότι η γιορτή τοποθετείται στα μέσα περίπου της γεωργικής περιόδου, όταν οι πρώτοι καρποί – σημάδια για τη σοδειά έχουν αρχίσει να φαίνονται, και ο αγρότης εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για όσα μέχρι τότε του έχει δώσει η μάνα γη και την ελπίδα ότι οι καρποί που κρύβει μέσα της και θα δώσει στη συνέχεια, θα επαρκέσουν για το υπόλοιπο του χρόνου. «Μισό ‘φαγα, μισό ‘ σπειρα, μισό ‘χω να περάσω» είναι το λαϊκό μόττο της γιορτής.

Ο συμβολισμός της «Μισοσπορίτισσας» αναφέρεται σε μια εποχή που η σχέση του ανθρώπου με τη γη και τους καρπούς της ήταν άμεση, σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιζόταν σώμα με σώμα με τα στοιχεία της φύσης για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του. Σε μια εποχή που η φύση ήταν για τον άνθρωπο μια άγνωστη, φοβερή ομορφιά, όπου κυριαρχούσαν απειλητικές και εξώκοσμες δυνάμεις, ιδιαίτερα το χειμώνα, όπου η μέρα ήταν μικρή και το σκοτάδι της νύχτας μακρύ, και ασφαλώς δεν υπάρχει ηλεκτρισμός για να φωτίσει το απόλυτο σκοτάδι. Οι παραδοσιακές εθιμικές πράξεις από την άποψη αυτή, όπως τα «μπουρμπουρέλια» της μισοσπορίτισσας είχαν και μια τελετουργική σημασία: Στόχευαν στο να εξευμενίσουν τις δυνάμεις της φύσης, όχι να τις τιθασεύσουν, αλλά και να τις πάρουν με το μέρος τους για να πάει καλά η χρονιά: Να βλαστήσουν οι καρποί και τα δέντρα, να είναι αρκετή η σοδειά, να είναι ήρεμες οι θάλασσες, να κρατηθεί μακριά η (απροσδιόριστη) αρρώστεια και το κακό.

Αυτός ο τελετουργικός, χαρακτήρας δεν μπορεί να χωρέσει στη σημερινή μας εποχή, όπου η επαφή μας με τη γη και τα στοιχεία της φύσης έχει γίνει πιο ελεγχόμενη, πιο τυποποιημένη. Φορέσαμε παπούτσια με χοντρές σόλες και στρώσαμε το χώμα με άσφαλτο – είναι πια δύσκολο να καταλάβουμε τί σημαίνει να περπατάς ξυπόλητος στο χώμα. Πολύ περισσότερο τί σημαίνει να περπατάς ξυπόλητος και μόνος ενάντια στην καταιγίδα ή να συλλέγεις τους καρπούς της γης μέσα στη λάβρα του καλοκαιριού. Η σχέση μας με τη φύση δεν είναι πια σωματική. Δεν εξαρτώμαστε απ’ αυτήν, αλλά νομίζουμε ότι την ελέγχουμε. Και η ζωή μας είναι αρκετά «ορθολογισμένη» για να μπορούμε να επικαλεστούμε την ευμένεια της φύσης για τη σοδειά της χρονιάς βράζοντας «μπουρμπουρέλια», τα οποία βρέξει – χιονίσει θα τα βρούμε στο σούπερ μάρκετ, μαζί με όλα τα αγαθά του Θεού. Ωστόσο η ίδια αυτή εποχή μας παρασύρει να θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό να συμβουλευτούμε το ωροσκόπιό μας ή να διακοσμήσουμε το σπίτι μας σύμφωνα με τις επιταγές του φενγκ –σούι.

Δεν έχω καμμία πρόθεση να σας υποβάλω στο δίλημμα «μπουρμπουρέλια ή φενγκ-σούι», ούτε να αισθανθούμε ομαδικώς ενοχές επειδή η ζωή μας έχει γίνει αντικειμενικά ευκολότερη (επαναλαμβάνω: ευκολότερη, όχι απαραιτήτως καλύτερη), επειδή σήμερα έχουμε περισσότερα εφόδια για να αντιμετωπίσουμε την υποδουλωμένη φύση και να εξασφαλίσουμε την επιβίωσή μας και την ευημερία του σπιτιού μας, αν και θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτά τα τελευταία ισχύουν για ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού του πλανήτη μας. Οφείλω παρ’ όλα αυτά να διαπιστώσω ότι εκ των πραγμάτων σήμερα δεν μπορούμε να βιώσουμε τις παραδοσιακές εθιμικές πράξεις με τον τρόπο που τις βίωναν οι παλιότερες γενιές, όχι επειδή δεν είμαστε ικανοί αλλά επειδή ζούμε σε έναν διαφορετικό κόσμο, με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά.

Πρέπει εξάλλου να σας ομολογήσω ότι κάποιες φορές με θλίβει και με πονά όταν ακούω για «αναβίωση» ενός παραδοσιακού εθίμου. Ένα έθιμο δεν μπορεί να αναβιώσει. Γιατί αναβιώνει ό,τι έχει πεθάνει. Και ένα έθιμο δεν μπορεί να πεθάνει, γιατί τότε παύει να είναι πια έθιμο. Τις περισσότερες φορές η «αναβίωση» ενός εθίμου είναι ένα ομολογουμένως πολύ όμορφο, νοσταλγικό και συχνά αναγκαίο για τη διατήρηση της μνήμης μνημόσυνο, που μπορεί να έχει διδακτικό χαρακτήρα, ή μπορεί να αποτελεί ένα ευρείας απήχησης φολκλορικό – τουριστικό δρώμενο, ωστόσο δεν πρόκειται πλέον περί εθίμου. Θα μπορούσε κανείς , χαριτολογώντας, να πει ότι όταν αντιμετωπίζουμε την αναβίωση ενός εθίμου ως «καθήκον», ουσιαστικά τηρούμε ένα άλλο πατροπαράδοτο έθιμο: Ανάβουμε ένα κερί στο μνήμα του εθίμου, αποτίουμε έναν φόρο τιμής στο παρελθόν. Το έθιμο δεν μπορεί να πεθαίνει, λοιπόν, ούτε να «αναβιώνει».Αντίθετα, το έθιμο επιβιώνει. Είναι κάτι ζωντανό, είναι, για να δανειστούμε στοιχεία από το νομικό του ορισμό, μια μακριά και αδιάκοπη πρακτική που γίνεται με συνείδηση της συμβολικής πραγματοποίησης και της περιοδικότητάς της.

Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι στον καινούριο μας κόσμο, τα έθιμα δεν μπορούν να επιβιώσουν κουβαλώντας την τελετουργική τους σημασία – γιατί αυτό προϋποθέτει ότι όλοι εμείς που τα τηρούμε έχουμε βαθιά πίστη ότι οι εθιμικές πράξεις μπορεί να λειτουργήσουν ως επίκληση καλοτυχίας, υγείας και ευημερίας. Αν λοιπόν τα έθιμα έχουν μια θέση στη σημερινή μας ζωή, αυτή ασφαλώς δεν είναι εκείνη που είχαν κάποτε, Τότε, ποια είναι;

Είναι γεγονός ότι στην αστική μας κουλτούρα έχουν εισαχθεί καινούριες συνήθειες που επαναλαμβάνονται συνειδητά στις διάφορες εποχές του χρόνου και συνδέονται με θρησκευτικές γιορτές, με άλλοτε συλλογικό και άλλοτε στενά οικογενειακό χαρακτήρα. Τα τηλεφωνήματα που ανταλλάσσουμε σε μια γιορτή (σιγά σιγά και τα ηλεκτρονικά ή τα γραπτά μηνύματα των κινητών με ευχές), τα προγραμματισμένα μας χριστουγεννιάτικα ψώνια, η πρωτοχρονιάτικη γιορτή της Πλατείας Συντάγματος στην Αθήνα. Όλα αυτά τείνουν καθώς επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο σταθερά και συνειδητά, να λάβουν σε μερικά χρόνια τον χαρακτήρα αστικών εθίμων. Το ερώτημα που έρχεται εύλογα είναι: Χωράνε οι παραδοσιακές εθιμικές πράξεις ανάμεσα στα καινούρια αυτά αστικά έθιμα;

Καθώς προσπαθούσα να βρω απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, το μυαλό μου ταξίδεψε στα χρονικά κοντινά μας έθιμα του δωδεκαημέρου: Στα έθιμα εκείνα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, που, όσο περνούν τα χρόνια, εμπλουτίζονται από τις καινούριες συνήθειες στις οποίες αναφερθήκαμε και οι οποίες τείνουν να εδραιωθούν και να αποκτήσουν χαρακτήρα εθίμου: Όλοι στολίζουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, πράγμα που δεν έκαναν οι γιαγιάδες μας στα χωριά, όλοι φτιάχνουμε τη βασιλόπιτα (ή την αγοράζουμε έτοιμη από το ζαχαροπλαστείο, και συχνά δεν την τρώμε καν), ακούμε τα κάλαντα από τα παιδιά (συχνά παιγμένα από ηλεκτρονικά μουσικά όργανα), μαγειρεύουμε τη γαλοπούλα (την οποία επίσης δεν ευτύχησαν να γευθούν οι γιαγιάδες μας), αγοράζουμε δώρα και παιχνίδια για τα παιδιά, προσπαθώντας μάταια να τα πείσουμε ότι ο Άγιος Βασίλης θα περάσει μέσα από τους σωλήνες του καλοριφέρ, φτιάχνουμε ή αγοράζουμε γλυκά, παίζουμε και κανένα χαρτάκι για το καλό, τρέχουμε και από δω κι από κει σε κάποιο ρεβεγιόν ή σε κάποιο νυχτερινό κέντρο. Η παραπάνω περιγραφή, με μικρές αποκλίσεις, θα μπορούσε να ταιριάζει στις περισσότερες χώρες του δυτικού κόσμου – θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι η παγκοσμιοποίηση ξεκινά πρώτα πρώτα από τα έθιμα. Κι αυτό γιατί τα Χριστούγεννα και οι γιορτές έχουν προσλάβει μια πιο καταναλωτική διάσταση, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το ισχυρότερό έθιμο των ημερών είναι η κατασπάραξη του δέκατου τρίτου μισθού, στην οποία επιδιδόμαστε όλοι ανεξαιρέτως με άγρια χαρά.

Επειδή αυτή η αναζήτηση δε με οδήγησε πουθενά, ζήτησα από τους γονείς μου να μου περιγράψουν τα Χριστούγεννα της δικής τους νεότητας, για να μπορώ να συγκρίνω τώρα πια που κι εγώ έχω αρχίσει να νιώθω ισχυρές, όσο και μακρινές τις αναμνήσεις της εφηβείας και της νεότητας. Τότε που δεν υπήρχε 13ος μισθός και shopping therapy, τότε που οι βιτρίνες δεν φορούσαν τα γιορτινά τους από τις αρχές του Νοέμβρη, τότε που οι οικονομικές δυσκολίες και οι πόλεμοι δεν επέτρεπαν σε κανέναν όχι μόνο να ονειρευτεί λαμπερά Χριστούγεννα, αλλά ούτε καν να έχει χριστουγεννιάτικα στολίδια. Με εξέπληξε η αντίδρασή τους. Δεν είχαν δέντρο. Δεν είχαν δώρα, δεν είχαν σπουδαία γκουρμέ και γλυκά στο γιορτινό τραπέζι. «Δεν μπορείς να φανταστείς πώς περιμέναμε νά ‘ρθουν τα Χριστούγεννα», μου είπε η μητέρα μου.

Η αλήθεια είναι ότι δεν περίμεναν πολλά. Δεν περίμεναν ούτε το ένα χιλιοστό από αυτά που περίμενα ως παιδάκι εγώ. Αυτό που περίμεναν, ωστόσο, το περίμεναν όμως με λαχτάρα. Σ’ ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη το δωδεκαήμερο ήταν η εποχή που η οικογένεια μαζευόταν γύρω από την εστία, τη γωνιά με τα ξύλα ή, στην καλύτερη περίπτωση, το τζάκι. Ήταν οι μέρες που η μυρωδιά του λιβανιού πλημμύριζε το σπίτι γιατί η μάνα ή η νόνα λιβάνιζαν κάθε βράδυ κάθε γωνία του σπιτιού για να προστατέψουν την εστία από τα παγανά. Το δωδεκαήμερο ήταν η εποχή που οι σκοτεινές δυνάμεις του σύμπαντος αγωνίζονταν να αντιπαλέψουν ένα θαυμάσιο γεγονός: Την έλευση του θεανθρώπου, τη νίκη του φωτός απέναντι στο σκοτάδι, της ζωής απέναντι στο θάνατο. Τα παγανά αναστατωμένα γυρίζουν και μαγαρίζουν μέσα στο σκοτάδι του χειμώνα. Το σπίτι πρέπει νά ‘ναι καθαρό, να αστράφτει και τα πάντα να είναι στην εντέλεια για να μην πλησιάσουν. Οι δουλειές του σπιτιού γίνονται με υπερβάλλοντα ζήλο, ιδιαίτερα στην αποκοπή και την αλλαγή του χρόνου – για να υπάρχει δημιουργικότητα, καθαριότητα και προκοπή όλον το χρόνο. Το σπίτι είναι ένα οχυρό, ένα καθαρό και ασφαλές κάστρο, μια ζεστή φωλιά μέσα στο σκοτάδι του κόσμου, όπου μια φωτιά είναι πάντα αναμμένη, και γύρω απ’ αυτήν ολόκληρη η οικογένεια. Στην πόρτα του σπιτιού άλλο ένα απαγορευτικό για τα παγανά: Ένας σταυρός φτιαγμένος από την κάπνα της φωτιάς.

Ο στολισμός του σπιτιού γίνεται με πρασινάδες και μυρσίνες, ενώ όλα τα καλά κεντήματα και τα τραπεζομάντηλα έχουν βγει απ’ τα μπαούλα και έχουν πάρει τη θέση τους στο σπίτι, όπως και τα λευκά σκεπάσματα στα κρεβάτια. Φαναράκια καμωμένα από φλούδες πορτοκαλιού κομμένες σε σχήματα έχουν κι αυτά τη θέση τους. Το κακό δεν μπορεί να περάσει από την πόρτα του σπιτιού. Ο Χριστός γεννιέται, κι ένας καινούριος χρόνος έρχεται, για να σβήσει όλα τα άσχημα του παλιού. Το κρύο, τα στοιχεία της φύσης, η κακή τύχη, η κακία των ανθρώπων, όλα μένουν κλεισμένα απ’ έξω. Το καταφύγιο της οικογένειας είναι ασφαλές. Κι όμως, η πόρτα του σπιτιού είναι ανοιχτή στα παιδιά που θα πουν τα κάλαντα, παραμονές Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και του Αγιασμού, και θα λάβουν το τραταμέντο τους, για τους συνανθρώπους που θα έρθουν να ευχηθούν και θα κεραστούν κι αυτοί ένα ποτήρι κρασί, για τα παιδιά που θα φέρουν τις αγιοβασιλίτσες την πρωτοχρονιά τυλιγμένες σε χρυσόχαρτο, για τα μέλη της οικογένειας που θα πηγαινοέρχονται στην Εκκλησία , και, ασφαλώς, για τον παπά που με την αγιαστούρα του θα έρθει την ημέρα των Φώτων να διώξει τα παγανά και να δώσει τέλος σ’ αυτό τον ειρηνικό συναγερμό ευλάβειας, συντροφικότητας και οικογενειακής ατμόσφαιρας του δωδεκαημέρου. Από το δοχείο με τον αγιασμό από τη λειτουργία των Φώτων, την επόμενη μέρα, θα πιουν τα μέλη της οικογένειας, θα ραντιστεί το σπίτι, οι στέρνες και οι κήποι, και το υπόλοιπο θα φυλαχτεί στα εικονίσματα, πλάι στο αυγό της Λαμπρής που πέρασε.

Βέβαια, το στρατηγείο των παραδοσιακών χριστουγεννιάτικων και πρωτοχρονιάτικων εθίμων ήταν είναι και θα είναι η κουζίνα, είτε είναι το παλιό μαγερειό με τη γωνιά και τη φουφού, είτε είναι η σημερινή κουζίνα με τις εντοιχισμένες συσκευές και τις κεραμικές εστίες. Ο Δημήτριος Λουκάτος χαρακτηρίζει τη νοικοκυρά «ηρωίδα και ιέρεια» των εθίμων του δωδεκαημέρου. Η αίσθηση της γεύσης, που ακολουθεί την ακαταμάχητη αίσθηση της όσφρησης είναι οι κυρίαρχες σ’ αυτή τη γιορτινή ατμόσφαιρα, όσο φτωχικό κι αν είναι το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Η γευστική απόλαυση γίνεται εντονότερη αν συνυπολογίσουμε ότι έρχεται μετά τη νηστεία των Χριστουγέννων. Ακόμη και στις δυσκολότερες οικονομικά στιγμές και περιοχές το μενού των Χριστουγέννων ήταν πλουσιότερο από την καθημερινή διατροφή. Το βραστό ή ψητό κρέας (κοτόπουλο ή άλλο οικόσιτο ζώο), συνοδευόμενο από νόστιμη σούπα στην πρώτη περίπτωση ήταν στα χωριά της Κεφαλονιάς το ελκυστικότερο πιάτο του τραπεζιού. Εξαίρεση νηστείας στις γιορτινές μέρες ήταν η ημέρα του Αγιασμού, νηστεία που είχε συμβολικό – καθαρτικό ρόλο. Τα σπιτικά γλυκά (ραβανί, και αργότερα κουραμπιέδες και μελομακάρονα), ανάλογα με τις δυνατότητες του σπιτικού έδιναν κι αυτά το «παρών» μαζί με ξηρούς καρπούς και ξερόσυκα, πρώτης τάξεως λιχουδιές. Το χειροποίητο χριστόψωμο, με καρύδια, σταφίδες και σουσάμι είναι κι αυτό διαφορετικό από το ψωμί της κάθε μέρας. Ο Ηλίας Τσιτσέλης στα τέλη του 19ου αιώνα μας μεταφέρει και το παραδοσιακό κεφαλονίτικο έθιμο της «κουλούρας της γωνιάς», που έχει μέσα της νόμισμα και κόβεται από τον πάτερ φαμίλιας πάνω από τη φωτιά την ίδια ώρα που χύνονται σταυρωτά λάδι και κρασί πάνω στη φλόγα. Μια ακόμη σπονδή για καλοτυχία και διώξιμο του κακού, μια ξεχασμένη σήμερα παραδοσιακή συνήθεια. Η βασιλόπιτα, και οι λουκουμάδες είναι τα αντίστοιχα γλυκά της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων, ενώ το βασιλόψωμο και το φωτόψωμο τα αντίστοιχα ψωμιά. Η κουζίνα του δωδεκαημέρου δεν είναι πλούσια, στα μέρη μας τουλάχιστο, είναι όμως εξαιρετική, ειδική, αλλιώτικη από το ακόμα πιο φτωχικό καθημερινό φαγητό, μια απόλαυση που ασφαλώς είχε μεγαλύτερη αξία και απήχηση για τους ανθρώπους της εποχής εκείνης από ό,τι για εμάς σήμερα, που το φαγητό των Χριστουγέννων αποτελεί άλλη μια μέρα κρεοφαγίας ανάμεσα στις υπόλοιπες της χρονιάς. Η γευστική απόλαυση – έντονη τότε, έστω και με φτωχότερα υλικά, ήταν και ο κυρίαρχος τόνος στην εορταστική ατμόσφαιρα, και η γυναίκα ήταν ο κινητήριος μοχλός και ο μικρός δημιουργός της απόλαυσης για όλη την οικογένεια εκείνη την ξεχωριστή περίοδο, καθώς έπρεπε συχνά να κάνει θαύματα με λίγο αλεύρι, λίγο λάδι, λίγο κρέας, με λίγα γενικώς συστατικά. Άλλωστε, όπως ξέρουμε όλοι, τα μικρά ανθρώπινα θαύματα, γίνονται με ελάχιστα σύνεργα.

Ο παλιός κόσμος, κακά τα ψέματα, ο κόσμος απ’ όπου ξεπήδησαν όλα τα παραδοσιακά έθιμα, δεν ήταν φτιαγμένος για γυναίκες. Ούτε βέβαια ο καινούριος κόσμος μας είναι. Η γυναίκα ήταν και είναι πάντοτε αναγκασμένη να συμμετέχει σ’ ένα οικογενειακό και κοινωνικό σύμπαν που οι νόμοι και οι κανόνες του έχουν γραφτεί από και για τους άντρες. Σ’ αυτό το μοντέλο του κόσμου, όπως το γνώριζε ο λαϊκός πολιτισμός, θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε την άγρια φύση με τα εξώκοσμα και δαιμονικά της στοιχεία με το αρσενικό στοιχείο, ενώ τη ζεστασιά και την ασφάλεια της εστίας – μήτρας – αγκαλιάς με το θηλυκό στοιχείο. Το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων είναι ένα κομμάτι χρόνου ένθετο μέσα στον παρόντα χρόνο, όπου η ζεστή εστία πρωταγωνιστεί έναντι της άγριας φύσης, μια «γυναικεία» παρένθεση σε ένα «αντρικό» ημερολογιακό έτος. Η γυναίκα παίρνει τα ηνία των γιορτινών ημερών, μοιράζει με τα έργα των χεριών της τη χαρά, και την απόλαυση, ενώ με το λιβάνισμα και τις καθαριότητες φροντίζει για την καλή τύχη του σπιτιού. Εκείνη πάλι είναι που θα στολίσει με τα εργόχειρά της το σπίτι, εκείνη θα κάνει το μικρό οικογενειακό βασίλειο έναν όμορφο κόσμο: Το δικό της κόσμο. Ο κόσμος των Χριστουγέννων είναι ένας μικρόκοσμος φτιαγμένος από γυναίκες. Μόνο που εκείνες δεν τον έφτιαξαν μόνο για τις γυναίκες, αλλά και για ολόκληρη την οικογένεια, και όχι μόνο.

Ίσως όλα αυτά που είπαμε στην εποχή μας να φαίνονται λιγάκι ξεπερασμένα, και ίσως να προκαλούν θυμηδία ή ακόμη και θυμό σε κάποιους από μας, ιδίως στις γυναίκες που ονειρεύονται για τον εαυτό τους να είναι κάτι περισσότερο από καλές νεράιδες των Χριστουγέννων και αν λάβουμε υπόψη μας ότι σήμερα ο χρόνος τους είναι ιδιαίτερα περιορισμένος και οι απαιτήσεις στον εργασιακό στίβο πολύ μεγαλύτερες.

Αν όμως θέλουμε να ανακαλύψουμε την πραγματική αξία της ύπαρξης και διατήρησης των παραδοσιακών εθίμων στη σημερινή εποχή μάλλον κάπου εκεί θα την ανακαλύψουμε. Χωρίς τύψεις και ενοχές για το γεγονός ότι μπορούμε να χαρούμε τα Χριστούγεννα με κάποιες παραπάνω υλικές απολαύσεις σε σχέση με το παρελθόν και χωρίς να υποτιμάμε την αξία αυτών των τελευταίων. Η χαρά των Χριστουγέννων άλλωστε δεν είναι οικονομικό μέγεθος, ούτε μετριέται ανάλογα με το κατά κεφαλήν εισόδημα. Η πραγματικότητα κρύβεται κάπου αλλού. Για να τη συναντήσουμε, ας περπατήσουμε για λίγο με τα παπούτσια των ανθρώπων της παλιάς εποχής, ας ξεχάσουμε τον τελετουργικό χαρακτήρα των εθίμων και την επίκληση της καλής τύχης, κι ας αναλογιστούμε τι είναι εκείνο που μένει κάτω από όλα αυτά, τι βρίσκεται κάτω κάτω στο κουτί της Πανδώρας, τι μας έχει απομείνει για να χρειαζόμαστε τα έθιμα ως κομμάτι της καθημερινής μας ζωής.

Το πρώτο που θ' ανακαλύψουμε σ' αυτή την ενδοσκόπηση είναι το θρησκευτικό συναίσθημα, είναι η πίστη. Τα παραδοσιακά έθιμα βέβαια είναι έξω από τη λατρευτική μας ζωή με τη στενή έννοια του όρου - ωστόσο είναι κι αυτά εξωλειτουργικές λατρευτικές εκδηλώσεις. Είναι μια μορφή οικιακής λατρείας που ξεκινά τη στιγμή που βγαίνουμε από το κατώφλι της εκκλησίας. Όσο κι αν η ζωή μας έχει αλλάξει, όσο κι αν ο κόσμος μας έχει μπει σε καλούπια λογικής, όσο κι αν έχουμε αποτινάξει τις δεισιδαιμονίες που αφορούν παγανά και σκοτεινές δυνάμεις, η χριστιανική πίστη, η σχέση μας με το Θεό, δεν αλλάζει. Η θρησκεία είναι πέρα και πάνω από τη λογική. Είναι η πνευματική σχέση κάθε ανθρώπου με το δημιουργό του, μια σχέση γιου - πατέρα. Το δωδεκαήμερο είναι μια κομβική στιγμή στη θρησκεία μας, είναι η στιγμή που ο Θεός έρχεται στον άνθρωπο πιο κοντά από ποτέ, με το να γίνει ο ίδιος άνθρωπος. Αυτό δεν έχει λογική. Δεν μπορούμε να το ερμηνεύσουμε ή να το εξηγήσουμε με ανθρώπινα μέτρα. Είναι, δεν εξηγείται. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, κι όσο κι αν απομακρυνθεί κανείς από τη λατρευτική ζωή, η σχέση μας με το Θεό δεν πρόκειται να αλλάξει μέσα μας, κι αυτό το, ακόμη κι όταν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, το ανακαλύπτουμε στις δύσκολες στιγμές μας.

Στην καθημερινότητά μας πάλι, αυτές ακριβώς οι εθιμικές πράξεις συντελούν στο να βιώνεται αυτό το θρησκευτικό συναίσθημα με μεγαλύτερη ένταση μέσα στην ίδια τη ζωή μας. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα έθιμα μεταφέρουν σαν φαναράκια την πίστη από το Ναό στην οικογενειακή εστία. Γίνονται η γέφυρα ανάμεσα στη θρησκεία, τις επίσημες λατρευτικές της εκφάνσεις, και την καθημερινή ζωή.

Αν κοιτάξουμε ακόμη πιο βαθιά στην ενδοσκόπησή μας αυτή, θα δούμε άλλη μια αλήθεια που κρύβεται πίσω από αυτές τις εθιμικές πράξεις, αναλλοίωτη κι αυτή όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αν αναλογιστούμε τι έκανε τους ανθρώπους εκείνης της εποχής να καταπιάνονται με κεντήματα, στολίσματα και κάλαντα και τραγούδια και γλυκά κάτω από το φως του λύχνου, κουρασμένοι από τις ελιές, τα ζώα και τα χωράφια, δεν μπορούμε παρά να βρούμε μονάχα μιαν απάντηση:

Αυτό που έκανε και μπορεί και σήμερα να κάνει τις παραδοσιακές εθιμικές πράξεις τόσο σημαντικές είναι η ίδια η χαρά της ζωής, η απόλαυση του να ζεις κάτι ξεχωριστό, έστω άνευ αντικειμενικής αξίας. Η ζωή ήταν πολύ δύσκολη τότε. Η χαρά όμως ήταν μεγαλύτερη τότε, γιατί ταυτιζόταν με την ευτυχία της στιγμής, που έκανε εκείνες τις μέρες να ξεχωρίζουν. Οι γονείς και οι παππούδες μας χαίρονταν τη στιγμή, τη γιορτή, τη γεύση, κι ας μην είχαν πολλά άλλα πράγματα στη ζωή τους για να χαρούν. Η χαρά ήταν αυθεντική, χωρίς διαμεσολάβηση.

Σήμερα η ζωή μας μπορεί να μην είναι τόσο δύσκολη - είναι όμως πιο περίπλοκη. Είναι ωστόσο πολύ πιο δύσκολο να χαρούμε με εξίσου αυθεντικό τρόπο, γιατί ο καθένας από μας έχει περισσότερους λόγους ν' ανησυχεί από την οργή των στοιχείων της φύσης. Ακόμη και μετά από μια γενναία επιδρομή μας στα μαγαζιά είναι φορές που αισθανόμαστε ολότελα άδειοι, και αυτό δεν οφείλεται στο άδειο μας πορτοφόλι. Σ' αυτή τη ζωή, που ό,τι κατακτάμε φαίνεται μάταιο μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο που στέκεται μακριά, αυτές οι στιγμές ευτυχίας που οι παραδοσιακές εθιμικές πράξεις μπορούν να μας προσφέρουν, είναι στιγμές ακριβές και εξαιρετικές, που σίγουρα δεν περιμένουμε πως θα αλλάξουν τη ζωή μας, αλλά σίγουρα την κάνουν πιο γλυκά, σίγουρα είναι ικανές να μας γνωρίζουν από κοντά με τη χαρά της ζωής, που κρύβεται στα μικρά πράγματα: Στο άρωμα του φαγητού που γεμίζει το σπίτι, στο σιρόπι από τα μελομακάρονα πάνω στα δάχτυλα, στις στάλες απ' την αγιαστήρα του παπά που πέφτουν πάνω στο πρόσωπο, στην γεμάτη προσμονή ματιά των παιδιών που προσεύχονται μέσα τους για το μεγαλύτερο δυνατό φίλεμα, στην αναζήτηση του νομίσματος μέσα στη βασιλόπιτα. Όλες αυτές οι στιγμές είναι εκ πρώτης όψεως ασήμαντες - κι όμως η προσμονή τους κοιμάται βαθιά μέσα μας όλο το χρόνο κι αρχίζουν να μας "τσιγκλάνε" όταν πλησιάζουν τα Χριστούγεννα.

Όλες αυτές οι μικρές στιγμές είναι που φέρνουν την οικογένεια πιο κοντά - κάτι καθόλου αυτονόητο σήμερα. Δίνουν αφορμές για να ξαναβρεθούμε πιο κοντά, όχι γιατί πατροπαράδοτα η οικογένεια πρέπει να είναι ενωμένη, αλλά επειδή έχουμε ανάγκη να βρισκόμαστε κοντά με τους δικούς μας ανθρώπους: Μέσα από τη ζεστασιά, την ανθρώπινη επαφή, τη γεύση, τα αρώματα και τα στολίδια.

Αυτές οι στιγμές, ξεχωριστές κι εκείνες μέσα στο χρόνο της δουλειάς, των ωραρίων και του κυνηγιού της επιτυχίας, μοιραία φέρνουν και τις αναμνήσεις: Μοιραζόμαστε εμπειρίες και θυμόμαστε εκείνους από την οικογένεια που δεν βρίσκονται πια μαζί μας. Σύμφωνα με μια ερμηνεία, τα γλυκά των Χριστουγέννων, μελομακάρονα και κουραμπιέδες, είναι ένα είδος αφιερώματος στις ψυχές των μελών της οικογένειας που έχουν φύγει, κι έτσι έρχονται κι εκείνοι κοντά μας μ' αυτό το συμβολικό τρόπο. Ίσως γι' αυτό η συγκίνηση και τα δάκρυα που φέρνουν οι αναμνήσεις εκείνων των ημερών είναι πιο γλυκά απ' ό,τι τον υπόλοιπο χρόνο.

Η χαρά της ζωής, η δύναμη της πίστης, η οικογενειακή θαλπωρή, το ξύπνημα των αναμνήσεων, όλα αυτά είναι μερικοί καλοί λόγοι για να τηρεί κανείς τα παραδοσιακά έθιμα, χωρίς να κινδυνεύει να πέσει στην τυπολατρία της θεματοφυλακής των παραδεδομένων. Μέσα απ' αυτό το πρίσμα μπορεί κανείς να βιώσει, σήμερα, ακόμη και σήμερα, τα έθιμα με τον τρόπο που τα βίωναν οι άνθρωποι τις παλιές εποχές. Όχι με την υλική διάσταση των πραγμάτων, αλλά με το συναίσθημα. Γιατί τα παραδοσιακά έθιμα ανήκουν σε μια εποχή που ο κόσμος ήταν έφηβος. Τώρα, που φαίνεται πως ενηλικιώθηκε, τα έθιμα μπορούν να λειτουργήσουν ξυπνώντας μέσα μας τη στιγμιαία και αιώνια μαζί εφηβεία της χαράς της ζωής.

Προσωπικά, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που πρόλαβα να ζήσω τη μυρωδιά του λιβανιού στο σπίτι (με κάρβουνα από το μαγκάλι), τον ήχο από το τρίγωνο, τους χειροποίητους λουκουμάδες, την προσμονή του Αγίου Βασίλη από το φουγάρο της ξυλόσομπας, που συνεχίστηκε ακόμη κι όταν με έκπληξη ανακάλυψα ότι ο Άγιος Βασίλης δεν έφερνε τα δώρα από την Καισαρεία, αλλά από του Τζανετάτου. Επίσης έχω άχτι που τόσα χρόνια δεν βγήκα έξω την νύχτα πριν από τα Φώτα να κοιτάξω τον ουρανό να ανοίγει, όπως επιμένει με πείσμα η μητέρα μου, και να κάνω μια ευχή, και τόσα χρόνια ευχόμουν μέσα από τις ζεστές μου κουβέρτες. Μικροπράγματα, θα μου πείτε. Μα, όπως πριν από μερικά χρόνια μας είπε μια συγγραφέας από την Ινδία, η Αρουντάτι Ρόι, σ' αυτά τα μικροπράγματα μπορεί και να κρύβεται ο Θεός.


(Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή διάλεξης στο Λύκειο Ελληνίδων, Παράρτημα Κεφαλληνίας)

14/11/11

Το αρχαίο δράμα: ένας σπόρος που ταξιδεύει στους αιώνες


Ο Γάλλος νομπελίστας συγγραφέας Αλμπέρ Καμύ είχε πει κάποτε πως, στη νεώτερη Ευρώπη, ο Σαίξπηρ αντιστοιχεί προς τον Αισχύλο, ο Μεσαίωνας προς την προσωκρατική φιλοσοφία, ο μεγάλος γάλλος συγγραφέας του κλασσικισμού Πιέρ Κορνέιγ προς τον Ευριπίδη, και, τέλος, ο εκπρόσωπος του γαλλικού διαφωτισμού Ντεκάρτ προς το Σωκράτη. Ο Καμύ ήθελε πολύ απλά να πει πως η Ιστορία (των ανθρώπων και της τέχνης) κάνει κύκλους, και τα πολιτιστικά φαινόμενα επαναλαμβάνονται κατ' αναλογία προς τα ιστορικά γεγονότα που συμβαίνουν την ίδια περίοδο.

Πράγματι, αν το αρχαίο θέατρο γεννήθηκε από τη λατρεία του Διονύσου, το σύγχρονο θέατρο γεννήθηκε κι αυτό μέσα από τη λατρευτική διαδικασία: από το θρησκευτικό δράμα του Μεσαίωνα.

Το αρχαίο δράμα, στις τρεις του μορφές (τραγωδία, κωμωδία και σατυρικό δράμα) γνώρισε τη μεγάλη του ακμή στα χρόνια της μεγάλης ακμής της Αθήνας, τον 5ο π.Χ. αιώνα. Η τραγωδία (και μαζί της και τα άλλα δραματικά είδη) άρχισε να φθίνει μετά τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν άρχισε να παρακμάζει και η αθηναϊκή πόλις. Τραγωδίες γράφονταν για πολλά χρόνια ακόμη, κωμωδίες για ακόμη περισσότερα, τίποτα πια όμως δεν ήταν όπως παλιά. Η "νέα κωμωδία" του Μενάνδρου δεν ήταν η κωμωδία της πόλεως - ήταν η κωμωδία του σαλονιού. Και οι τραγωδίες της ρωμαϊκής εποχής ήταν κείμενα προορισμένα περισσότερο για ανάγνωση παρά για παράσταση, στα οποία κυριαρχούσαν τα στοιχεία της υπερβολής, του στόμφου και της φρίκης.

Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη του νεώτερου δράματος. Από τις τραγωδίες του Σαίξπηρ περάσαμε στα τρομακτικά και εντυπωσιακά δράματα του μπαρόκ, και, υστερότερα, στο σχεδόν λόγιο και τετράγωνο δράμα του Διαφωτισμού, κι έπειτα, όταν φτάσαμε πια στο ρεαλιστικό δράμα, η υπόθεση είχε φύγει πια για τα καλά από την "αγορά" της πόλης και είχε τρυπώσει στα αστικά σαλόνια. Από το πανανθρώπινο δηλαδή, φτάσαμε στο ατομικό.

Αυτή η παράλληλη εξέλιξη αρχαίου και νεώτερου δράματος μας υποψιάζει για το γεγονός ότι οι δύο αυτές μορφές δεν μπορεί να είναι ολοκληρωτικά άσχετες μεταξύ τους. Κάποιος σύνδεσμος, μυστικός ή φανερός, θα πρέπει να υπάρχει που τις ενώνει. Ας μη νομίσει κανείς ότι το αρχαίο δράμα πέθανε σιγά σιγά μαζί με την αθηναϊκή πόλιν , και μετά από αιώνες, ξαφνικά, γεννήθηκε το νεώτερο δράμα. Στην ιστορία όλων των τεχνών δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις. Υπάρχει εξέλιξη, που συχνά δεν είναι ευθύγραμμη αλλά κυκλική. Κάθε τι "καινούριο" που γεννιέται, φέρει μέσα του το σπόρο του παρελθόντος. Κάτι μένει πάντοτε, έστω και σχεδόν αόρατο στους αιώνες που μεταφέρει το DNA, το γενετικό υλικό του δράματος, κι όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή της γονιμοποίησης, γεννά το καινούριο και το καθορίζει.

Η θυμέλη δεν έσβησε ποτέ. Μπορεί ο 4ος αιώνας και το (άγνωστο σχεδόν) ελληνιστικό δράμα να μην κατόρθωσαν να φθάσουν ποτέ στο ύψος των τριών μεγάλων τραγικών. Μπορεί το ρωμαϊκό θέατρο να μιμήθηκε στο έπακρο την κλασσική τραγωδία (Σενέκας), αλλά και την κωμωδία του Μενάνδρου (Πλαύτος, Τερέντιος). Η "Μήδεια" του Σενέκα, δεν φτάνει βέβαια ούτε το μικρό δαχτυλάκι της "Μήδειας" του Ευριπίδη. Την κουβαλάει όμως μέσα της. Οι κωμωδίες του Πλαύτου και του Τερέντιου έχουν κι αυτές πρωταγωνιστές τους ανθρώπινους τύπους που ιχνογραφεί ο Μένανδρος στις κωμωδίες του. Η ρωμαϊκή civitas δεν είναι πόλις. (Και η πόλις με την έννοια της κλασσικής Αθήνας δεν πρόκειται να ξαναϋπάρξει ποτέ μέχρι σήμερα). Αν η πόλις πέθανε, το θέατρο, νωτιαίος μυελός του οποίου είναι το αρχαίο δράμα, δεν θα πεθάνει ποτέ.

Ψάχνοντας προσεκτικά τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας. Θα διαπιστώσουμε ότι το αρχαίο δράμα επέζησε και μετά την τελειωτική σχεδόν παρακμή του θεάτρου που ακολούθησε την παρακμή της Ρώμης και διήρκεσε ολόκληρο σχεδόν το Μεσαίωνα. Θα συναντήσουμε πλανόδιους ηθοποιούς, τους μίμους, να περιοδεύουν σ' ολόκληρο τον τότε γνωστό κόσμο και να παίζουν τα αυτοσχέδια έργα τους. Πολλές απ' αυτές τις αυτοσχέδιες παραστάσεις περιλαμβάνουν και απαγγελίες αυτούσιων χωρίων των ελληνικών τραγωδιών.

Στα χριστιανικά μοναστήρια (αν και φαινομενικά η Εκκλησία εναντιωνόταν στα "ειδωλολατρικά" αρχαία δράματα) μοναχοί αντιγράφουν σε παπύρους και διασώζουν τον θησαυρό της γραμματείας μας. Έναν θησαυρό που φαίνεται πως είχε "κρισαριστεί" αρκετά ήδη από την αλεξανδρινή εποχή, μερικούς αιώνες πριν. Στο μοναδικό βυζαντινό δράμα που σώζεται, τον "Χριστό Πάσχοντα", η Παναγία σε ορισμένα σημεία μιλά χρησιμοποιώντας αυτούσια τα λόγια της Μήδειας του Ευριπίδη. Αλλά και στον δυτικοευρωπαϊκό μεσαίωνα, και παρά τις διώξεις και την απαξίωση του θεάτρου και του δράματος, ο σπόρος θ' αρχίσει να βλασταίνει ξανά: Τα πρώτα θρησκευτικά δράματα θ' αρχίσουν να παίζονται μέσα σε χριστιανικούς ναούς!

Η Αναγέννηση, με την άνθηση της αγάπης για την κλασσική αρχαιότητα, θα δώσει μια νέα ώθηση στη μελέτη της αρχαίας γραμματείας και, συνακόλουθα, του αρχαίου δράματος. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η αρχαία ελληνική γραμματεία και φιλοσοφία ήταν οι μοναδικές πηγές γνώσης εκείνα στα χρόνια στον δυτικό κόσμο, έναν κόσμο που αναζητούσε το φως βγαίνοντας από τα σκοτάδια του Μεσαίωνα. Η μελέτη του αρχαίου δράματος θα βοηθηθεί εξαιρετικά και από την ανακάλυψη της τυπογραφίας, η οποία επέφερε πραγματική επανάσταση στη διάδοση της γνώσης.

Από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα, το αρχαίο δράμα (κυρίως η τραγωδία και σε μικρότερο βαθμό η αριστοφανική κωμωδία και το σατυρικό δράμα), θα επηρεάσουν με ποικίλους τρόπους το δράμα και το θέατρο της νεώτερης εποχής. Η Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου, παρόλο που ανακαλύφθηκε στο πρωτότυπο αρκετά πρόσφατα (19ος αι.) θα αποτελέσει, μέσω των ρωμαϊκών της αντιγράφων κυρίως, έναν έμμεσο οδηγό και πηγή έμπνευσης για τους χαρακτήρες του ιταλικής προέλευσης αυτοσχεδιαστικού θεάτρου της commedia dell' arte (κομμέντια ντελλ' άρτε). Η κομμέντια ντελλ' άρτε είναι το φυτώριο που γέννησε την νεώτερη κωμωδία στον δυτικό κόσμο.

Αλλά και η τραγωδία, πέρα από τη φιλολογική της μελέτη, θα επηρεάσει το δράμα και το θέατρο με τρόπο καταλυτικό. Από την εποχή του ελισαβετιανού θεάτρου (Σαίξπηρ) μέχρι την σημερινή εποχή του θεάτρου της βίαιης πρόκλησης (Σάρα Κέιν κλπ.) οι δραματογράφοι όλων των εποχών, αλλά και οι δημιουργοί άλλων παρεμφερών ειδών, θεατρικών και μη (π.χ. όπερα, μπαλέτο, πεζογραφία) θα αναζητήσουν στα θεματικά και δομικά πρότυπα της τραγωδίας τις λύσεις για να ξετυλίξουν τον δικό τους δραματικό μύθο. Μπορεί σήμερα να μην μπορούν να παραχθούν πια τραγωδίες, ωστόσο το τραγικό σύμπαν των μεγάλων μας ποιητών και οι απέραντοι γαλαξίες του αποτελούν ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης των νεώτερων δημιουργών όλων των εποχών, ανεξάρτητα από την εποχή τους και το κυρίαρχο καλλιτεχνικό της ρεύμα (μπαρόκ, ροκοκό, διαφωτισμός, ρεαλισμός, ιστορισμός, παράλογο κλπ.)

Παράλληλα επίσης με τη θεωρητική μελέτη, αναβιώνουν και οι παραστάσεις του αρχαίου δράματος - η θυμέλη επιστρέφει στο φυσικό της χώρο: Τα θέατρα γεμίζουν ξανά με τις φωνές της Αντιγόνης και του Φιλοκτήτη, τις ιαχές των Βακχών, το θρήνο των Περσών, τις κραυγές της Εκάβης. Το αρχαίο δράμα σήμερα πλέον παριστάνεται με μεγάλη συχνότητα και σε διάφορες σκηνοθετικές εκδοχές σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Στην Ελλάδα, η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος, απ' όσα ξέρουμε μέχρι σήμερα, πρέπει να έγινε στη Ζάκυνθο λίγο μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (τέλη 16ου αιώνα). Από τότε μέχρι τις παραστάσεις του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, του Φώτου Πολίτη, του Δημήτρη Ροντήρη, του Καρόλου Κουν, του Σπύρου Ευαγγελάτου, και όλες τις σημερινές παραστάσεις στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία θέατρα του μείζονος ελληνικού χώρου, πολύς δρόμος έχει διανυθεί. Το αρχαίο δράμα επιβιώνει στο φυσικό του χώρο είτε αυτούσιο, είτε επιδρώντας σε νέες δραματικές συνθέσεις, μεταφράζεται, παριστάνεται και ξυπνά, ακόμη με αμείωτο ρυθμό, τη συγκίνηση των ανθρώπων.

Και πέρα όμως από το φυσικό του χώρο και την αισθητική συγκίνηση, το αρχαίο δράμα χρησιμοποιείται ως μέσο διδασκαλίας στις σχολικές αίθουσες και μελετάται σε ερευνητικό και θεωρητικό επίπεδο από ποικίλους επιστημονικούς κλάδους: Φιλολογία, Ιστορία, Θεατρολογία και Δραματολογία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία της Τέχνης, Ιστορία της αρχιτεκτονικής, Ιστορία της Ενδυματολογίας κλπ. Και μελετάται όχι σαν κάτι χαμένο και νεκρό, αλλά σαν ζωντανή ύπαρξη που επιβιώνει και εξελίσσεται στους αιώνες, ακολουθώντας την εποχή του και καθορίζοντάς την.

Ηλίας Τουμασάτος

Αργοστόλι, Μάιος 2002

28/10/11

Ένας αλλιώτικος πανηγυρικός για μια αλλιώτικη επέτειο


Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αργοστολίου στις 28-10-2011, ως πανηγυρικός της ημέρας:

Από τα χιλιάδες γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, έξι χρόνια που η ανθρωπότητα παραδόθηκε στο μίσος, το αίμα και τη βαρβαρότητα, μα και από τα πάμπολλα γεγονότα που σημάδεψαν τον φοβερό εκείνο πόλεμο στην Ελλάδα, από το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου μέχρι την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, στο μυαλό και την ψυχή όλων μας υπάρχουν πολλά και ποικίλα ερεθίσματα: εικόνες από επίκαιρα της εποχής και από βιβλία, αλλά και παρμένες από αναμνήσεις των παλαιοτέρων, χρονολογίες, γεγονότα, ονόματα προσώπων και μαχών. Ηρωικές στιγμές των Ελλήνων στο αλβανικό μέτωπο και την Εθνική Αντίσταση, πείνα, δυστυχία και αρρώστιες στα μετόπισθεν, θηριωδίες των κατακτητών, διπλωματικά παιχνίδια των συμμάχων. Κατοικούν στη μνήμη μας άλλοτε πιο συγκεκριμένα, άλλοτε πιο αφηρημένα, ένα ποτάμι από εικόνες και λέξεις που συγκροτούν τη συλλογική μας μνήμη.

Απ’ όλα αυτά τα γεγονότα, απ’ όλες αυτές τις εικόνες και τις λέξεις που κατοικούν στο μυαλό μας, αν μας ζητούσε κανείς, σήμερα, να βρούμε μία μόνο φράση που θα έκλεινε μέσα της ολόκληρο το νόημα της γιορτής, τότε, είναι μάλλον βέβαιο ότι όλοι θα ξαναγινόμασταν παιδιά και θα αναφέραμε αυτό που γράφαμε στις μαθητικές μας εκθέσεις του δημοτικού σχολείου για το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου. Μια φράση απλή, που ίσως δεν είναι τόσο απλή όσο νομίζαμε τότε. Ποια θα ήταν αυτή η φράση:

«Τιμούμε εκείνους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για έχουμε σήμερα την ελευθερία μας»

«Για να έχουμε σήμερα την ελευθερία μας» λέγαμε τότε που ήμασταν παιδιά, και νιώθαμε μέσα μας μεγάλη περηφάνια, και μια βαθιά ανακούφιση, γιατί η ελευθερία μας ήταν εκεί, δεδομένη, και δεν χρειαζόταν να αγωνιστούμε κι εμείς για να την αποκτήσουμε. Και μαζί με όλα αυτά, νιώθαμε βαθιά μέσα μας και ένα χρέος απέναντι σ’ αυτούς που έδωσαν τα ζωή τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι. Το χρέος να υπερασπιζόμαστε για πάντα αυτή την με τόσο κόπο και με τόσο αίμα κατακτημένη ελευθερία μας.

Τι σημαίνει όμως ελευθερία; Και τι σημαίνει ελευθερία «μας»; Ένα μικρό παιδί θα απαντούσε ότι η ελευθερία μας σημαίνει να αποφασίζουμε μόνοι μας για το παρόν και το μέλλον μας. Δηλαδή, να αποφασίζουμε εμείς. Να μην αποφασίζουν άλλοι για μας. Γιατί, θα μπορούσε να μας ρωτήσει ένα μικρό παιδί, πώς μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι όταν δεν αποφασίζουμε εμείς και αποφασίζουν άλλοι για τη δική μας τύχη; Κι αν πραγματικά άλλοι αποφασίζουν για την τύχη μας, θα μας έλεγε εκείνο το ίδιο μικρό παιδί, τότε η πατρίδα μας δεν είναι ελεύθερη. Και, άρα, κι εμείς δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι αν ζούμε σε μια πατρίδα που δεν είναι ελεύθερη. Και, αν τότε στ’ αλήθεια δεν είναι ελεύθερη η πατρίδα μας, μήπως δεν εκπληρώνουμε σωστά εκείνο το παλιό χρέος απέναντι σ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους που τότε υπέφεραν, βασανίστηκαν και θυσιάστηκαν για μας;

Κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει στο παιδί ότι σήμερα είναι η εποχή που τα χρέη καμιά φορά διαγράφονται. Όμως εκείνο, επειδή όλοι ξέρουμε πόσο ετοιμόλογα είναι σήμερα τα παιδιά, θα μας απαντούσε, ότι αυτό το χρέος δεν διαγράφεται. Κι αν ρωτούσαμε γιατί, θα μας απαντούσε πως αν το διαγράψουμε αυτό το χρέος δεν θα μπορούσαμε ποτέ ξανά να κοιτάξουμε στα μάτια ούτε τους γονείς και τους παππούδες μας, ούτε και τα παιδιά μας. Γιατί, κατά ένα περίεργο τρόπο, αυτό το χρέος το οφείλουμε σε πολλούς: Και στους παλιούς και στους νέους. Και στους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στον κατακτητή, και στις γενιές που έρχονται, και θα κληθούν, η καθεμιά με τον τρόπο της, να δώσουν τις δικές τους μάχες. Ίσως, πια, και μακάρι, όχι με όπλα. Αλλά πάντα με τον ίδιο στόχο. Την ελευθερία: το δικαίωμα κάθε λαού να αποφασίζει μόνος του για την τύχη του.

Όταν αυτό το περίεργο και όλο αντιρρήσεις παιδί για το οποίο μιλάμε θα μεγαλώσει λίγο, ο καθηγητής του, που του διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή θα του μιλήσει για το Σύνταγμα, αυτόν το θεμελιώδη νόμο του κράτους που κατοχυρώνει την ελευθερία και την ισότητα. Και τότε ίσως το παιδί θα καταλάβει τι σημαίνει αυτό το «ελευθερία μας», τι είναι αυτό για το οποίο πολέμησαν όλοι εκείνοι οι γνωστοί και άγνωστοι ήρωες του 1940, που, οι πιο πολλοί, ζουν πια μόνο στα ιστορικά βιβλία και τις αναμνήσεις. Τότε λοιπόν αυτός ο έφηβος θα καταλάβει ότι «ελευθερία μας» είναι αυτό που αναφέρει το πρώτο πρώτο κιόλας άρθρο του Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Και, όπως καταλαβαίνετε, όταν θα διαβάσει αυτό το κείμενο, θα αρχίσει πάλι τις ερωτήσεις κι εμείς οι μεγάλοι θα πρέπει να απαντήσουμε. Παρατηρητικό καθώς είναι θα διαπιστώσει πολλά πράγματα: Πρώτα πρώτα ότι η λέξη «εξουσίες» είναι γραμμένη με μικρό «ε», ενώ οι λέξεις «Λαός», «Έθνος», και «Σύνταγμα» έχουν το πρώτο γράμμα τους κεφαλαίο. Άρα ο Λαός, το Έθνος και το Σύνταγμα είναι πιο σημαντικά από τις εξουσίες, θα παρατηρήσει. Κι ο δάσκαλός του θα του πει ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Ότι η ελευθερία «μας» είναι αυτή η λαϊκή κυριαρχία. Ελεύθερος λαός είναι ο λαός που είναι κυρίαρχος στην πατρίδα του. Και κυρίαρχος σημαίνει πρώτα πρώτα ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό. Άρα δεν πρέπει κανείς, απ’ όπου κι αν προέρχεται, να ασκεί καμμία εξουσία αν δεν τον έχει ορίσει ο λαός. Και δεύτερον, ότι οι εξουσίες ασκούνται υπέρ του λαού και του έθνους. Δηλαδή ότι η εξουσία, σε οποιαδήποτε μορφή και βαθμίδα της, πρέπει να ενεργεί με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του Λαού και του Έθνους, δηλαδή όλων των Ελλήνων, είτε βρίσκονται μέσα είτε έξω από τα σύνορα της Ελλάδας και για κανένα άλλο συμφέρον κανενός ατόμου ή ομάδας, μέσα ή έξω από τη χώρα.

Κι έτσι, ο έφηβος, που σε λίγο καιρό θα γίνει πολίτης με εκλογικό δικαίωμα, θα συνειδητοποιήσει ότι αυτή η ελευθερία για την οποία γενικά και αόριστα έγραφε στις παιδικές του εκθέσεις, αυτή η ελευθερία για την οποία οι Έλληνες στρατιώτες και αντιστασιακοί πολέμησαν και έπεσαν στα βουνά, στις πόλεις, στα νησιά, αυτή, η ελευθερία «μας» είναι αυτή που το Σύνταγμά μας, περιγράφει. Αυτή, που όχι απλώς είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να απολαμβάνουν οι πολίτες αυτού του κράτους τις θεμελιώδεις ατομικές τους ελευθερίες, αλλά που είναι το θεμέλιο του πολιτεύματός μας. Θεμέλιο της Δημοκρατίας μας.

Και ο δάσκαλος θα πει στον έφηβο πια, αλλά εξίσου περίεργο μαθητή του, ότι, αφού αποφάσισε ότι πρέπει να ξεπληρώσει και να μη διαγράψει το χρέος του να υπερασπίζεται την πατρίδα, θα πρέπει να διαβάσει και το τελευταίο-τελευταίο άρθρο του Συντάγματος, που αναφέρει ότι αυτό το χρέος δεν είναι αόριστος και άγραφος κανόνας. Είναι δικαίωμά του και ταυτόχρονα καθήκον του απέναντι στην πατρίδα: Στο άρθρο 120 του Συντάγματος διαβάζουμε ότι «Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην πατρίδα και τη δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Και, λίγο παρακάτω: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Όπως καταλαβαίνετε αυτό είναι και το σημείο όπου ο έφηβος της ιστορίας μας θα αρχίσει να υποβάλλει και τις πιο δύσκολες ερωτήσεις.

Πρώτη ερώτηση: Όπως οι Έλληνες του ’40 αντιστάθηκαν σ’ εκείνους που απείλησαν την ελευθερία τους, έτσι κι εμείς μπορούμε και οφείλουμε να αντισταθούμε σ’ αυτούς που απειλούν τη δική μας ελευθερία, το Σύνταγμά μας, τη λαϊκή μας κυριαρχία;

Δεύτερη ερώτηση: Είμαι υποχρεωμένος να σέβομαι τους νόμους που συμφωνούν με το Σύνταγμα. Αν ένας νόμος δεν συμφωνεί με το Σύνταγμα;

Τρίτη ερώτηση: Αφού η υποχρέωση να τηρούμε το Σύνταγμα τους νόμους αφορά όλους τους Έλληνες, τότε, δεν αφορά και εκείνους τους Έλληνες που ασκούν την εξουσία;

Τέταρτη ερώτηση: Τι σημαίνει ότι ο Έλληνας δικαιούται και υποχρεούται να αντισταθεί «με κάθε μέσο» σε όσους καταπατούν το Σύνταγμα;

Πέμπτη ερώτηση: Αυτοί που επιχειρούν να καταλύσουν το Σύνταγμα το κάνουν μόνο με τη βία; Μήπως υπάρχουν κάποιοι που για να το καταλύσουν μεταχειρίζονται άλλα μέσα; Μήπως πια οι πόλεμοι δεν γίνονται με κανόνια και τανκς αλλά με πράξεις σε λογιστικά βιβλία, από αντιπάλους που δεν φορούν πια στρατιωτικές στολές αλλά έρχονται «ντυμένοι φίλοι»; Και πώς μπορεί να αντισταθεί κανείς σ’ έναν τέτοιο, αλλόκοτο πόλεμο, που δεν έχει θηριωδίες και πτώματα στα πεδία των μαχών, αλλά έχει φτώχεια, ανεργία, ξενιτεμό, χιλιάδες κοινωνικές ανισότητες, έχει κατάργηση δικαιωμάτων;

Εκεί ο δάσκαλος θα του απαντήσει ότι γι’ αυτό υπάρχουν αυτές οι μέρες των εθνικών γιορτών. Κι είναι πιο σημαντικές ακόμα σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, επειδή σε κάνουν να συλλογίζεσαι. Κι ότι, βέβαια, ούτε κι αυτό φτάνει. Επειδή η ελευθερία είναι «μας», δεν θα απαντήσεις ποτέ σ’ αυτά τα ερωτήματα μόνος σου. Γιατί το «μας» πάει με το «μαζί». Δεν θα γίνεις ποτέ μόνος σου ελεύθερος, παρά μόνο όλοι μαζί. Αυτό το «μαζί» που έκαναν πράξη, τότε, οι Έλληνες του ’40, εσύ πρέπει να το κάνεις πράξη διαρκώς. Γιατί η ελευθερία «μας» δεν είναι κάτι που το κατακτάς και το φυλάς στο χρηματοκιβώτιό σου αναλλοίωτο. Είναι κάτι που το διεκδικείς, συνεχώς, και όχι μόνος σου. Μαζί.

Κι εκεί που είσαι ικανοποιημένος επειδή απάντησες, έρχεται η τελευταία ερώτηση αυτού του ανικανοποίητου εφήβου… Εγώ αισθάνομαι πως δεν μπορώ να τις απαντήσω, κι έτσι τις μοιράζομαι μαζί σας:

Ρωτάει λοιπόν τον δάσκαλό του:

Εσείς πόσο περήφανος νιώθετε σήμερα; Αν συναντούσατε έναν από τους αντιστασιακούς του ’40 θα μπορούσατε να τον κοιτάξετε στα μάτια; Κάνατε το χρέος σας απέναντι σ’ εκείνον, και απέναντι στα παιδιά σας; Εσείς πόσο ελεύθερος νιώθετε σήμερα; Στ’ αλήθεια παίρνετε εσείς τις αποφάσεις που αφορούν τον εαυτό σας; Στ’ αλήθεια, παίρνουμε όλοι εμείς, οι Έλληνες, τις αποφάσεις που αφορούν την πατρίδα μας; Στ΄ αλήθεια, κανείς δεν προσπαθεί σήμερα να καταλύσει το Σύνταγμά μας; Στ΄ αλήθεια, δεν σκεφτήκατε ποτέ ότι εμείς, όλοι εμείς, όλοι μαζί, έχουμε δικαίωμα και καθήκον να αντισταθούμε;

Ο καθένας από μας ας δώσει τη δική του απάντηση. Σας ευχαριστώ.

29/9/11

Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη

Ηλίας Μπεριάτος, Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας (επιμέλεια)

Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη. Ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, Αθήνα: Κριτική, 2010.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα είναι η διάρκεια μιας σεισμικής δόνησης. Οι συνέπειες, ωστόσο, στη ζωή των ανθρώπων από ένα τέτοιο φυσικό φαινόμενο δεν μπορούν να εντοπιστούν χρονικά ή τοπικά με τόση ευκολία. Όπως τα σεισμικά κύματα διασπείρονται στον χώρο, έτσι και οι επιπτώσεις ενός σεισμού διασπείρονται τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Αφορούν τόσο το φυσικό όσο και το δομημένο περιβάλλον και επηρεάζουν από την καθημερινότητα των ανθρώπων μέχρι και τα μακρομεγέθη της οικονομίας, όχι μόνο της περιοχής όπου έγινε ο σεισμός αλλά σε μια ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα, και συχνά για πολλές γενιές μετά από εκείνη που έζησε τον σεισμό. Το παράδειγμα του πρόσφατου σεισμού στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, που εξελίχθηκε σε πυρηνική περιπέτεια για ολόκληρη την ανθρωπότητα είναι χαρακτηριστικό.

Από την άλλη, υπάρχει ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας για τη διασπορά των συνεπειών ενός σεισμού, ολότελα ξένος από τη γεωλογική – φυσική διάσταση του φαινομένου: κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες αντιμετωπίζουν τον σεισμό, πριν αυτός συμβεί, κατά την ελάχιστη διάρκειά του, αλλά και μετά από το πέρας της σεισμικής δραστηριότητας. Συχνά ο παράγοντας αυτός βαρύνει περισσότερο από το ίδιο το φυσικό φαινόμενο, για να φθάσουμε στο σημείο να λέμε ότι δεν είναι ο σεισμός που μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους και να καταστρέψει οικιστικά και οικονομικά ολόκληρες περιοχές, αλλά ο συλλογικός τρόπος που η οργανωμένη κοινωνία διαχειρίζεται αυτό το φυσικό φαινόμενο.

Σ’ αυτή τη διαχείριση του σεισμικού φαινομένου μετά την εκδήλωσή του, και ειδικότερα στον τομέα της οικιστικής και πολεοδομικής ανασυγκρότησης αναφέρεται ο τόμος Σεισμοί και Οικιστική Ανάπτυξη – ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κριτική» σε επιμέλεια δυο πανεπιστημιακών που κατάγονται από την Κεφαλονιά, την περιοχή της Ελλάδος με την υψηλότερη σεισμικότητα: του καθηγητή χωροταξικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ηλία Μπεριάτου και του αναπληρωτή καθηγητή στο τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα, που εκτός από επιμέρους μελέτες του τόμου υπογράφουν και το εκτενές και ιδιαίτερα κατατοπιστικό για τον μη ειδικό αναγνώστη εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου.

Ο τόμος έρχεται σε συνέχεια δύο διεθνών επιστημονικών συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν το πρώτο στην Κεφαλονιά, το 2003, πενήντα χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς, με τίτλο «Σεισμοί και δομημένο περιβάλλον. Επιπτώσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό και την οικιστική ανάπτυξη», και το δεύτερο στον Βόλο, το 2006, πενήντα χρόνια και αυτό μετά τους σεισμούς του Βόλου, με τίτλο «Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς». Η φιλοσοφία του τόμου, μέσα από την παρουσίαση των διαδικασιών οικιστικής ανασυγκρότησης που ακολουθήθηκαν σε δεκαεπτά περιπτώσεις σεισμών στην Ελλάδα και διεθνώς κατά την τελευταία εξηκονταετία, είναι η συγκέντρωση, παραθετικά, της καταγεγραμμένης εμπειρίας που έχει αποκτηθεί στο διάστημα αυτό αναφορικά με τη δράση της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και άλλων φορέων επιστημονικών και επαγγελματικών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν στις σχετικές διαδικασίες. Πώς ξαναχτίστηκαν οι πόλεις και οι οικισμοί που υπέστησαν καταστροφές σε όλους αυτούς τους σεισμούς; Πώς επέδρασε η ανασυγκρότηση στην οικονομική και κοινωνική ζωή των πόλεων; Πώς επέδρασαν η ίδια η χρονική συγκυρία του σεισμού και τα ιδιαίτερα ανθρωπογεωγραφικά χαρακτηριστικά κάθε πληγείσας περιοχής στην ανασυγκρότηση των περιοχών; Ερωτήματα που απαντώνται στις μελέτες που συγκεντρώνονται στον τόμο, γραμμένες από μια ομάδα καταξιωμένων επιστημόνων και προϊόντα μακρόχρονης έρευνας και εμπειρίας.

Η οργάνωση της ύλης του βιβλίου γίνεται με άξονα τη γραμμή του χρόνου – ώστε τόσο ο αναγνώστης όσο και ο ερευνητής να έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν τη διαχρονική εξέλιξη των πολιτικών αντιμετώπισης του σεισμικού φαινομένου. Σ’ αυτή τη γραμμή του χρόνου τοποθετούνται οι δύο βασικές ενότητες του βιβλίου. Αφ’ ενός η ελληνική εμπειρία των σεισμών, από το 1953 έως σήμερα και αφ’ ετέρου η διεθνής εμπειρία, με τη μελέτη δύο περιπτώσεων σεισμικών καταστροφών σε χώρες του εξωτερικού.

Αφετηρία για την περιγραφή της ελληνικής εμπειρίας αποτελούν οι καταστροφικοί σεισμοί του Αυγούστου του 1953 στην Κεφαλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο, που στοίχισαν τη ζωή σε 455 ανθρώπους και προκάλεσαν την κατάρρευση του 90% των κατοικιών των τριών νησιών, κατολισθήσεις αλλά και τη μεγάλη πυρκαγιά που αποτέλειωσε την πόλη της Ζακύνθου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σεισμική καταστροφή που έπληξε τη σύγχρονη Ελλάδα. Οι περιπτώσεις της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης εξετάζονται στη μελέτη των Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα και Ηλία Μπεριάτου, ενώ η περίπτωση της Ζακύνθου από τον ομότιμο Καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Διονύση Ζήβα, η συμβολή του οποίου στην επτανησιακή αρχιτεκτονική βιβλιογραφία είναι νομίζω γνωστή σε όλους μας. Μόλις δύο χρόνια μετά, μεταφερόμαστε στην πόλη του Βόλου, όπου η αντιμετώπιση των συνεπειών της σεισμικής ακολουθίας των ετών 1955-1957 εξετάζεται από τη Βίλμα Χαστάογλου, Καθηγήτρια Πολεοδομίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η δεκαετία του 1950 κλείνει με την περίπτωση ενός ακόμη νησιού, της Σαντορίνης, και του πολύνεκρου σεισμού (53 ήταν τα θύματα) του 1956, ο οποίος εκτός από καταρρεύσεις κτιρίων προκάλεσε και τσουνάμι. Την περίπτωση της Σαντορίνης παρουσιάζει ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, αρχιτέκτονας, επιμελητής της έδρας ειδικής κτιριολογίας του ΕΜΠ, και υπεύθυνος των μελετών ανοικοδόμησης του νησιού την περίοδο εκείνη.

Η πολιτικά ταραγμένη δεκαετία του 1960 ήταν γεωλογικά ηρεμότερη – στη διάρκεια της χούντας ο εγκέλαδος χτυπά το ιδεολογικά φορτισμένο νησί του Άη Στράτη, με 20 νεκρούς. Η ανοικοδόμηση του Άη Στράτη παρουσιάζεται από τον Κωνσταντίνο Λαλένη, Επίκουρο Καθηγητή Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Αστικής Διακυβέρνησης στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και οι αρχές του 1980 εκτός από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την είσοδο της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη φέρνουν και δύο πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα με επίδραση στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Οι επιπτώσεις των σεισμών της Θεσσαλονίκης το 1978 εξετάζονται από την Καθηγήτρια Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελένη Ανδρικοπούλου, ενώ στους σεισμούς των Αλκυονίδων Νήσων του 1981, που χτύπησαν την πρωτεύουσα του κράτους και είχαν ως αποτέλεσμα τη χάραξη νέας αντισεισμικής πολιτικής αναφέρονται στη μελέτη τους οι Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας και Μιράντα Δανδουλάκη, διδάκτωρ πολιτικός μηχανικός με εμπειρία στον Οργανισμό Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας.

Στον σεισμό της Καλαμάτας, το 1986, που συνιστά ίσως μέχρι σήμερα το πιο επιτυχημένο παράδειγμα σε ό,τι αφορά την πολιτική που ακολουθήθηκε για την ανοικοδόμηση της πόλης αναφέρεται η μελέτη του αείμνηστου Γρηγόρη Διαμαντόπουλου, που επιμελήθηκε των αρχιτεκτονικών μελετών της ανασυγκρότησης της πόλης.

Η δεκαετία του 1990 έδωσε πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα στην Ελλάδα – ο πολλαπλασιασμός των μέσων μαζικής ενημέρωσης έφερε ακόμα πιο κοντά στην κοινή γνώμη τις εικόνες της καταστροφής. Δύο μελέτες, η πρώτη από τον Γεώργιο Τζήμα, γεωλόγο και η δεύτερη από τους Κλαίρη Μουστεράκη, διευθύντρια της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδας, Γιώργο Συμεωνίδη και Μιράντα Δανδουλάκη, αναφέρονται στον σεισμό του Μαΐου του 1995 που έπληξε τα Γρεβενά και την Κοζάνη, ευτυχώς χωρίς νεκρούς αλλά με εκτεταμένες καταστροφές. Τον πολύνεκρο σεισμό του Αιγίου που έγινε έναν μόλις μήνα μετά εκείνον των Γρεβενών, και την ανασυγκρότηση της πόλης, εξετάζει η μελέτη του Χρήστου Φρίγκα, πολιτικού μηχανικού και στελέχους του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας. Η Μιράντα Δανδουλάκη μελετά την περίπτωση του (ξεχασμένου σχεδόν από την κοινή γνώμη) σεισμού της ακριτικής Κόνιτσας του 1996. Η δεκαετία κλείνει με τον καταστροφικό, παρά το μικρότερο συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους (πλην Κόνιτσας) σεισμούς του βιβλίου μέγεθός του, σεισμό της Πάρνηθας, στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999. 143 νεκροί, εκτεταμένες βλάβες σε πολλά κτίρια της πρωτεύουσας, αλλά και δεκάδες ερωτήματα για το πόσο θωρακισμένη είναι η Αθήνα των 5 εκατομμυρίων κατοίκων απέναντι στον σεισμικό κίνδυνο. Δύο μελέτες είναι αφιερωμένες στην περίπτωση της Αθήνας: Η πρώτη υπογράφεται από τον Παύλο Δελλαδέτσιμα και την Έλσα Κογκοπούλου και αναφέρεται στις επιπτώσεις του σεισμού και τη διαδικασία ανασυγκρότησης δύο γειτονικών περιοχών με διαφορετικά χωροταξικά αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά: Του Δήμου Αχαρνών και της Κοινότητας Θρακομακεδόνων. Η δεύτερη επικεντρώνεται στην επίδραση του σεισμού στις μεταποιητικές επιχειρήσεις της δυτικής Αθήνας και συνυπογράφεται από τους Καθηγητές του Τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Καλλιόπη Σαπουντζάκη, Σοφία Σκορδίλη και Χρίστο Χαλκιά.

Η ενότητα των «ελληνικών» σεισμών κλείνει με τη μελέτη της υποψήφιας διδάκτορος Γεωλογίας Ανδρομάχης Σαλούστρου για μία από τις πιο πρόσφατες επισκέψεις του εγκέλαδου στη νησιωτική Ελλάδα. Πρόκειται για τον σεισμό των Κυθήρων τον Ιανουάριο του 2006.

Η δεύτερη, μικρότερη σε έκταση αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα ενότητα, αναφέρεται στη μελέτη δύο περιπτώσεων αντιμετώπισης πολύ ισχυρών και καταστροφικών σεισμών σε δύο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, που μας δίνει την ευκαιρία να συγκρίνουμε την ελληνική εμπειρία με τη διεθνή. Η πρώτη περίπτωση, στην οποία αναφέρεται η γεωλόγος Ιφιγένεια Ζάμπα είναι ο σεισμός του 1995 στο Κόμπε της Ιαπωνίας, που προκάλεσε εκατόμβη νεκρών (ο αριθμός υπολογίζεται σε περίπου 6.000) και εκτεταμένες καταστροφές, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στη γειτονιά μας, και πραγματεύεται τον σεισμό που έπληξε την περιοχή της Umbria στην Ιταλία το 1997 και τις διαδικασίες αντιμετώπισής του, όπως κυριολεκτικά τον βίωσαν τρεις ιταλοί επιστήμονες που εργάστηκαν για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της περιοχής (Mario Mateucci, Silvia Melleli, Giacomo Ciancabilla). Η εξέταση των δύο διεθνών περιπτώσεων, μας αποκαλύπτει ότι, σε αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε, η αντιμετώπιση της καταστροφής (που ομολογουμένως ήταν αισθητά μικρότερη) έγινε πολύ επιτυχημένα στην Ιταλία, ενώ στην Ιαπωνία, χώρα με έντονη σεισμικότητα και με πολύχρονη παράδοση στην ανάπτυξη και υλοποίηση προτύπων αντιμετώπισης του σεισμικού κινδύνου, το σύστημα αντιμετώπισης εμφάνισε παθογένειες που δυσχέραναν το έργο της αποκατάστασης και εμπόδια που εμείς στην Ελλάδα θεωρούμε, εσφαλμένα όπως αποδεικνύεται, ότι αποτελούν μόνο δική μας κακοδαιμονία, όπως τη γραφειοκρατία, που και στην τεχνολογικά εξελιγμένη Ιαπωνία λειτούργησε ως τροχοπέδη.

Πέρα από την ανατροπή τέτοιων στερεοτύπων, που ίσχυαν τουλάχιστον για εμάς τους μη ειδικούς αναγνώστες, ένα από τα προτερήματα της έκδοσης είναι η διεπιστημονική προσέγγιση του θέματος. Από τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών αλλά και από τις περιγραφόμενες επιπτώσεις τόσο της καταστροφής όσο και της οικιστικής ανασυγκρότησης εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι απαιτείται η συνέργεια πολλών επιστημονικών κλάδων για την αντιμετώπιση του φαινομένου, και ως εκ τούτου πολλές είναι οι επιστήμες που μπορούν να συμβάλουν στις διάφορες ανάγκες που ανακύπτουν, αναφορικά τόσο με την πρόληψη όσο και με την διαχείριση μιας σεισμικής καταστροφής.

Η οικιστική ανασυγκρότηση είναι ασφαλώς και πρωτίστως ο επανασχεδιασμός, η επαναδιαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος, τόσο σε μικροσκοπικό επίπεδο (κατοικίες), όπως, και κυρίως, σε μακροσκοπικό, χωροταξικό επίπεδο μέσα από τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών για την ομαλή επαναλειτουργία των οικισμών, και για την επανεκκίνηση και ενδυνάμωση της οικονομικής ζωής. Πέρα από αυτό τον άμεσο στόχο, αυτή η ανασυγκρότηση πρέπει να φροντίζει ώστε αυτός ο καινούριος οικιστικός ιστός να μπορεί να αντέξει την μελλοντική ανάπτυξη της πληγείσας περιοχής σε ευρύ χρονικό ορίζοντα. Και, τέλος, η οικιστική ανασυγκρότηση μετά από έναν σεισμό είναι ουσιαστικά το πρώτο και πιο αποφασιστικό και ουσιαστικό βήμα για την πρόληψη του επόμενου σεισμού, όποτε και αν αυτός συμβεί.

Επομένως οι επιστημονικοί κλάδοι που εμπλέκονται είναι πολλοί. Οι μηχανικοί, οι αρχιτέκτονες, οι πολεοδόμοι και οι χωροτάκτες έχουν ασφαλώς πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς πρέπει να δημιουργήσουν τον σκελετό, τον ζωτικό ιστό της νέας διαμορφούμενης πραγματικότητας. Υπάρχουν όμως και άλλοι κλάδοι που μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά, και στις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο με την παρουσία τους, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη κάθε φορά όπως βλέπουμε σε καθεμιά περίπτωση. Η οικονομική επιστήμη, για να μελετήσει τις οικονομικές επιπτώσεις και να επανασχεδιάσει την οικονομική ανασυγκρότηση, η ψυχολογία και η κοινωνιολογία, που θα μελετήσουν τον ανθρώπινο παράγοντα, η επιστήμη της διοικητικής, που θα πρέπει να διαχειριστεί το άχαρο, γραφειοκρατικό κομμάτι, αλλά και η νομική επιστήμη που θα πρέπει να επεξεργαστεί νομοτεχνικά το κανονιστικό πλαίσιο. Από τις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο βλέπουμε ότι αν αυτές οι «επικουρικές» διαστάσεις δεν λειτουργήσουν σωστά, το έργο της οικιστικής ανασυγκρότησης δυσχεραίνεται εξαιρετικά και συχνά ξεφεύγει από τους στόχους του.

Εξάλλου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση του πώς διαχρονικά τα σεισμικά φαινόμενα και οι επιπτώσεις τους επιφέρουν αναθεωρήσεις και καινοτομίες στο νομοθετικό πλαίσιο αντισεισμικής προστασίας (αντισεισμικοί οικοδομικοί κανονισμοί, πολεοδομικές και χωροταξικές ρυθμίσεις, σχεδιασμός των δράσεων πολιτικής προστασίας, οργανισμοί που εκάστοτε ιδρύονται για την πρόληψη και διαχείριση του σεισμικού κινδύνου).

Ιδιαίτερα σημαντικός επίσης και καθοριστικός για την επιτυχία των σχεδίων ανασυγκρότησης είναι και ο τρόπος που κάθε φορά θα λειτουργήσει η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο ρόλος της τελευταίας όπως καταλαβαίνουμε πρέπει να είναι καθοριστικός καθώς έχει καλύτερη εικόνα των πραγματικών αναγκών και ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, αλλά από την άλλη μπορεί πιο εύκολα να επηρεάζεται από τοπικιστικά συμφέροντα που στρεβλώνουν τη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Από την άλλη η κεντρική εξουσία βρίσκεται πιο μακριά από τα πράγματα και μπορεί να μην σεβαστεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά από την άλλη οφείλει να διαθέτει ένα κεντρικό πλαίσιο σχεδιασμού αντισεισμικής προστασίας και να μεταφέρει τεχνογνωσία και οικονομικές, τεχνικές, νομικές και άλλες διευκολύνσεις στην πληγείσα περιοχή. Η μελέτη των επιμέρους περιπτώσεων δείχνει ότι πραγματικά δεν υπάρχει «συνταγή επιτυχίας» για τη σωστή αναλογία συμμετοχής κεντρικής εξουσίας και τοπικής αυτοδιοίκησης. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται να υπάρχει καλή επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση με την τοπική κοινωνία (σε επίπεδο επιστημονικών και κλαδικών σωματείων, όπως επιμελητήρια, ιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, εθελοντικές ομάδες της κοινωνίας των πολιτών), αλλά και με την επιστημονική κοινότητα (την παραγόμενη γνώση στον πανεπιστημιακό χώρο). Όσο καλύτερα λειτουργούν αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας τόσο καλύτερα είναι και τα αποτελέσματα.

Μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα από τις σελίδες του τόμου περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα παραδείγματα διαχείρισης αυτών των σεισμικών καταστροφών; Είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνει κανείς τόσο ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι ξεχωριστή, όσο κι αν κανείς προσπαθεί να τις ομαδοποιήσει. Οι καταστροφές για παράδειγμα στα Ιόνια Νησιά και στη Σαντορίνη παρότι είναι πολύ κοντινές χρονολογικά έχουν τεράστιες διαφορές λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιοχών. Ακόμη και στο ίδιο το σεισμικό γεγονός έχουμε διαφορετικές κατά τόπους επιλογές. Στην Κεφαλονιά για παράδειγμα το 1953 η επιλογή για τα δημόσια κτίρια ήταν να είναι μοντέρνας αρχιτεκτονικής ενώ στη Ζάκυνθο επελέγη να παραπέμπουν στο παρελθόν της πόλης. Οι επιλογές είναι κατά περίπτωση διαφορετικές: αλλού επιλέγεται οι ίδιοι οι πολίτες να ανακατασκευάσουν τις κατοικίες τους με τη βοήθεια δανείων και αλλού, για να αποφευχθεί η πληθυσμιακή διαρροή το κράτος υλοποιεί σε ορισμένους οικισμούς κατασκευαστικό πρόγραμμα (όπως στα Γρεβενά). Αλλού επιλέγεται η μεταφορά οικισμών και αλλού οι οικισμοί παραμένουν σε ασφυκτικά προσεισμικά πλαίσια. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως εκείνη της Καλαμάτας, όπου οι πολεοδομικές παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν έδωσαν στην πόλη νέα όψη, καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και αναπτυξιακή δυναμική. Αλλού πάλι, η νέα όψη που δόθηκε εξαφάνισε τους δεσμούς με το παρελθόν και την ιστορικότητα της περιοχής, όπως έγινε στον Άγιο Ευστράτιο.

Ίσως δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι συχνά μια σεισμική καταστροφή είναι ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του δομημένου περιβάλλοντος, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο και σαρκαστικό. Το συνηθέστερο, στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ότι οι πληγείσες περιοχές δεν αξιοποιούν αυτή την οπωσδήποτε μακάβρια αλλά υπαρκτή και ουσιαστική ευκαιρία, κι αυτό σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε διαφορετική αναλογία ευθυνών των εμπλεκόμενων φορέων και παραγόντων. Είναι βέβαιο ότι η αναγκαιότητα της γρήγορης οικιστικής αποκατάστασης σε ένα πιεστικό οικονομικό περιβάλλον, και με την ψυχολογική φόρτιση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι αποφασιστικός παράγοντας. Η μεγάλη προσφορά αυτής της συλλογής μελετών είναι ότι βλέπει τα γεγονότα από την απαραίτητη χρονική απόσταση ώστε να μπορεί να διερευνήσει (ιδιαίτερα για τα παλαιότερα γεγονότα και σε ένα ευρύ χρονικό φάσμα) αυτό που τη στιγμή του εγχειρήματος της αποκατάστασης δεν μπορεί να αποτιμηθεί υπό την πίεση των γεγονότων. Κι αυτό είναι η πραγματική λειτουργία της διαδικασίας ανασυγκρότησης στο πέρασμα του χρόνου. Το καινούριο οικιστικό κέλυφος δημιούργησε ένα φιλόξενο περιβάλλον για τους ανθρώπους, την ιδιωτική και την κοινωνική τους ζωή, τις επιχειρήσεις τους, τις σχέσεις τους με τους γειτονικούς οικισμούς και τα εθνικά δίκτυα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να συμβεί αυτό και πώς λειτούργησε το καινούριο αυτό κέλυφος στο πέρασμα του χρόνου;

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτή η αποτίμηση που γίνεται στο βιβλίο αυτό με μια κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, χρονική απόσταση, πραγματοποιείται με τη σύμπραξη ανθρώπων από διαφορετικές γενιές και με ποικίλους ρόλους, επιστημονικούς ή διοικητικούς, σε σχέση με την αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών. Οι συγγραφείς του τόμου είναι πανεπιστημιακοί, ειδικοί επιστήμονες, αλλά και νέοι ελπιδοφόροι επιστήμονες που αναδίφησαν στα αρχεία της εποχής για να συνθέσουν τις μελέτες τους, και επιπλέον άνθρωποι που εργάζονται σε κρατικούς φορείς και κυβερνητικές θέσεις που σχετίζονται με την αντισεισμική προστασία, αλλά και επιστήμονες οι οποίοι συμμετείχαν οι ίδιοι στις διαδικασίες οικιστικής ανασυγκρότησης κατά την τελευταία πεντηκονταετία, οπότε πέρα από όλα τα άλλα έχουν να καταθέσουν και την πολύτιμη μαρτυρία της προσωπικής τους εμπειρίας.

Αυτή η πολύπλευρη σύμπραξη πιστεύω πως προσφέρει στην έκδοση την αρετή της σφαιρικής προσέγγισης του φαινομένου, μέσα από όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, και καθιστά πιο ενδιαφέροντα τον τόμο τόσο για τον ειδικό επιστήμονα (αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, αλλά και τον ερευνητή της νεότερης ιστορίας), όσο και για τον μέσο αναγνώστη - όλοι μας έχουμε βιώσει είτε προσωπικά είτε μέσα από την εικόνα των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάποιο ή κάποια από τα γεγονότα αυτά, και αξίζει πραγματικά να δούμε τι πραγματικά συνέβαινε πέρα από τους τίτλους των εφημερίδων και τις κάμερες της τηλεόρασης, και όταν οι τελευταίες έσβησαν για να ασχοληθούν με κάποιο άλλο γεγονός.

Ίσως αυτό που φαίνεται να προκύπτει ως αναγκαιότητα μέσα από τη μελέτη των κειμένων του τόμου είναι ότι η αντισεισμική προστασία και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης σεισμικών καταστροφών οφείλει να είναι διαδικασία διαρκώς ανανεούμενη, η οποία θα ενσωματώνει εκάστοτε την εμπειρία από τη διαχείριση προηγούμενων σεισμικών γεγονότων και ταυτόχρονα θα λαμβάνει υπόψη της τις καινούριες συνθήκες που προκύπτουν από τις εξελίξεις στις επιστήμες της αρχιτεκτονικής, της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα και τις τοπικές ιδιαιτερότητες των περιοχών. Ο αντισεισμικός σχεδιασμός αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις του κοινωνικού κράτους – που τόσο συρρικνώνεται διεθνώς στις μέρες μας, και επομένως η πολιτεία, η τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και οι επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς και η κοινωνία των πολιτών οφείλουν να αναπτύσσουν διαύλους συνεργασίας, ανταλλαγής εμπειριών και μεταφοράς τεχνογνωσίας ώστε οι πολίτες να ζουν και να συμμετέχουν στην οικονομική και επαγγελματική ζωή σε ασφαλές δομημένο περιβάλλον, που θα δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης. Συνεργασία είναι η λέξη-κλειδί. Και ίσως ο καθένας από μας να αντιληφθεί ότι ο σεισμός δεν αντιμετωπίζεται ατομικά, αλλά συλλογικά. Είναι υπόθεση του καθενός μας να λειτουργούμε συλλογικά μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο προστασίας για να θωρακίσουμε τις τοπικές μας κοινωνίες, ουσιαστικά την ίδια τη ζωή μας, από τις συνέπειες ενός φυσικού φαινομένου που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Απλά είναι. Υπάρχει. Συμβαίνει και θα συμβαίνει.

Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με μια λεπτομέρεια από την περιγραφή των συνεπειών της μεγάλης σεισμικής καταστροφής στο Κόμπε της Ιαπωνίας το 1995, όπως περιγράφεται στη μελέτη της Ιφιγένειας Ζάμπα, και αναφέρεται στο «φαινόμενο των kodokushi»:

«Μεγάλος ήταν ο αριθμός των kodokushi, δηλαδή των ανθρώπων που πέθαναν μόνοι τους δίχως να τους αναζητήσει κάποιο οικείο τους πρόσωπο. Το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα καταλύματα που χτίστηκαν για την προσωρινή στέγαση των σεισμοπλήκτων. Τα πτώματα των kodokushi συχνά εντοπίζονταν με αρκετές μέρες καθυστέρηση. […] Στην πλειονότητά τους επρόκειτο για άνδρες ηλικίας 55-65 ετών, πολλοί από τους οποίους αντιμετώπιζαν πρόβλημα αλκοολισμού. Ωστόσο η ιαπωνική κυβέρνηση δεν παρείχε επισήμως εκτενή στοιχεία για τους kodokushi […]».

Ιφιγένεια Ζάμπα «Οι προσπάθειες ανασυγκρότησης μετά τον σεισμό του Kobe. Πολιτικές και προβλήματα», στις σ. 492-3 του βιβλίου.


Αυτό το κείμενο μας θυμίζει ότι ο σεισμός αποτελεί πρωτίστως ανθρωπιστική κρίση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν από το σεισμό, πέθαναν στα καταλύματα επειδή κάποιοι τους ξέχασαν. Ό,τι κι αν κάνει ο σεισμός, ό,τι κι αν κάνουν η πολιτεία και η επιστήμη για τη διαχείρισή του, τίποτα δεν μπορεί να χαθεί και τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί αν ο άνθρωπος, ο καθένας από μας δεν είναι έτοιμος στη δύσκολη στιγμή να βάλει το «εμείς» πάνω από το «εγώ» και να σταθεί στους συνανθρώπους του με αγάπη και αλληλεγγύη.

[Παρουσίαση σε εκδήλωση ΙΚΙ – Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι, θέατρο Ο Κέφαλος, 16-9-2011].

Ηλίας Α. Τουμασάτος