Αναζήτηση στο ιστολόγιο

29/9/11

Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη

Ηλίας Μπεριάτος, Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας (επιμέλεια)

Σεισμοί και οικιστική ανάπτυξη. Ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, Αθήνα: Κριτική, 2010.

Ελάχιστα δευτερόλεπτα είναι η διάρκεια μιας σεισμικής δόνησης. Οι συνέπειες, ωστόσο, στη ζωή των ανθρώπων από ένα τέτοιο φυσικό φαινόμενο δεν μπορούν να εντοπιστούν χρονικά ή τοπικά με τόση ευκολία. Όπως τα σεισμικά κύματα διασπείρονται στον χώρο, έτσι και οι επιπτώσεις ενός σεισμού διασπείρονται τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Αφορούν τόσο το φυσικό όσο και το δομημένο περιβάλλον και επηρεάζουν από την καθημερινότητα των ανθρώπων μέχρι και τα μακρομεγέθη της οικονομίας, όχι μόνο της περιοχής όπου έγινε ο σεισμός αλλά σε μια ευρύτερη γεωγραφική κλίμακα, και συχνά για πολλές γενιές μετά από εκείνη που έζησε τον σεισμό. Το παράδειγμα του πρόσφατου σεισμού στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, που εξελίχθηκε σε πυρηνική περιπέτεια για ολόκληρη την ανθρωπότητα είναι χαρακτηριστικό.

Από την άλλη, υπάρχει ένας ακόμη καθοριστικός παράγοντας για τη διασπορά των συνεπειών ενός σεισμού, ολότελα ξένος από τη γεωλογική – φυσική διάσταση του φαινομένου: κι αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ανθρώπινες κοινωνίες αντιμετωπίζουν τον σεισμό, πριν αυτός συμβεί, κατά την ελάχιστη διάρκειά του, αλλά και μετά από το πέρας της σεισμικής δραστηριότητας. Συχνά ο παράγοντας αυτός βαρύνει περισσότερο από το ίδιο το φυσικό φαινόμενο, για να φθάσουμε στο σημείο να λέμε ότι δεν είναι ο σεισμός που μπορεί να σκοτώσει ανθρώπους και να καταστρέψει οικιστικά και οικονομικά ολόκληρες περιοχές, αλλά ο συλλογικός τρόπος που η οργανωμένη κοινωνία διαχειρίζεται αυτό το φυσικό φαινόμενο.

Σ’ αυτή τη διαχείριση του σεισμικού φαινομένου μετά την εκδήλωσή του, και ειδικότερα στον τομέα της οικιστικής και πολεοδομικής ανασυγκρότησης αναφέρεται ο τόμος Σεισμοί και Οικιστική Ανάπτυξη – ο ρόλος του αρχιτεκτονικού, πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κριτική» σε επιμέλεια δυο πανεπιστημιακών που κατάγονται από την Κεφαλονιά, την περιοχή της Ελλάδος με την υψηλότερη σεισμικότητα: του καθηγητή χωροταξικού σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Ηλία Μπεριάτου και του αναπληρωτή καθηγητή στο τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα, που εκτός από επιμέρους μελέτες του τόμου υπογράφουν και το εκτενές και ιδιαίτερα κατατοπιστικό για τον μη ειδικό αναγνώστη εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου.

Ο τόμος έρχεται σε συνέχεια δύο διεθνών επιστημονικών συνεδρίων που πραγματοποιήθηκαν το πρώτο στην Κεφαλονιά, το 2003, πενήντα χρόνια μετά τους καταστροφικούς σεισμούς, με τίτλο «Σεισμοί και δομημένο περιβάλλον. Επιπτώσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό και την οικιστική ανάπτυξη», και το δεύτερο στον Βόλο, το 2006, πενήντα χρόνια και αυτό μετά τους σεισμούς του Βόλου, με τίτλο «Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς». Η φιλοσοφία του τόμου, μέσα από την παρουσίαση των διαδικασιών οικιστικής ανασυγκρότησης που ακολουθήθηκαν σε δεκαεπτά περιπτώσεις σεισμών στην Ελλάδα και διεθνώς κατά την τελευταία εξηκονταετία, είναι η συγκέντρωση, παραθετικά, της καταγεγραμμένης εμπειρίας που έχει αποκτηθεί στο διάστημα αυτό αναφορικά με τη δράση της κεντρικής διοίκησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και άλλων φορέων επιστημονικών και επαγγελματικών που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν στις σχετικές διαδικασίες. Πώς ξαναχτίστηκαν οι πόλεις και οι οικισμοί που υπέστησαν καταστροφές σε όλους αυτούς τους σεισμούς; Πώς επέδρασε η ανασυγκρότηση στην οικονομική και κοινωνική ζωή των πόλεων; Πώς επέδρασαν η ίδια η χρονική συγκυρία του σεισμού και τα ιδιαίτερα ανθρωπογεωγραφικά χαρακτηριστικά κάθε πληγείσας περιοχής στην ανασυγκρότηση των περιοχών; Ερωτήματα που απαντώνται στις μελέτες που συγκεντρώνονται στον τόμο, γραμμένες από μια ομάδα καταξιωμένων επιστημόνων και προϊόντα μακρόχρονης έρευνας και εμπειρίας.

Η οργάνωση της ύλης του βιβλίου γίνεται με άξονα τη γραμμή του χρόνου – ώστε τόσο ο αναγνώστης όσο και ο ερευνητής να έχουν τη δυνατότητα να διακρίνουν τη διαχρονική εξέλιξη των πολιτικών αντιμετώπισης του σεισμικού φαινομένου. Σ’ αυτή τη γραμμή του χρόνου τοποθετούνται οι δύο βασικές ενότητες του βιβλίου. Αφ’ ενός η ελληνική εμπειρία των σεισμών, από το 1953 έως σήμερα και αφ’ ετέρου η διεθνής εμπειρία, με τη μελέτη δύο περιπτώσεων σεισμικών καταστροφών σε χώρες του εξωτερικού.

Αφετηρία για την περιγραφή της ελληνικής εμπειρίας αποτελούν οι καταστροφικοί σεισμοί του Αυγούστου του 1953 στην Κεφαλονιά, την Ιθάκη και τη Ζάκυνθο, που στοίχισαν τη ζωή σε 455 ανθρώπους και προκάλεσαν την κατάρρευση του 90% των κατοικιών των τριών νησιών, κατολισθήσεις αλλά και τη μεγάλη πυρκαγιά που αποτέλειωσε την πόλη της Ζακύνθου. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σεισμική καταστροφή που έπληξε τη σύγχρονη Ελλάδα. Οι περιπτώσεις της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης εξετάζονται στη μελέτη των Παύλου-Μαρίνου Δελλαδέτσιμα και Ηλία Μπεριάτου, ενώ η περίπτωση της Ζακύνθου από τον ομότιμο Καθηγητή του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Διονύση Ζήβα, η συμβολή του οποίου στην επτανησιακή αρχιτεκτονική βιβλιογραφία είναι νομίζω γνωστή σε όλους μας. Μόλις δύο χρόνια μετά, μεταφερόμαστε στην πόλη του Βόλου, όπου η αντιμετώπιση των συνεπειών της σεισμικής ακολουθίας των ετών 1955-1957 εξετάζεται από τη Βίλμα Χαστάογλου, Καθηγήτρια Πολεοδομίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η δεκαετία του 1950 κλείνει με την περίπτωση ενός ακόμη νησιού, της Σαντορίνης, και του πολύνεκρου σεισμού (53 ήταν τα θύματα) του 1956, ο οποίος εκτός από καταρρεύσεις κτιρίων προκάλεσε και τσουνάμι. Την περίπτωση της Σαντορίνης παρουσιάζει ο Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, αρχιτέκτονας, επιμελητής της έδρας ειδικής κτιριολογίας του ΕΜΠ, και υπεύθυνος των μελετών ανοικοδόμησης του νησιού την περίοδο εκείνη.

Η πολιτικά ταραγμένη δεκαετία του 1960 ήταν γεωλογικά ηρεμότερη – στη διάρκεια της χούντας ο εγκέλαδος χτυπά το ιδεολογικά φορτισμένο νησί του Άη Στράτη, με 20 νεκρούς. Η ανοικοδόμηση του Άη Στράτη παρουσιάζεται από τον Κωνσταντίνο Λαλένη, Επίκουρο Καθηγητή Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Αστικής Διακυβέρνησης στο Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

Τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και οι αρχές του 1980 εκτός από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την είσοδο της χώρας στην Ενωμένη Ευρώπη φέρνουν και δύο πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα με επίδραση στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Οι επιπτώσεις των σεισμών της Θεσσαλονίκης το 1978 εξετάζονται από την Καθηγήτρια Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Ελένη Ανδρικοπούλου, ενώ στους σεισμούς των Αλκυονίδων Νήσων του 1981, που χτύπησαν την πρωτεύουσα του κράτους και είχαν ως αποτέλεσμα τη χάραξη νέας αντισεισμικής πολιτικής αναφέρονται στη μελέτη τους οι Παύλος-Μαρίνος Δελλαδέτσιμας και Μιράντα Δανδουλάκη, διδάκτωρ πολιτικός μηχανικός με εμπειρία στον Οργανισμό Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας.

Στον σεισμό της Καλαμάτας, το 1986, που συνιστά ίσως μέχρι σήμερα το πιο επιτυχημένο παράδειγμα σε ό,τι αφορά την πολιτική που ακολουθήθηκε για την ανοικοδόμηση της πόλης αναφέρεται η μελέτη του αείμνηστου Γρηγόρη Διαμαντόπουλου, που επιμελήθηκε των αρχιτεκτονικών μελετών της ανασυγκρότησης της πόλης.

Η δεκαετία του 1990 έδωσε πολύ ισχυρά σεισμικά γεγονότα στην Ελλάδα – ο πολλαπλασιασμός των μέσων μαζικής ενημέρωσης έφερε ακόμα πιο κοντά στην κοινή γνώμη τις εικόνες της καταστροφής. Δύο μελέτες, η πρώτη από τον Γεώργιο Τζήμα, γεωλόγο και η δεύτερη από τους Κλαίρη Μουστεράκη, διευθύντρια της Υπηρεσίας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βορείου Ελλάδας, Γιώργο Συμεωνίδη και Μιράντα Δανδουλάκη, αναφέρονται στον σεισμό του Μαΐου του 1995 που έπληξε τα Γρεβενά και την Κοζάνη, ευτυχώς χωρίς νεκρούς αλλά με εκτεταμένες καταστροφές. Τον πολύνεκρο σεισμό του Αιγίου που έγινε έναν μόλις μήνα μετά εκείνον των Γρεβενών, και την ανασυγκρότηση της πόλης, εξετάζει η μελέτη του Χρήστου Φρίγκα, πολιτικού μηχανικού και στελέχους του Οργανισμού Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας. Η Μιράντα Δανδουλάκη μελετά την περίπτωση του (ξεχασμένου σχεδόν από την κοινή γνώμη) σεισμού της ακριτικής Κόνιτσας του 1996. Η δεκαετία κλείνει με τον καταστροφικό, παρά το μικρότερο συγκριτικά με όλους τους υπόλοιπους (πλην Κόνιτσας) σεισμούς του βιβλίου μέγεθός του, σεισμό της Πάρνηθας, στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999. 143 νεκροί, εκτεταμένες βλάβες σε πολλά κτίρια της πρωτεύουσας, αλλά και δεκάδες ερωτήματα για το πόσο θωρακισμένη είναι η Αθήνα των 5 εκατομμυρίων κατοίκων απέναντι στον σεισμικό κίνδυνο. Δύο μελέτες είναι αφιερωμένες στην περίπτωση της Αθήνας: Η πρώτη υπογράφεται από τον Παύλο Δελλαδέτσιμα και την Έλσα Κογκοπούλου και αναφέρεται στις επιπτώσεις του σεισμού και τη διαδικασία ανασυγκρότησης δύο γειτονικών περιοχών με διαφορετικά χωροταξικά αλλά και ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά: Του Δήμου Αχαρνών και της Κοινότητας Θρακομακεδόνων. Η δεύτερη επικεντρώνεται στην επίδραση του σεισμού στις μεταποιητικές επιχειρήσεις της δυτικής Αθήνας και συνυπογράφεται από τους Καθηγητές του Τμήματος Γεωγραφίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου Καλλιόπη Σαπουντζάκη, Σοφία Σκορδίλη και Χρίστο Χαλκιά.

Η ενότητα των «ελληνικών» σεισμών κλείνει με τη μελέτη της υποψήφιας διδάκτορος Γεωλογίας Ανδρομάχης Σαλούστρου για μία από τις πιο πρόσφατες επισκέψεις του εγκέλαδου στη νησιωτική Ελλάδα. Πρόκειται για τον σεισμό των Κυθήρων τον Ιανουάριο του 2006.

Η δεύτερη, μικρότερη σε έκταση αλλά εξίσου ενδιαφέρουσα ενότητα, αναφέρεται στη μελέτη δύο περιπτώσεων αντιμετώπισης πολύ ισχυρών και καταστροφικών σεισμών σε δύο διαφορετικές γωνιές του πλανήτη, που μας δίνει την ευκαιρία να συγκρίνουμε την ελληνική εμπειρία με τη διεθνή. Η πρώτη περίπτωση, στην οποία αναφέρεται η γεωλόγος Ιφιγένεια Ζάμπα είναι ο σεισμός του 1995 στο Κόμπε της Ιαπωνίας, που προκάλεσε εκατόμβη νεκρών (ο αριθμός υπολογίζεται σε περίπου 6.000) και εκτεταμένες καταστροφές, ενώ η δεύτερη εντοπίζεται στη γειτονιά μας, και πραγματεύεται τον σεισμό που έπληξε την περιοχή της Umbria στην Ιταλία το 1997 και τις διαδικασίες αντιμετώπισής του, όπως κυριολεκτικά τον βίωσαν τρεις ιταλοί επιστήμονες που εργάστηκαν για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της περιοχής (Mario Mateucci, Silvia Melleli, Giacomo Ciancabilla). Η εξέταση των δύο διεθνών περιπτώσεων, μας αποκαλύπτει ότι, σε αντίθεση με ό,τι θα περιμέναμε, η αντιμετώπιση της καταστροφής (που ομολογουμένως ήταν αισθητά μικρότερη) έγινε πολύ επιτυχημένα στην Ιταλία, ενώ στην Ιαπωνία, χώρα με έντονη σεισμικότητα και με πολύχρονη παράδοση στην ανάπτυξη και υλοποίηση προτύπων αντιμετώπισης του σεισμικού κινδύνου, το σύστημα αντιμετώπισης εμφάνισε παθογένειες που δυσχέραναν το έργο της αποκατάστασης και εμπόδια που εμείς στην Ελλάδα θεωρούμε, εσφαλμένα όπως αποδεικνύεται, ότι αποτελούν μόνο δική μας κακοδαιμονία, όπως τη γραφειοκρατία, που και στην τεχνολογικά εξελιγμένη Ιαπωνία λειτούργησε ως τροχοπέδη.

Πέρα από την ανατροπή τέτοιων στερεοτύπων, που ίσχυαν τουλάχιστον για εμάς τους μη ειδικούς αναγνώστες, ένα από τα προτερήματα της έκδοσης είναι η διεπιστημονική προσέγγιση του θέματος. Από τον τρόπο με τον οποίο περιγράφεται η αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών αλλά και από τις περιγραφόμενες επιπτώσεις τόσο της καταστροφής όσο και της οικιστικής ανασυγκρότησης εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι απαιτείται η συνέργεια πολλών επιστημονικών κλάδων για την αντιμετώπιση του φαινομένου, και ως εκ τούτου πολλές είναι οι επιστήμες που μπορούν να συμβάλουν στις διάφορες ανάγκες που ανακύπτουν, αναφορικά τόσο με την πρόληψη όσο και με την διαχείριση μιας σεισμικής καταστροφής.

Η οικιστική ανασυγκρότηση είναι ασφαλώς και πρωτίστως ο επανασχεδιασμός, η επαναδιαμόρφωση του δομημένου περιβάλλοντος, τόσο σε μικροσκοπικό επίπεδο (κατοικίες), όπως, και κυρίως, σε μακροσκοπικό, χωροταξικό επίπεδο μέσα από τη δημιουργία των κατάλληλων υποδομών για την ομαλή επαναλειτουργία των οικισμών, και για την επανεκκίνηση και ενδυνάμωση της οικονομικής ζωής. Πέρα από αυτό τον άμεσο στόχο, αυτή η ανασυγκρότηση πρέπει να φροντίζει ώστε αυτός ο καινούριος οικιστικός ιστός να μπορεί να αντέξει την μελλοντική ανάπτυξη της πληγείσας περιοχής σε ευρύ χρονικό ορίζοντα. Και, τέλος, η οικιστική ανασυγκρότηση μετά από έναν σεισμό είναι ουσιαστικά το πρώτο και πιο αποφασιστικό και ουσιαστικό βήμα για την πρόληψη του επόμενου σεισμού, όποτε και αν αυτός συμβεί.

Επομένως οι επιστημονικοί κλάδοι που εμπλέκονται είναι πολλοί. Οι μηχανικοί, οι αρχιτέκτονες, οι πολεοδόμοι και οι χωροτάκτες έχουν ασφαλώς πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς πρέπει να δημιουργήσουν τον σκελετό, τον ζωτικό ιστό της νέας διαμορφούμενης πραγματικότητας. Υπάρχουν όμως και άλλοι κλάδοι που μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά, και στις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο με την παρουσία τους, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη κάθε φορά όπως βλέπουμε σε καθεμιά περίπτωση. Η οικονομική επιστήμη, για να μελετήσει τις οικονομικές επιπτώσεις και να επανασχεδιάσει την οικονομική ανασυγκρότηση, η ψυχολογία και η κοινωνιολογία, που θα μελετήσουν τον ανθρώπινο παράγοντα, η επιστήμη της διοικητικής, που θα πρέπει να διαχειριστεί το άχαρο, γραφειοκρατικό κομμάτι, αλλά και η νομική επιστήμη που θα πρέπει να επεξεργαστεί νομοτεχνικά το κανονιστικό πλαίσιο. Από τις περιπτώσεις που μελετώνται στο βιβλίο βλέπουμε ότι αν αυτές οι «επικουρικές» διαστάσεις δεν λειτουργήσουν σωστά, το έργο της οικιστικής ανασυγκρότησης δυσχεραίνεται εξαιρετικά και συχνά ξεφεύγει από τους στόχους του.

Εξάλλου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η εξέταση του πώς διαχρονικά τα σεισμικά φαινόμενα και οι επιπτώσεις τους επιφέρουν αναθεωρήσεις και καινοτομίες στο νομοθετικό πλαίσιο αντισεισμικής προστασίας (αντισεισμικοί οικοδομικοί κανονισμοί, πολεοδομικές και χωροταξικές ρυθμίσεις, σχεδιασμός των δράσεων πολιτικής προστασίας, οργανισμοί που εκάστοτε ιδρύονται για την πρόληψη και διαχείριση του σεισμικού κινδύνου).

Ιδιαίτερα σημαντικός επίσης και καθοριστικός για την επιτυχία των σχεδίων ανασυγκρότησης είναι και ο τρόπος που κάθε φορά θα λειτουργήσει η κατανομή αρμοδιοτήτων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Ο ρόλος της τελευταίας όπως καταλαβαίνουμε πρέπει να είναι καθοριστικός καθώς έχει καλύτερη εικόνα των πραγματικών αναγκών και ιδιαιτεροτήτων κάθε περιοχής, αλλά από την άλλη μπορεί πιο εύκολα να επηρεάζεται από τοπικιστικά συμφέροντα που στρεβλώνουν τη διαδικασία της ανασυγκρότησης. Από την άλλη η κεντρική εξουσία βρίσκεται πιο μακριά από τα πράγματα και μπορεί να μην σεβαστεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες, αλλά από την άλλη οφείλει να διαθέτει ένα κεντρικό πλαίσιο σχεδιασμού αντισεισμικής προστασίας και να μεταφέρει τεχνογνωσία και οικονομικές, τεχνικές, νομικές και άλλες διευκολύνσεις στην πληγείσα περιοχή. Η μελέτη των επιμέρους περιπτώσεων δείχνει ότι πραγματικά δεν υπάρχει «συνταγή επιτυχίας» για τη σωστή αναλογία συμμετοχής κεντρικής εξουσίας και τοπικής αυτοδιοίκησης. Το βέβαιο είναι ότι απαιτείται να υπάρχει καλή επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ τους, και κατ’ επέκταση με την τοπική κοινωνία (σε επίπεδο επιστημονικών και κλαδικών σωματείων, όπως επιμελητήρια, ιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, εθελοντικές ομάδες της κοινωνίας των πολιτών), αλλά και με την επιστημονική κοινότητα (την παραγόμενη γνώση στον πανεπιστημιακό χώρο). Όσο καλύτερα λειτουργούν αυτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας τόσο καλύτερα είναι και τα αποτελέσματα.

Μπορεί κανείς να διακρίνει μέσα από τις σελίδες του τόμου περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένα παραδείγματα διαχείρισης αυτών των σεισμικών καταστροφών; Είναι πολύ δύσκολο να συγκρίνει κανείς τόσο ανόμοιες μεταξύ τους περιπτώσεις, καθεμιά από τις οποίες είναι ξεχωριστή, όσο κι αν κανείς προσπαθεί να τις ομαδοποιήσει. Οι καταστροφές για παράδειγμα στα Ιόνια Νησιά και στη Σαντορίνη παρότι είναι πολύ κοντινές χρονολογικά έχουν τεράστιες διαφορές λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των περιοχών. Ακόμη και στο ίδιο το σεισμικό γεγονός έχουμε διαφορετικές κατά τόπους επιλογές. Στην Κεφαλονιά για παράδειγμα το 1953 η επιλογή για τα δημόσια κτίρια ήταν να είναι μοντέρνας αρχιτεκτονικής ενώ στη Ζάκυνθο επελέγη να παραπέμπουν στο παρελθόν της πόλης. Οι επιλογές είναι κατά περίπτωση διαφορετικές: αλλού επιλέγεται οι ίδιοι οι πολίτες να ανακατασκευάσουν τις κατοικίες τους με τη βοήθεια δανείων και αλλού, για να αποφευχθεί η πληθυσμιακή διαρροή το κράτος υλοποιεί σε ορισμένους οικισμούς κατασκευαστικό πρόγραμμα (όπως στα Γρεβενά). Αλλού επιλέγεται η μεταφορά οικισμών και αλλού οι οικισμοί παραμένουν σε ασφυκτικά προσεισμικά πλαίσια. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως εκείνη της Καλαμάτας, όπου οι πολεοδομικές παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν έδωσαν στην πόλη νέα όψη, καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και αναπτυξιακή δυναμική. Αλλού πάλι, η νέα όψη που δόθηκε εξαφάνισε τους δεσμούς με το παρελθόν και την ιστορικότητα της περιοχής, όπως έγινε στον Άγιο Ευστράτιο.

Ίσως δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι συχνά μια σεισμική καταστροφή είναι ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του δομημένου περιβάλλοντος, όσο κι αν αυτό ακούγεται οξύμωρο και σαρκαστικό. Το συνηθέστερο, στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι ότι οι πληγείσες περιοχές δεν αξιοποιούν αυτή την οπωσδήποτε μακάβρια αλλά υπαρκτή και ουσιαστική ευκαιρία, κι αυτό σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε διαφορετική αναλογία ευθυνών των εμπλεκόμενων φορέων και παραγόντων. Είναι βέβαιο ότι η αναγκαιότητα της γρήγορης οικιστικής αποκατάστασης σε ένα πιεστικό οικονομικό περιβάλλον, και με την ψυχολογική φόρτιση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι αποφασιστικός παράγοντας. Η μεγάλη προσφορά αυτής της συλλογής μελετών είναι ότι βλέπει τα γεγονότα από την απαραίτητη χρονική απόσταση ώστε να μπορεί να διερευνήσει (ιδιαίτερα για τα παλαιότερα γεγονότα και σε ένα ευρύ χρονικό φάσμα) αυτό που τη στιγμή του εγχειρήματος της αποκατάστασης δεν μπορεί να αποτιμηθεί υπό την πίεση των γεγονότων. Κι αυτό είναι η πραγματική λειτουργία της διαδικασίας ανασυγκρότησης στο πέρασμα του χρόνου. Το καινούριο οικιστικό κέλυφος δημιούργησε ένα φιλόξενο περιβάλλον για τους ανθρώπους, την ιδιωτική και την κοινωνική τους ζωή, τις επιχειρήσεις τους, τις σχέσεις τους με τους γειτονικούς οικισμούς και τα εθνικά δίκτυα; Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να συμβεί αυτό και πώς λειτούργησε το καινούριο αυτό κέλυφος στο πέρασμα του χρόνου;

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι αυτή η αποτίμηση που γίνεται στο βιβλίο αυτό με μια κάποια, μεγαλύτερη ή μικρότερη, χρονική απόσταση, πραγματοποιείται με τη σύμπραξη ανθρώπων από διαφορετικές γενιές και με ποικίλους ρόλους, επιστημονικούς ή διοικητικούς, σε σχέση με την αντιμετώπιση των σεισμικών καταστροφών. Οι συγγραφείς του τόμου είναι πανεπιστημιακοί, ειδικοί επιστήμονες, αλλά και νέοι ελπιδοφόροι επιστήμονες που αναδίφησαν στα αρχεία της εποχής για να συνθέσουν τις μελέτες τους, και επιπλέον άνθρωποι που εργάζονται σε κρατικούς φορείς και κυβερνητικές θέσεις που σχετίζονται με την αντισεισμική προστασία, αλλά και επιστήμονες οι οποίοι συμμετείχαν οι ίδιοι στις διαδικασίες οικιστικής ανασυγκρότησης κατά την τελευταία πεντηκονταετία, οπότε πέρα από όλα τα άλλα έχουν να καταθέσουν και την πολύτιμη μαρτυρία της προσωπικής τους εμπειρίας.

Αυτή η πολύπλευρη σύμπραξη πιστεύω πως προσφέρει στην έκδοση την αρετή της σφαιρικής προσέγγισης του φαινομένου, μέσα από όλους τους εμπλεκόμενους παράγοντες, και καθιστά πιο ενδιαφέροντα τον τόμο τόσο για τον ειδικό επιστήμονα (αρχιτέκτονα, πολεοδόμο, αλλά και τον ερευνητή της νεότερης ιστορίας), όσο και για τον μέσο αναγνώστη - όλοι μας έχουμε βιώσει είτε προσωπικά είτε μέσα από την εικόνα των μέσων μαζικής επικοινωνίας κάποιο ή κάποια από τα γεγονότα αυτά, και αξίζει πραγματικά να δούμε τι πραγματικά συνέβαινε πέρα από τους τίτλους των εφημερίδων και τις κάμερες της τηλεόρασης, και όταν οι τελευταίες έσβησαν για να ασχοληθούν με κάποιο άλλο γεγονός.

Ίσως αυτό που φαίνεται να προκύπτει ως αναγκαιότητα μέσα από τη μελέτη των κειμένων του τόμου είναι ότι η αντισεισμική προστασία και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης σεισμικών καταστροφών οφείλει να είναι διαδικασία διαρκώς ανανεούμενη, η οποία θα ενσωματώνει εκάστοτε την εμπειρία από τη διαχείριση προηγούμενων σεισμικών γεγονότων και ταυτόχρονα θα λαμβάνει υπόψη της τις καινούριες συνθήκες που προκύπτουν από τις εξελίξεις στις επιστήμες της αρχιτεκτονικής, της χωροταξίας και της πολεοδομίας, αλλά και την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα και τις τοπικές ιδιαιτερότητες των περιοχών. Ο αντισεισμικός σχεδιασμός αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εκδηλώσεις του κοινωνικού κράτους – που τόσο συρρικνώνεται διεθνώς στις μέρες μας, και επομένως η πολιτεία, η τοπική αυτοδιοίκηση αλλά και οι επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς και η κοινωνία των πολιτών οφείλουν να αναπτύσσουν διαύλους συνεργασίας, ανταλλαγής εμπειριών και μεταφοράς τεχνογνωσίας ώστε οι πολίτες να ζουν και να συμμετέχουν στην οικονομική και επαγγελματική ζωή σε ασφαλές δομημένο περιβάλλον, που θα δημιουργεί προοπτικές ανάπτυξης. Συνεργασία είναι η λέξη-κλειδί. Και ίσως ο καθένας από μας να αντιληφθεί ότι ο σεισμός δεν αντιμετωπίζεται ατομικά, αλλά συλλογικά. Είναι υπόθεση του καθενός μας να λειτουργούμε συλλογικά μέσα σε ένα οργανωμένο πλαίσιο προστασίας για να θωρακίσουμε τις τοπικές μας κοινωνίες, ουσιαστικά την ίδια τη ζωή μας, από τις συνέπειες ενός φυσικού φαινομένου που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Απλά είναι. Υπάρχει. Συμβαίνει και θα συμβαίνει.

Θα κλείσω αυτή την παρουσίαση με μια λεπτομέρεια από την περιγραφή των συνεπειών της μεγάλης σεισμικής καταστροφής στο Κόμπε της Ιαπωνίας το 1995, όπως περιγράφεται στη μελέτη της Ιφιγένειας Ζάμπα, και αναφέρεται στο «φαινόμενο των kodokushi»:

«Μεγάλος ήταν ο αριθμός των kodokushi, δηλαδή των ανθρώπων που πέθαναν μόνοι τους δίχως να τους αναζητήσει κάποιο οικείο τους πρόσωπο. Το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε σε μεγάλο βαθμό στα καταλύματα που χτίστηκαν για την προσωρινή στέγαση των σεισμοπλήκτων. Τα πτώματα των kodokushi συχνά εντοπίζονταν με αρκετές μέρες καθυστέρηση. […] Στην πλειονότητά τους επρόκειτο για άνδρες ηλικίας 55-65 ετών, πολλοί από τους οποίους αντιμετώπιζαν πρόβλημα αλκοολισμού. Ωστόσο η ιαπωνική κυβέρνηση δεν παρείχε επισήμως εκτενή στοιχεία για τους kodokushi […]».

Ιφιγένεια Ζάμπα «Οι προσπάθειες ανασυγκρότησης μετά τον σεισμό του Kobe. Πολιτικές και προβλήματα», στις σ. 492-3 του βιβλίου.


Αυτό το κείμενο μας θυμίζει ότι ο σεισμός αποτελεί πρωτίστως ανθρωπιστική κρίση. Οι άνθρωποι αυτοί δεν πέθαναν από το σεισμό, πέθαναν στα καταλύματα επειδή κάποιοι τους ξέχασαν. Ό,τι κι αν κάνει ο σεισμός, ό,τι κι αν κάνουν η πολιτεία και η επιστήμη για τη διαχείρισή του, τίποτα δεν μπορεί να χαθεί και τίποτα δεν μπορεί να κερδηθεί αν ο άνθρωπος, ο καθένας από μας δεν είναι έτοιμος στη δύσκολη στιγμή να βάλει το «εμείς» πάνω από το «εγώ» και να σταθεί στους συνανθρώπους του με αγάπη και αλληλεγγύη.

[Παρουσίαση σε εκδήλωση ΙΚΙ – Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, Αργοστόλι, θέατρο Ο Κέφαλος, 16-9-2011].

Ηλίας Α. Τουμασάτος

12/9/11

Κάποιες σκέψεις, από καρδιάς, για το Κοργιαλένειο Ίδρυμα


Δεν μ’ αρέσει να «τοποθετούμαι» δημόσια. Όσοι με γνωρίζουν, το ξέρουν καλά αυτό. Όσοι δεν με γνωρίζουν (ή έχουν επιλεκτική μνήμη) μπορεί και να το παρεξηγούν. Ας είναι. Αυτή τη στιγμή όμως αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μερικές σκέψεις, έτσι, απλά, από καρδιάς, για έναν χώρο στον οποίο πέρασα εννιά και κάτι χρόνια της ζωής μου: Την Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη και το Λαογραφικό Μουσείο, που παραμένουν για περισσότερο από ένα μήνα κλειστά, καθώς οι εργαζόμενες σ’ αυτά προχώρησαν (δικαίως) σε επίσχεση εργασίας, μετά από καθυστέρηση πολλών μηνών, και για πολλοστή φορά, στην καταβολή των μισθών και των ασφαλιστικών εισφορών τους. Στ’ αλήθεια δεν ξέρω αν η άποψη ενός πρώην εργαζομένου στη Βιβλιοθήκη, και τώρα απλού αναγνώστη της, έχει κανένα απολύτως ενδιαφέρον. Το αφήνω στην κρίση σας.

Για την ουσία του προβλήματος που επί χρόνια ταλανίζει το Κοργιαλένειο Ίδρυμα πολλοί συμπολίτες μας έχουν πάρει θέση με ειλικρινές ενδιαφέρον. Ο Πέτρος Πετράτος, π.χ., με σειρά άρθρων του στον τοπικό τύπο ήδη από το 2008, όταν το πρόβλημα ήταν πάλι στην επικαιρότητα, είχε αναφερθεί εκτεταμένα στις βασικές του διαστάσεις, διατυπώνοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Κι είναι τώρα παρήγορο που πλέον, για πρώτη φορά τόσο μαζικά, χάρη στην κινητοποίηση των εργαζομένων, τα ανώτατα όργανα των τοπικών θεσμών (το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά και ο Αντιπεριφερειάρχης) αλλά και κοινωνικοί και συνδικαλιστικοί φορείς έχουν υιοθετήσει ομόφωνα θέση υπέρ μίας λύσης: Του δημόσιου χαρακτήρα Βιβλιοθήκης-Μουσείου, με ταυτόχρονη εξασφάλιση των θέσεων εργασίας του υπάρχοντος (ελάχιστου για τις ανάγκες των δύο Ιδρυμάτων) προσωπικού.

Σίγουρα αυτή δεν είναι η μόνη λύση, είναι όμως μία λύση. Λύσεις σίγουρα υπάρχουν. Πολλές και ποικίλες. Που δεν είναι εύκολο (αλλά ούτε ακατόρθωτο) να επιτευχθούν λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών, και απαιτούν μεθοδικές και στοχευμένες δράσεις. Το μόνο βέβαιο είναι πως η διατήρηση του ισχύοντος καθεστώτος έχει αποδειχθεί πλέον αδιέξοδη. Ο ιδρυτής Μαρίνος Κοργιαλένιος προφανώς ήθελε η Βιβλιοθήκη που φέρει το όνομά του να λειτουργεί άψογα και να εμπλουτίζεται και όχι να «σέρνεται» επαιτώντας μέχρι να κλείσει. Και το ίδιο φαντάζομαι ότι επιθυμούν και η τοπική κοινωνία, η εκπαιδευτική κοινότητα, ο πνευματικός κόσμος, οι αρχές του τόπου, οι εργαζόμενοι και η διοίκηση του Ιδρύματος. Αφού όλοι λοιπόν επιθυμούν το ίδιο πράγμα, ας καθίσουν επιτέλους μαζί σ’ ένα τραπέζιμπορούν, από κοινού και συντονισμένα, σε διάλογο και συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, να σχεδιάσουν και να διεκδικήσουν την καλύτερη δυνατή λύση, που, ανεξάρτητα από τη νομική της φόρμουλα, θα εξασφαλίζει το πραγματικό ζητούμενο: τη σταθερή και μόνιμη χρηματοδότηση Βιβλιοθήκης-Μουσείου που θα επιτρέπει να λειτουργούν σωστά χάριν της κοινωνίας και να ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις, αλλά και την διατήρηση των θέσεων εργασίας του προσωπικού που εγγυώνται ότι το Ίδρυμα θα προωθεί ενεργητικά την έρευνα και τον πολιτισμό με ειδικευμένο προσωπικό και δεν θα είναι απλά ένα κτίριο-μαυσωλείο που θα ξεκλειδώνεται από έναν κλητήρα όποτε απαιτούν οι περιστάσεις.

Για να πραγματοποιηθούν αυτά, ωστόσο, απαιτείται κάτι πιο ουσιαστικό: Να υπάρχει πραγματική θέληση απ’ όλες τις πλευρές. Θέληση για να πάει το ίδρυμα μπροστά, για απαγκίστρωση από το φόβο της αλλαγής, από πατερναλισμούς, εγωισμούς, προσωπικές κόντρες και φιλοδοξίες, αλλά και κοντόφθαλμα «μπαλώματα» χωρίς προοπτική και όραμα. Ίσως αυτή να είναι η τελευταία ευκαιρία.

Όμως είπα ότι θα μιλήσω από καρδιάς και όχι επιχειρηματολογώντας. Ο ίδιος, άλλωστε, ανήκω στο παρελθόν της Βιβλιοθήκης, και όχι στο παρόν ή στο μέλλον της. Πολύτιμες αποσκευές από το παρελθόν, κάποιες εικόνες, που μού θυμίζουν (και πιστεύω όχι μόνο σ’ εμένα) πόσο μεγάλη σημασία έχει για τον τόπο μας το Ίδρυμα αυτό, πόσο πολύτιμο και μοναδικό κεφάλαιο είναι για τον πολιτισμό του νησιού μας η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας.

Μέσα σ’ εκείνο τον υπέροχο κόσμο των βιβλίων και των εκθεμάτων, έχω να θυμάμαι ήχους, φωνές, πρόσωπα… Παιδιά που άνοιγαν με κόπο τη βαριά πόρτα μετά το σχόλασμά τους και έμπαιναν φορτωμένα με τις τσάντες τους στη μεγάλη αίθουσα για να δανειστούν βιβλία ή να μπουν στους υπολογιστές, άλλα παιδιά που με περιέργεια περιπλανιούνταν στον μικρό λαβύρινθο του Μουσείου και παρατηρούσαν μαγνητισμένα τα εκθέματα, που έρχονταν κατά ομάδες στη Βιβλιοθήκη με τους δασκάλους τους για να κάνουν εργασίες, που έκαναν τις εκδηλώσεις τους στο χώρο, απήγγειλαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, έκαναν εκθέσεις με τις κατασκευές τους… Φοιτητές και ερευνητές που έσκυβαν επί εβδομάδες, μήνες πάνω στο αρχειακό και το βιβλιακό υλικό συνθέτοντας τις εργασίες και τις διατριβές τους, κατακόκκινους από τον ήλιο καλοκαιρινούς επισκέπτες που έγραφαν ενθουσιώδη λόγια στο βιβλίο επισκεπτών του Μουσείου κι έπειτα ανέβαιναν στη Βιβλιοθήκη ψάχνοντας με λαχτάρα για την ιστορία της οικογένειάς τους, ή του νησιού, καθηγητές, επιστήμονες και λογοτέχνες που εκφωνούσαν ομιλίες και ανακοινώσεις σε συνέδρια και ημερίδες, ανθρώπους που έρχονταν να χαρίσουν πολύτιμα κειμήλιά τους στο Μουσείο επειδή ένιωθαν ότι ανήκουν σε όλους… Μουσικές από το βάθος, από τα παιδιά που μελετούσαν πιάνο…

Κι όταν η βιβλιοθήκη έκλεινε, κι ο κόσμος έφευγε, λίγο πριν σβήσει το τελευταίο φως, μέσα στη μεγάλη αίθουσα νόμιζες πως ακούς έναν μακρόσυρτο ψίθυρο, σαν μέσα από τα βιβλία να ξετρύπωναν οι φωνές όλων εκείνων που τα έγραψαν, όλων εκείνων που τους είχαμε ταξινομημένους τον έναν πλάι στον άλλον με αλφαβητική σειρά…Ο Παπαδιαμάντης από τον πάνω όροφο της ελληνικής λογοτεχνίας, ο Τσιτσέλης από τα επτανησιακά του κάτω ορόφου, οι καντάδες του Μπουχάγερ από τις παρτιτούρες του παταριού, κι από κάτω, από το Μουσείο, οι κουβέντες όλων εκείνων των ιστορικών προσώπων που συγκατοικούσαν στη μεγάλη αίθουσα με τα πορτραίτα… Όλες αυτές οι φωνές, που υπάρχουν εκεί για να μας θυμίζουν ποιοι είμαστε… όχι μόνο ποιοι ήμασταν. Ενεστώτα βάζω, όχι παρατατικό. Ενεστώτα διαρκείας…

Ίσως κάποιος να με θεωρήσει τρελό που άκουγα, τότε, όλες αυτές τις φωνές. Και να ενισχύσει την άποψή του αυτή αν ακούσει επιπλέον ότι ειλικρινά δεν μπορώ πια να περνάω ούτε απ’ έξω από τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο και να τα βλέπω κλειστά. Δεν το αντέχω. Συναισθήματα; Απέραντη θλίψη, θυμός, απογοήτευση, πικρία… Και υποψιάζομαι ότι είναι κι άλλοι οι «τρελοί» σαν κι εμένα, που νιώθουν το ίδιο. Που δεν μπορούν να πιστέψουν ότι αυτό το φως αφέθηκε τόσο άδικα να σβήσει προσωρινά. Που φοβούνται πως τα μάτια μας σιγά σιγά, μετά την πρώτη αμηχανία, θα συνηθίσουν το σκοτάδι. Πως θα περάσει ο καιρός, και θα πάψουμε ν’ αποζητάμε τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας. Πως θα αποδεχτούμε μοιρολατρικά το τέλος τους. Και θα κλαίμε (με αληθινά ή κροκοδείλια δάκρυα) γι’ αυτά, γράφοντας λαμπρούς επικήδειους και ελεγείες. Και μετά, θα τα ξεχάσουμε, βυθισμένοι στα άλλα προβλήματα της καθημερινότητάς μας.

Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επιτρέψουμε κάτι τέτοιο. Οι βαριές σιδερένιες πόρτες της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου πρέπει να ξανανοίξουν οριστικά. Διάπλατα. Και η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις ώστε το φως τους ν’ ανάψει ξανά, δυνατό και προπαντός καινούριο. Όχι σαν φωτοβολίδα. Αλλά για πάντα. Ώστε οι εργαζόμενοι που τα υπηρετούν, και είμαι σε θέση να ξέρω ότι το κάνουν με πολύ μεγάλη αγάπη, να μπορούν να συνεχίσουν το έργο τους με αξιοπρέπεια και ενθουσιασμό. Και οι άνθρωποι που τα επισκέπτονται να χαίρονται και να απολαμβάνουν σύγχρονες υπηρεσίες, εναρμονισμένες με τον νέο, ψηφιακό κόσμο. Και οι πνευματικές δυνάμεις του τόπου να έχουν ένα ελεύθερο ανοιχτό βήμα έκφρασης, διαλόγου, παραγωγής πολιτισμού, εισαγωγής καινοτόμων δράσεων. Αυτό αξίζει στη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο μας. Αυτό αξίζει στον πολιτισμό του τόπου μας.

Ας σκεφτούμε λίγο παραπάνω εκείνο το «μας». Η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, ως εθνικά κληροδοτήματα, δεν είναι ιδιωτική περιουσία κανενός, αλλά δημόσια περιουσία. Ανήκουν στην τοπική μας κοινωνία. Είναι δικά μας – φτιάχτηκαν από τον ευεργέτη και συντηρήθηκαν από το Ίδρυμα με την αρωγή του κράτους για μας, για όλους μας: Μαθητές, δασκάλους, ερευνητές, φοιτητές, καλλιτέχνες, μουσικούς, λογοτέχνες, για όλους τους πολίτες. Και η ευθύνη για την τύχη τους είναι στα χέρια της τοπικής κοινωνίας. Στα χέρια όλων μας. Ας μην αφήσουμε την τύχη αυτού του πολύτιμου θησαυρού να κυλήσει σαν νεράκι από τα χέρια μας και να εξατμιστεί στο άνυδρο χώμα των καιρών μας.

Ηλίας Τουμασάτος

Σεπτέμβριος 2011

8/9/11

Ο Αλέξης Σολομός και η Κεφαλονιά. Μια μικρή θεατρική ιστορία...

Το κείμενο γράφτηκε το 2004 - το είχε ζητήσει ο φίλος Διονύσης Μουσμούτης για ένα αφιέρωμα στο περιοδικό "Περίπλους" νομίζω. Δεν ρώτησα και δεν έμαθα ποτέ αν δημοσιεύτηκε... Μικρός φόρος τιμής για έναν μεγάλο άνθρωπο του θεάτρου,τον Αλέξη Σολομό.

Η πολιτισμική ιστορία της Κεφαλονιάς γράφεται πλέον στο μεγαλύτερο ποσοστό της έξω από το νησί, απ’ τα παιδιά της, που είτε διωγμένα από τις σεισμικές και άλλες καταστροφές και την ανέχεια, είτε ωθούμενα από τον οδυσσειακό τους γονότυπο, άπλωσαν τα φτερά τους και μεγαλούργησαν (μεγαλουργούν και θα μεγαλουργούν) έξω από τις γεωγραφικές συντεταγμένες του νησιού του Κεφάλου. Ο Αλέξης Σολομός είναι κι αυτός ένα παιδί της Κεφαλονιάς (για να κυριολεκτούμε, ένα δισέγγονο) απ’ τα πολλά που συνέβαλαν στο χτίσιμο, με επτανησιακό ασβεστόλιθο, του οικοδομήματος του νεοελληνικού θεάτρου.

Η γιαγιά Κεφαλονιά έχει πολλές ιστορίες να αφηγηθεί για το εγγόνι της, που πηγαίνουν πίσω γενεές δεκατέσσερις: Σαν κι εκείνη για την οικογένεια των Salamon ή Salomon από την Ιταλία, με ρίζες που φθάνουν στα 700 μ.Χ., που μετανάστευσε από τα πάτρια εδάφη της Βενετίας (ή, κατ’ άλλους, του Σαλέρνο)[1] στην Κεφαλονιά. Η μετακίνηση έγινε, κατά τον Ηλία Τσιτσέλη, γύρω στα χρόνια της φραγκικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, ενώ κατά τον Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή το 1503. Τότε, ο Αντώνιος – Ιάκωβος Salomon ίδρυσε το χωριό Σολομάτα (= το χωριό των Σολομών) στη νοτιοανατολική Κεφαλονιά, στο σημερινό Δήμο Ελειού – Πρόννων[2]. Και οι δύο πάντως συμφωνούν ότι οι εκτάσεις – φέουδα στην περιοχή του Ελειού, παραχωρήθηκαν στην οικογένεια από τη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, κατά την προσφιλή της συνήθεια να επιβραβεύει όσους της είχαν προσφέρει καλές υπηρεσίες, και να εξασφαλίζει την αναγνώριση της επικυριαρχίας της στις κτήσεις της ανά την Ανατολική Μεσόγειο. Ο Αντώνιος – Ιάκωβος Σολομός του Vido έλαβε τα κτήματα αυτά, με απόφαση του βενετικού Συμβουλίου των Δέκα για τη γενναιότητά του στην ανάκτηση του κάστρου του Ναυαρίνου από τις δυνάμεις της Γαληνοτάτης, το 1500[3].

Όπως φαίνεται, η έκταση στην περιοχή εκείνη δεν είναι η μοναδική που είχαν αποκτήσει οι Σολομοί στο νησί της Κεφαλονιάς: Η Σταματούλα Ζαπάντη, αποτυπώνοντας την ανακατανομή των γαιοκτησιών που έγινε μετά την οριστική κατάκτηση της Κεφαλονιάς από τους Βενετούς[4] (1500), δείχνει ότι εκτός από το φέουδο της περιοχής, οι Σολομοί κατέχουν γαιοκτησίες τόσο στις παρακείμενες περιοχές της Λειβαθούς και του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου, όσο και βορειότερα, στις περιοχές της Θηνιάς, της Πυλάρου και της Σάμης, πράγμα που δεν φαίνεται να συμβαίνει στην προ του 1500 περίοδο, οπότε μάλλον η εκδοχή του Ραγκαβή για την έλευση των Σολομών στην Κεφαλονιά πρέπει να είναι εκείνη που επιβεβαιώνεται. Η Σταματούλα Ζαπάντη μας παρέχει ακόμη μία πολύτιμη μαρτυρία: Στο δημοσιευμένο από εκείνη κατάστιχο του νοτάριου Ελειού Σταμάτη Μοντεσάντου, ο «κυρ Ιάκωβος Σολομός» παρίσταται ως μάρτυρας σε νοταριακή πράξη για την εκτέλεση απόφασης του Προβλεπτή επί διαφοράς μεταξύ αγελαδοτρόφων της περιοχής, στις 28-1-1539[5].

Ο Ραγκαβής μας δίνει πολλές πληροφορίες για τη γενιά των Σολομών, που όπως φαίνεται απόκτησαν μεγάλη οικονομική δύναμη από την εκμετάλλευση των εκτάσεων της περιοχής, που είναι από τις πιο εύφορες της ορεινής σε γενικές γραμμές Κεφαλονιάς[6]: Ένας από τους τρεις γιους του γενάρχη των κεφαλονιτών Σολομών Αντωνίου – Ιακώβου, ο Λορέντζος, που γεννήθηκε στα Μεταξάτα της παρακείμενης περιοχής της Λειβαθούς ( γενν. 1545) διετέλεσε μέλος του Συμβουλίου των Ευγενών της Κεφαλονιάς και γράφτηκε στο Λίμπρο Ντ’ Όρο του νησιού στα 1593, όπως κι ο γιος του Βελισσάριος, γεννημένος κι αυτός στα Μεταξάτα γύρω στο 1565, πατέρας του Τζαννή Σολομού, γενάρχη του τέταρτου κλάδου της οικογένειας, γεννημένου γύρω στα 1610. Ο γιος του Τζαννή, ο Μαρίνος (γενν. γύρω στα 1670, αν πιστέψουμε το Ραγκαβή), είδε τη γενιά των Σολομών να πληθύνεται κυρίως από το δεύτερο γιο του Αθανάσιο (περ. 1705), ο οποίος απόκτησε έξι παιδιά, πέντε γιους και μια κόρη, τη Σπεράντζα.

Φευ, από τους πέντε γιους μόνον ένας, πιθανότατα ο Μαρίνος (περ. 1735), απόκτησε απογόνους, τον Αντώνιο (1783) και το Γεράσιμο (1785)[7]. Ο Αντώνιος ήταν ο πατέρας της Χρυσάνθης Σολομού, μετέπειτα συζύγου του πρωτοπόρου του επτανησιακού ριζοσπαστισμού Ηλία Ζερβού – Ιακωβάτου.

Ο Γεράσιμος Σολομός παντρεύτηκε την Αναστασία Λειβαδά και απέκτησε τρεις γιους: Ο βενιαμίν, ο Νέστωρ (περ. 1810-1869), ασχολήθηκε με τα κτήματα της οικογένειας, αλλά εκτός αυτού υπήρξε και ιδιοκτήτης καζίνου, και δεινός πολιτικός: Υπέρμαχος της ριζοσπαστικής ιδεολογίας, αγωνίστηκε για την Ένωση και εξελέγη βουλευτής στις πρώτες εκλογές μετά την Ένωση[8]. Ο μεσαίος, ο Μαρίνος - Παναγής (περ. 1804-1894), δόκτωρ της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, εξέδωσε σπουδαίες νομικές μελέτες στο χώρο του Διοικητικού Δικαίου, με γνωστότερη την γραμμένη στην ιταλική γλώσσα «Γενική Δημοσιονομία της Νήσου Κεφαλληνίας» (Κέρκυρα, 1859)[9]. Ο Μαρίνος, περισσότερο πρακτικό μυαλό από το Νέστορα, είχε ασχοληθεί με τη διαχείριση των κτημάτων της οικογένειας και είχε τη φήμη καταπιεστή των αγροτών.

Ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, ο Αλέξανδρος Σολομός[10] (περ. 1803 – 1885) σπούδασε (όπως κι ο συνονόματος δισέγγονός του) νομικά (δόκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου του Παρισιού) και εξάσκησε τόσο το δικηγορικό όσο και το δικαστικό λειτούργημα. Ο Αλέξανδρος όμως δεν εμέλλετο να μείνει στην Ιστορία για τις δικηγορικές του επιδόσεις (παρότι ήταν σπουδαίος νομικός), ούτε για εκείνες στην ποίηση, την οποία αγαπούσε με θέρμη. Η ιδέα του, στα μέσα της δεκαετίας του 1830, να μετασκευάσει σε θεατρική στέγη το ισόγειο της αρχοντικής οικίας της οικογένειάς του σε κεντρικό σημείο του Αργοστολίου, κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου των Τσιμάρα, χάρισε στην Κεφαλονιά το δεύτερο γνωστό μέχρι σήμερα θέατρό της (έστω και εκ μετασκευής), μετά το θέατρο του Σπυρίδωνος Μπερέττα[11] στις αρχές του 19ου αιώνα: Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «το Θέατρο του Αλέξανδρου Σολομού», για του οποίου την οργανωτική δομή και το ρεπερτόριο έχει προσκομίσει πολύτιμα στοιχεία η αρχειακή έρευνα του ακάματου ιστοριοδίφη της Κεφαλονιάς Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου[12].

Ο Αλέξανδρος κράτησε τον επάνω όροφο του σπιτιού ως κατοικία της οικογένειας. Είχε φροντίσει μάλιστα να υπάρχει μια τρύπα στο πάτωμα για να μπορεί να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στο θέατρό του. Ανεξάρτητα από το κίνητρο της πρωτοβουλίας του αυτής (γι’ άλλους η ικανοποίηση της εκ Βλαχίας γυναίκας του στα πλαίσια του ανταγωνισμού των ευγενών κυριών του Αργοστολίου, γι’ άλλους η αγνή και ρομαντική αγάπη του για το θέατρο και γι’ άλλους μια επενδυτική ευκαιρία για την άσκηση μιας ενδεχομένως επικερδούς δραστηριόητας, καθώς για μια τουλάχιστον δεκαετία οι αρχές και οι φιλόμουσοι της πόλης αναζητούσαν θεατρική στέγη), το θέατρο, υπό την ιδιοκτησία του Σολομού, φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα οργανωμένο και χωροθετημένο ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ιδιαίτερα αγαπητού στα Επτάνησα είδους της ιταλικής όπερας. Το θέατρο Σολομού, που φαίνεται πως φιλοξένησε κυρίως παραστάσεις ιταλικής όπερας με μετακλήσεις ιταλικών θιάσων, αλλά και κάποιες δειλές ντόπιες προσπάθειες. Ο ίδιος ο Σολομός είχε κρατήσει για τον εαυτό του το ρόλο του ιδιοκτήτη του χώρου και όχι του καλλιτεχνικού διευθυντή[13].

Τα όνειρά του Αλέξανδρου Σολομού φαίνεται πως δεν βρήκαν ανταπόκριση στο κεφαλονίτικο κοινό, αφού ακόμη και οι πλούσιοι ενοικιαστές των θεωρείων δυσανασχετούσαν στην καταβολή των «αμποναμέντων» τους. Πρώτοι καταστράφηκαν οικονομικά οι θίασοι και συνακόλουθα και ο ίδιος ο Σολομός, που αναγκάζεται να φύγει από την Κεφαλονιά, πιθανότατα στα τέλη της δεκαετίας του 1850 (έφτασε μέχρι τη Ρωσία μαζί με τα παιδιά του) ενώ οι δανειστές διαμερίζονται τα ιμάτια της εξανεμισμένης περιουσίας του. Το κτίριο στο οποίο στεγάστηκε το θέατρο του Σολομού, και στο οποίο κατοίκησε μετά από καιρό και η οικογένεια του ριζοσπάστη Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου, παρέμεινε για πολλά χρόνια σαν μια σκιά που σιγά σιγά εξαϋλωνόταν μπροστά στη λάμψη του καινούριου θεάτρου «Ο ΚΕΦΑΛΟΣ» που άνοιξε μεγαλόπρεπα τις πόρτες του το 1859.

Μπορεί το θέατρο Σολομού να ερειπώθηκε και να στοίχειωνε χρόνια τη γειτονιά της Αγίας Παρασκευής στ’ Αργοστόλι. Μα, παρά την οικονομική συμφορά και την αυτοεξορία του Σολομού, το μικρόβιο του θεάτρου ήταν μοιραίο να μεταδοθεί και στις επόμενες γενιές: Ο ένας από τους δυο γιους του Αλέξανδρου, ο Θεμιστοκλής, υπήρξε ποιητής και δραματουργός (έργο του ήταν και το δράμα Οι αφανείς κακούργοι)[14], ενώ αναφέρεται ότι έργα του παίχτηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου. Ο άλλος γιος του Αλέξανδρου, ο Μιλτιάδης Σολομός, έφερε στον κόσμο τον Ιωάννη, που έγινε μεταλλειολόγος – μηχανικός. Για όσους μπορεί να πίστεψαν ότι η γενιά του Ιωάννη επέδειξε ισχυρά αντισώματα στον ιό του θεάτρου, ας απαντήσει ο γιος του Ιωάννη, που, σαν και τους προπαππούδες του Μαρίνο και Αλέξανδρο, ξεκίνησε να σπουδάσει νομικά...

Όχι, δεν έγινε Δόκτωρ της Νομικής τελικά. Οι βουλές των ανθρώπων, πολλώ μάλλον όταν έλκουν την καταγωγή τους απ’ αυτό το μυστήριο νησί – είναι απροσδόκητες. Αν το αγαπημένο ρητό του προπάππου Αλέξανδρου ήταν “tocca e passa” (άγγισε και πέρνα), ο δισέγγονός του, γιος του Ιωάννη Σολομού και της Ασπασίας Ηλιοπούλου, ο Αλέξης Σολομός, ακολούθησε ασφαλώς τη συμβουλή του παππού του...

... Και φιλοδώρησε το νεοελληνικό θέατρο μ’ ένα άγγιγμα παρόμοιο μ’ εκείνο του βασιλιά Μίδα.

Αργοστόλι Κεφαλονιάς, Άνοιξη 2004.



[1] Σύμφωνα με τον γενεαλόγο Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή (Rangabè, Eugène Rizo, Livre d’ Or de la Noblesse Ionienne, Volume II (Céphalonie). Athènes: Eleftheroudakis, 1926, σ. 547), ο οποίος παραθέτει απόσπασμα του ιστορικού Λοβέρδου («i Salomon da Venezia, che fondarono la Villa Solomata di Racli), η προέλευση της οικογένειας είναι από τη Βενετία. Αντίθετα, ο Ηλίας Τσιτσέλης (Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α, Αθήνα: Λεωνής, 1904 σσ. 607-608) παραπέμπει σε άλλες πηγές προκειμένου να στηρίξει την καταγωγή της οικογένειας από το Σαλέρνο. Ο Mihail-Dimitri Sturdza (Dictionnaire historique et généalogique des grandes familles de Grèce, dAlbanie et de Constantinople, σ. 404) αποφεύγει να πάρει θέση για την προέλευση και διαχωρίζει την γραμμή Κεφαλληνίας από τη γραμμή της Κρήτης και Ζακύνθου, από την οποία προέρχεται και ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Βλ. και τις παρατηρήσεις του Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου για την οικογένεια Σολομού στο άρθρο του Οι οικογένειες των κορυφαίων ριζοσπαστών της Κεφαλονιάς. Συγγενικές και ιδεολογικές σχέσεις (“Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας Ελλάδος”, αρ. 7, 1988, σσ. 74-76.

[2] Ο συνοικισμός «Σολωμάτα» (με «ω») συναντάται μέχρι και τον 20ό αιώνα ανάμεσα στους οικισμούς που συναπάρτισαν, το 1912, την Κοινότητα Αγίας Ειρήνης. Ο συνοικισμός απογράφεται και στην Εθνική Απογραφή του 1920, και εμφανίζει 63 κατοίκους. Έκτοτε δεν εμφανίζεται σε Εθνικές Απογραφές. Βλ. Υπουργείο Εσωτερικών (επιμ.): Στοιχεία συστάσεως και εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων (από της εφαρμογής του Νόμου ΔΝΖ’ του έτους 1912 και εφεξής), αρ. 24 (Νομός Κεφαλληνίας), Αθήναι: ΚΕΔΚΕ, 1962, σσ. 44-45. Ο Γ. Ν. Μοσχόπουλος (Ιστορία της Κεφαλονιάς, τόμος πρώτος (από τα αρχαία χρόνια ως το 1797), Αθήνα: χ.ό, 1985, σ. 162), παραπέμποντας σε φοροδοτικό πίνακα της Κεφαλονιάς που είχε δημοσιεύσει ο Ν. Μοσχονάς (Φοροδοτικός πίνακας της Κεφαλονιάς του έτους 1678, στο «Δελτίον της Ιονίου Ακαδημίας», τόμος Α, Κέρκυρα, 1977, σσ. 85- 123) συγκαταλέγει τα Σολομάτα σε ομάδα οικισμών παλαιοτέρων του 17ου αιώνα, που δεν υφίστανται σήμερα.

[3] Βλ. Ζαπάντη, Σταματούλα: Κεφαλονιά 1500-1571. Η συγκρότηση της κοινωνίας του νησιού, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 1999, σ. 203 και στο ίδιο σσ. 197 επ. για τη γαιοκτησία στην Κεφαλονιά τη συγκεκριμένη περίοδο.

[4] Βλ. Ζαπάντη, Σταματούλα, ό.π., σ. 224, χάρτης 7.

[5] Βλ. Ζαπάντη, Σταματούλα: Μοντεσάντος (Δε) ιερέας Σταμάτιος νοτάριος Ελειού. Κατάστιχο 1535-1553, Αργοστόλι: ΓΑΚ-Αρχεία Νομού Κεφαλληνίας, 2002, σ.43, αριθ. πράξεως 46.

[6] Όλα τα γενεαλογικά στοιχεία που παραθέτουμε για τη γενιά των Σολομών μέχρι τον προπάππο συνονόματο του Αλ. Σολομού προέρχονται από τον Ραγκαβή (ό.π., σ. 547-548 και 552-554). Ο Ραγκαβής επικαλείται το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας για να ισχυριστεί ότι κανένα ίχνος της οικογένειας στην Κεφαλονιά δεν εμφανίζεται πριν από το 1500). Για την αξιοπιστία όμως των – πολύτιμων σε κάθε περίπτωση – πληροφοριών του Ραγκαβή έχουν διατυπωθεί σοβαρές επιφυλάξεις: Bλ. Πεντόγαλος, Γεράσιμος: Θελημένες και αθέλητες παραποιήσεις γενεαλογικών δένδρων( Οι περιπτώσεις των κεφαλληνιακών οικογενειών Δελλαπόρτα, Ιγγλέση και Μεταξά), στα Πρακτικά Γ΄ Πανελληνίου Συμποσίου Γενεαλογικής και Εραλδικής Επιστήμης («Δελτίον Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρείας Ελλάδος», αρ. 11, 2001, σσ. 49-57).

[7] Ο Ραγκαβής (ό.π. σ. 552-553) στο μεν γενεαλογικό δένδρο αναγράφει τους Αντώνιο και Γεράσιμο ως γιους του Γεράσιμου Σολομού, ενώ στην ανάλυση ως γιους του Μαρίνου (πράγμα πιο πιθανό, αφού αν οι ημερομηνίες είναι σωστές, αν ήταν γιοι του Γεράσιμου θα πρέπει να τους είχε αποκτήσει σε ηλικία 19 και 21 ετών ανίστοιχα). Ειδικά ο Γεράσιμος Σολομός αναγράφεται ως “fils presumé de Marino”.

[8] Βλ. Δεμπόνος, Αγγελο-Διονύσης, ό.π., σσ. 75-76 και του ιδίου 1837-1856:Είκοσι χρόνια θεατρική ζωή στην Κεφαλονιά (Από ανέκδοτα έγγραφα), στο «Παρνασσός» ΚΣΤ (1984) σ. 482, υποσ. 2.

[9] Salomon, Marino. La statistica generale dell’ isola di Cefalonia.Corfu: Tip. Jonia”, 1859. Βλ. και την ελληνική μετάφραση από από τον Παναγή Άννινο Καβαλιεράτο (Γενική Δημοσιονομία της Κεφαλληνίας, Αθήναι: χ.ο., 1996). Αναλυτικά βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία για τον Μαρίνο Σολομό βλ. στον Τσιτσέλη, ό.π., σ. 608-611.

[10] Βιογραφικά του Αλέξανδρου Σολομού βλ. στον Τσιτσέλη, ό.π., σ. 607-608.

[11] Βλ. Ευαγγελάτος, Σπύρος: Το θέατρον του Σπυρίδωνος Μπερέττα (Κεφαλληνία, 1805 – ci.1825) στο «Λειμωνάριον – Προσφορά εις τον Καθ. Ν. Β. Τωμαδάκην» («Αθηνά» ΟΓ-ΟΔ), 1973, σσ. 457-477.

[12] Για το θέατρο του Αλέξανδρου Σολομού (αρχιτεκτονική, διοικητική οργάνωση, ρεπερτόριο κλπ.) αλλά και τις δικαστικές περιπέτειες του ιδιοκτήτη του βλ. Δεμπόνος, Αγγελο-Διονύσης: 1837-1856:Είκοσι χρόνια θεατρική ζωή στην Κεφαλονιά (Από ανέκδοτα έγγραφα), στο «Παρνασσός» ΚΣΤ (1984), σσ. 482-515, του ιδίου Στοιχεία για τη θεατρική στέγη στην Κεφαλονιά (Από ανέκδοτα έγγραφα) στο «Κεφαλληνιακά Χρονικά», τ. 2, 1977, σσ. 111-119, και του ιδίου Το θέατρο «Ο Κέφαλος» του Αργοστολίου 1858-1943. Οι μηχανισμοί ιδρύσεως και λειτουργίας του. Αργοστόλι: ΔΕΠΑΨ, 1993, σσ.17-24, όπου από πλούσια αρχειακή έρευνα στο Ιστορικό Αρχείο της Κεφαλονιάς παρέχονται πολύτιμες πληροφορίες για τη λειτουργία του θεάτρου και το ρόλο του Σολομού. Βλ. επίσης Ευαγγελάτος, Σπύρος: Ιστορία του Θεάτρου εν Κεφαλληνία 1600-1900. Εν Αθήναις: Ε.Κ.Π.Α., 1970, σσ. 168-174, Φεσσά – Εμμανουήλ Ελένη: Η αρχιτεκτονική του νεοελληνικού θεάτρου 1720-1940, τ. Α, Αθήνα: χ.ο., 1994, σσ. 192-194, Λάσκαρης Νικόλαος: Ιστορία του Νεοελληνικού θεάτρου, τ. Β, Αθήναι: Βασιλείου, 1939, σσ. 85-86, Λορεντζάτος Π.: Το θέατρο στην Κεφαλονιά, στο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», 1928, σσ. 454-455 και Λαυράγκας, Διονύσιος: Το παληό θέατρο. Στο «Παγκεφαλληνιακόν Ημερολόγιον», έτος πρώτον, 1937, σσ. 54-56. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει στο συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο της εγγονής του Σολομού Μαρίας Μ. Σολομού Το πρώτο θέατρο της Κεφαλονιάς. Ιδρύθηκε στα 1838 από τον Αλέξανδρο Σολομό. Διέθετε 500 θέσεις και δύο σειρές θεωρεία, στο «Θέατρο» (Κ. Νίτσου), έτος Γ, αρ. 14, Μάρ.- Απρ. 1964 σσ. 42-43.

[13] Βλ. ιδίως τις παρατηρήσεις στα σχετικά άρθρα του Αγγελο-Διονύση Δεμπόνου (όπως υποσημ. 12).

[14] Βλ. Τσιτσέλη, ό.π., σ. 871, και στο λήμμα «Σολομός Αλέξανδρος (Αλέξης) του Ιωάννη» στο Κεφαλονιά – Ιθάκη. Βιογραφικό Λεξικό. Αθήνα: Λαογραφική Αναζήτηση, 1995, σ. 235.

4/9/11

Γούρι από φελλό

Γούρι από φελλό

της Βίκυς Γεωργοπούλου

Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2007


-Μάλλον θα σκάει ο φελλός, μουρμούρισε. Ελπίζω να σταματήσει εδώ, να κρατηθεί ακέραιο το ρόδι. Ξέρεις, Χαρά, αυτό το γούρι μ’ άρεσε τόσο που δεν μπόρεσα να μην το αγοράσω. Σκεφτόμουνα, βέβαια, πως ο φελλός θα σάπιζε, αν δεν ήταν τελείως στεγνός όταν τον τύλιγαν στο ασήμι. Ρισκάρισα όμως. Μπορεί ν’ αντέξει μια ζωή σκέφθηκα, μπορεί δύο ή μισή και λιγότερη. Τι σημασία έχει, ίσως και να μην τελειώνουν όλα κάποτε, απλά ν’ αρχίζουν άλλα, άγνωστα που δεν μπορούμε να τα δούμε.

Είναι ένα απόσπασμα από το «Γούρι από φελλό», το διήγημα της Βίκυς Γεωργοπούλου που έχει δώσει και τον τίτλο στην καινούρια της συλλογή διηγημάτων, που παρουσιάζουμε απόψε. Μια συλλογή που έρχεται οχτώ χρόνια μετά τη συλλογή «Το νησί του νου» (1999) και δεκατρία χρόνια μετά την πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Κράτος Κεραιών» (1995). Η συγγραφέας μένει πιστή στο δυσκολότερο ίσως λογοτεχνικό είδος, το διήγημα, που καλείται να συμπυκνώσει με αφηγηματική οικονομία σε λίγες σελίδες όχι μόνο τη μικρή του ιστορία, αλλά και όλη την προϊστορία των πρωταγωνιστών του. Μόνο που σ’ αυτή τη συλλογή επιλέγει να βρεθεί πιο κοντά στην πραγματική πραγματικότητα, αφήνει για λίγο κατά μέρος τους ήρωες, τις ηρωίδες και τους τόπους με τα παραμυθένια ονόματα που πρωταγωνιστούσαν στις δυο προηγούμενες συλλογές, και ρίχνει το λογοτεχνικό της βλέμμα στην καθημερινότητα.

Αυτό, εκ πρώτης όψεως. Διαβάζοντας ωστόσο ανάμεσα στις γραμμές ανακαλύπτουμε άλλο ένα λογοτεχνικό παιχνίδι της συγγραφέως. Ο παραμυθένιος και μαγικός κόσμος των προηγούμενων διηγημάτων είναι καλά κρυμμένος πίσω από τα καθημερινά γεγονότα, αυτά που όλοι λίγο πολύ έχουμε ζήσει. Η πραγματική πραγματικότητα, σαν ένα γούρι από φελλό, συχνά ραγίζει, και τότε από μέσα της ξεχύνονται άλλες πραγματικότητες. Αυτές που κατοικούν και αναπτύσσονται δίπλα μας χωρίς να τις ξέρουμε, αυτές που ανέκαθεν κατοικούν μέσα μας και συχνά χρειαζόμαστε ένα σοκ για να τις αναγνωρίσουμε, τις πραγματικότητες του φυσικού κόσμου γύρω μας, αλλά και αυτές που εδράζονται πέρα από τον κόσμο μας, στο επίπεδο του μεταφυσικού, αλλά με κάποιο μυστηριακό τρόπο τρυπώνουν στη ζωή μας και την επηρεάζουν. Και τότε απλά καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για μία πραγματικότητα – είναι σαν να προσπαθούσαμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας ή τον κόσμο μόνο από μία οπτική γωνία.


Το γούρι από φελλό είναι ένα ρόδι από φελλό κι ασήμι, δώρο στην ηρωίδα του διηγήματος από μια κάτοικο της περιοχής όπου μόλις έχει μετακομίσει. Ένα γούρι που σιγά σιγά αρχίζει να σπάει, μαζί με τα στερεότυπα που η ηρωίδα έχει πλάσει στο μυαλό της και για τη γειτονία, και για εκείνη τη γυναίκα. Ένας εισβολέας στο καινούριο σπιτικό, η γειτόνισσα και το δώρο, το γούρι της. Ένας εισβολέας στην καινούρια γειτονιά, η ηρωίδα. Όλοι επιχειρούν να κρατήσουν τις γραμμές άμυνάς τους κι όλοι, ο καθένας από τη θέση του, να επιτεθούν. Δύο κόσμοι, ένας ατομικός και ένα σύνολο από πολλούς ατομικούς μαζί, υποδέχονται μια καινούρια κατάσταση. Μέσα στην καινούρια κατάσταση αυτό που κυριαρχεί είναι οι «πρώτες εικόνες», τα πρώτα στερεότυπα που δημιουργούμε για τον άλλο, αυτά που πάντα σκαρώνουμε στο μυαλό μας με ελλιπείς και αποσπασματικές πληροφορίες και τελικά καθορίζουν τη στάση μας απέναντι στους ανθρώπους γύρω μας. Άλλους τους ευνοούμε, άλλους τους αδικούμε. Συμβιώνοντας με τους γύρω μας ανθρώπους προσπαθούμε να ανεχτούμε πράγματα που κατά βάθος δεν αντέχουμε – κι όσο οι ατομικότητες και οι μοναξιές μας γίνονται μεγαλύτερες, τόσο η ανεκτικότητά μας λιγοστεύει. Ζητούμε τον δικό μας, προσωπικό ζωτικό χώρο – κάθε εισβολή, ακόμη κι αυτή του γείτονα για καφέ, κέηκ και ακατάσχετη πολυλογία γίνεται αφόρητη. Αλλά κι αυτό το αφόρητο δούναι και λαβείν, μόλις διακοπεί, μόλις σιγήσει, πάλι μας ενοχλεί, αυτή τη φορά με την ίδια του την έλλειψη. Κι όταν καταλάβουμε ότι μόλις έσπασε το ρόδι της καλής τύχης μας αποκαλύπτεται η άλλη, η πραγματική πραγματικότητα του φλύαρου γείτονα, η καλά κρυμμένη του δυστυχία, μπορεί να γινόμαστε σοφότεροι, γινόμαστε όμως και αυτό που δεν επιδιώκαμε, αλλά τελικά επιθυμούμε. Μόνοι.

Ένα ντόμινο από χιλιάδες κομμάτια που κάποια στιγμή, ανεπαίσθητα και αθόρυβα γκρεμίζονται, ισορροπίες που μοιάζουν παγιωμένες και τελικά καταστρέφονται για χάρη της ίδιας της ισορροπίας, αυτό συναντάμε στο «Ντόμινο», ένα άλλο διήγημα της συλλογής. Δυο παράλληλοι κόσμοι εντός, εκτός και επί τα αυτά. Ένας σκηνοθέτης με επιτυχημένη καριέρα, που βασανίζεται για να φέρει σε πέρας την μεγαλεπήβολη σκηνοθετική του ιδέα: να γυρίσει μια σκηνή γάμου ανάμεσα σε νεκρούς και ζωντανούς. Μια ιδέα, ένας στόχος πρακτικά ανέφικτος, σκηνοθετικά όμως, στην επίπλαστη πραγματικότητα της οθόνης, εφικτός. Παράλληλα, η οικογένειά του, με προεξάρχουσα τη γυναίκα του, που βιώνει την αγωνία του και τις συνέπειές της μέχρι να δοθεί η τελική λύση. Το κυνήγι μιας πλαστής αλήθειας συχνά μας γίνεται εμμονή. Το όραμά μας για δημιουργία, δημιουργία πραγμάτων που στον δικό μας αξιακό κώδικα κατέχουν υψηλή θέση συχνά υπερσκελίζει τον πραγματικό μας κόσμο. Η χαρά της δημιουργίας κάποτε γίνεται πιο απαραίτητη για την επιβίωσή μας από τη χαρά της ζωής. Κι όχι μόνο αυτό. Συχνά μας εμποδίζει να χαρούμε και να απολαύσουμε αυτά που η ζωή μας έχει χαρίσει και θεωρούμε αυτονόητα και δεδομένα, την αγάπη της οικογένειάς μας, τα παιδιά μας. Φτιάχνουμε καινούρια οικοδομήματα από ιδέες και όνειρα και αφήνουμε τον πραγματικό μας κόσμο να σκουριάσει, να αραχνιάσει, τον υποχρεώνουμε καμμιά φορά ακόμα και να καταστραφεί για να υπερασπίστεί το άυλο όραμά μας. Αξίζει;

Τα καινούρια όνειρα και το απροσδόκητο που τα ξεθωριάζει πρωταγωνιστούν και στο διήγημα «Το Σιλό». Μόνο που εδώ τα ξεθωριάζουν ο χρόνος, αλλά και ένας απροσδόκητος μουσαφίρης. Ένα ξεχασμένο παλιό σιλό γίνεται το πεδίο των ονείρων και επιχειρηματικών στόχων ενός φιλόδοξου τριαντάρη νεαρού. Το ίδιο σιλό, με το μυστήριο που εκπέμπει το σκοτάδι κι οι θόρυβοι μέσα του, ελκύει και την άλλη ηρωίδα, μια ασφαλίστρια. Παραπέρα, ένα αεροδρόμιο. Τρεις κόσμοι μαζί, ανθρώπινοι, κι άλλος ένας, ο κόσμος των πουλιών, ο κόσμος των θορύβων που ακούγονται μέσα από το σιλό. Εισβολείς οι ανθρώπινοι ήρωες στον κόσμο του παλιού σιλό. Εισβολείς και οι παλιοί κάτοικοι, τα πετεινά της άλογης φύσης. Αθέλητοι εισβολείς, δίχως πρόθεση να βλάψουν. Άδολοι εισβολείς, σαν το τυχηρό, το αδόκητο, που έρχεται να χαμογελάσει ειρωνικά σε όλα τα μεγαλεπήβολα σχέδια των ανθρώπων, που έρχεται να γκρεμίσει το καλοσχεδιασμένο business plan μ’ έναν τρόπο που κανείς οικονομολόγος δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Οι άνθρωποι συχνά διαλέγουμε να αναμετρηθούμε με την τύχη μας έχοντας κατά νου μόνο αυτά που η δικιά μας λογική μπορεί να προβλέψει ως πιθανά εμπόδια. Μα υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος γύρω μας που δεν είναι φτιαγμένος με τη δικιά μας λογική, που υπακούει στους δικούς του κανόνες, που χωρίς καμμία πρόθεση εναντίον μας μπορεί να γκρεμίσει τα όνειρά μας – να τα μεταμορφώσει σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα ρημαγμένο σιλό πλάι σ’ ένα μεγάλο αεροδρόμιο.

Ένα αεροδρόμιο, τόπος οικείος για την συγγραφέα λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας, θα αλλάξει τις ζωές των πρωταγωνιστών στο επόμενο διήγημα με τον παράξενο τίτλο «ΕΝ ΚΑΠΛ» - η δεύτερη λέξη του διηγήματος είναι τα αρχικά του Κρατικού Αερολιμένα της Αστυπάλαιας, του τόπου όπου διαδραματίζεται το διήγημα. Το νησί, ο ένας κόσμος των ηρώων. Εκεί που οι δυσκολίες της ζωής τους αναγκάζουν να φύγουν για χρόνια στο εξωτερικό. Ο άλλος κόσμος των ηρώων, στον οποίο ζουν παράλληλα κι έναν τρίτο κόσμο – τον κόσμο των αναμνήσεων από το νησί (έναν κόσμο που κρατάει με το φίλτρο της νοσταλγίας όλα τα καλά εκείνης της ζωής και αφήνει πίσω του την ανέχεια). Ανάμεσα σε όλους αυτούς, και ένας μεταβατικός κόσμος, ο κόσμος εν πλω. Ο κόσμος στο καράβι της φυγής. Ο κόσμος όπου πλάθονται τα σχέδια για το μέλλον, γιατί από το νησί φεύγεις δίχως πλάνο, δίχως πρόγραμμα. Κι αυτά τα σχέδια, ένας ακόμα κόσμος… Κι έπειτα, η επιστροφή στο νησί… Μια καινούρια πραγματικότητα, που φέρνει ένα γεγονός πέρα από όλους εκείνους τους κόσμους. Το καινούριο αεροδρόμιο, ένας τόπος φυγής και τόπος επιστροφής. Μια μεγάλη πλατφόρμα που σε πάει και σε φέρνει, που σού φτιάχνει καινούρια σχέδια, που ορθώνεται δίπλα στον παλιό σου, εκείνο τον πρώτο κόσμο, και τον κάνει, χωρίς ο ίδιος ν’ αλλάξει τίποτα πάνω του, να φαίνεται καινούριος. Κι όλοι αυτοί οι κόσμοι, που κατοικούσαν εντός των ηρώων και πλάθονταν σε κάθε φυγή τους, από εδώ ή από εκεί, ξαφνικά βρίσκουν μια μεγάλη πίστα για να σταθούν ο ένας δίπλα στον άλλο. Όχι για να καταργηθούν. Αλλά για να γεννήσουν έναν καινούριο κόσμο, εκεί, σ’ εκείνη την πίστα, όπου τίποτα δεν μπορεί να σταθεί για πολύ.

Αν ένα αεροδρόμιο είναι τόπος μετάβασης – μια κηδεία είναι μια τελετουργία μετάβασης. Η Λαμπετώ, η ηρωίδα του ομώνυμου διηγήματος, οργανώνει μια κηδεία-πανηγύρι στον τόπο καταγωγής της. Ανήκει και εκείνη στην κατηγορία των ανθρώπων του προηγούμενου διηγήματος, που έφυγαν από την πατρίδα τους για να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια και τη δυστυχία. Η Λαμπετώ γυρίζει νεκρή στον παλιό της κόσμο. Επιχείρησε να γυρίσει και ζωντανή, αλλά δεν βρήκε τίποτα όρθιο από αυτόν κι έφυγε τότε άρον άρον. Η θριαμβευτική της επιστροφή μοιραία διαθέτει, εξιδανικευμένα, τα κομμάτια του παλιού της κόσμου σε συνδυασμό με τη δόξα και τα πλούτη που της χάρισε ο καινούριος. Εκτός από αυτά, ο νέος της κόσμος της χάρισε και αρρώστεια Στον νέο κόσμο που πάει μπορεί να πάρει μαζί της μόνο μερικά κτερίσματα. Επιλέγει λοιπόν μνημεία όλων εκείνων των εποχών. Όχι εξιδανικευμένα – δεν έχουν νόημα οι αναμνήσεις όταν μεταβαίνεις σε έναν κόσμο χωρίς αναμνήσεις και χωρίς μέλλον. Επιλέγει τον πληθωρισμό της καινούριας της ζωής, και την ανέχεια της παλιάς της ζωής. Ό,τι παίρνει μαζί της είναι όλο της το παρελθόν, όχι κρισαρισμένο από τη νοσταλγία, αλλά με όλο του το βάρος, όλα του τα αγκάθια. Όχι πολλά αισθήματα. Εκεί, δεν τα χρειάζεται. Περισσότερα υλικά. Αυτά που έφτιαξαν τους δυο κόσμους της, και τον παλιό και τον καινούριο, τα παίρνει μαζί της σαν το χώμα που κουβαλάει ο μετανάστης από την πατρίδα στα ξένα.

Το διήγημα που άφησα για το τέλος δεν μας μιλά, όπως τα προηγούμενα, για μεγάλες χωρικές μεταβάσεις, για κόσμους που απέχουν δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μεταξύ τους. Εδώ, στο διήγημα «Ένα μεγάλο βήμα», το διήγημα που ανοίγει το βιβλίο, για να συντελεστεί η μετάβαση δεν χρειάζεται παρά μόνον ένα γλίστρημα. Θα μπορούσε να συμβεί και στον καθέναν από μας, και σας συνιστώ, αν σας συμβεί, αφού πρώτα ευχηθώ να μη χτυπήσετε, να το εκμεταλλευθείτε δεόντως. Ας μεταφερθούμε στο σκηνικό: Μετά από μια ξαφνική νεροποντή, που σας έχει καθυστερήσει από πολλές δουλειές, πασχίζετε να τα προλάβετε όλα, γιατί έχετε και δουλειά μετά, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, οπότε, όπως και η ηρωίδα του διηγήματος, αρχίζετε να τρέχετε μέσα στην πόλη, που έτσι κι αλλιώς έχει παραλύσει μετά τη βροχή και τίποτα δεν λειτουργεί σωστά. Οι δρόμοι της πόλης έχουν γίνει ποτάμια κι εσείς κάνετε ένα μεγάλο βήμα για να αποφύγετε το ανεπιθύμητο πλατσούρισμα… και συμβαίνει το μοιραίο. Εσείς οριζοντίως, και με τα πράγματά σας σκόρπια παντού τριγύρω, μέσα στον μικρό χείμαρρο από νερό και λάσπη των βουλωμένων υδρορροών – δηλαδή μέσα στη λίμπα που προσπαθήσατε, κάνοντας το μεγάλο βήμα, να αποφύγετε. Συμβαίνει και στην πραγματική ζωή – και όχι μόνον όταν βρέχει, να λουζόμαστε αυτό που παλεύουμε να αποφύγουμε. Κι εκεί, όση ώρα είστε μέσα στο χαντάκι, ο χρόνος να σταματάει, και ξαφνικά να παρουσιάζονται μπροστά σας, με τρόπο που συμβαίνει επίσης και στα όνειρα, οι άνθρωποι και οι κόσμοι που για ολόκληρη τη ζωή σας κατοικούν στην ψυχή σας – ξεπηδούν από τα διαβάσματά σας αλλά και από τα αισθήματα και τους πιο κρυφούς πόθους σας. Σας παίρνουν μαζί τους από περίεργους δρόμους, από εκεί που δεν είχατε προγραμματίσει, αλλά πάντα θέλατε να περάσετε. Σ’ αυτόν τον παρένθετο χρόνο, που μοιάζει με τον παρένθετο χρόνο του καρναβαλιού ή του ονείρου, βρίσκουν την ευκαιρία να ζωντανέψουν όσα δεν χωρούσαν στον κανονικό σας χρόνο, σ’ αυτόν που θα κυλούσε ασταμάτητα και θα σας πίεζε ασφυκτικά αν δεν είχατε επιχειρήσει εκείνο το μεγάλο βήμα, πιστεύοντας ότι θα κερδίσετε χρόνο. Κερδίσατε χρόνο, άραγε;

Κόσμοι εντός κι εκτός, παλαιοί και καινούριοι, φυσικοί και υπερφυσικοί, παράλληλοι και τεμνόμενοι. Κόσμοι δικοί μας. Κόσμοι που επιχείρησε να δει η Βίκυ Γεωργοπούλου εστιάζοντας σε ιστορίες που σε όλους μας στην ουσία τους κάτι θυμίζουν, γιατί ίσως περιέχουν ένα δικό μας βίωμα. Κόσμοι που δεν έχουν γωνίες. Η αίσθησή μου, ως απλού αναγνώστη, είναι ότι η συγγραφέας ατενίζει τους κόσμους αυτούς με ένα μάτι ψύχραιμο και γαλήνιο – ίσως σε αυτό την βοηθάει η ιδιότητά της ως μαθηματικού. Τα μαθηματικά μας βοηθούν να κατανοήσουμε την αρμονία του κόσμου που συχνά είναι μακριά από την εικόνα που έχουμε εμείς για την αρμονία. Η διάψευση των ονείρων, τα πισωγυρίσματα, οι πανηγυρικές κηδείες, οι αδόκητες ανατροπές που αλλάζουν τη ζωή μας, μπορεί να μας δυσκολεύουν να συμβιβαζόμαστε μαζί τους, ωστόσο είναι κι αυτές ένα κομμάτι της αρμονίας που συγκρατεί τους πολλούς κόσμους που υπάρχουν γύρω μας, αλλά και εκείνους που βρίσκονται εντός μας. Η προσωπική μου αίσθηση είναι ότι η συγγραφέας αντιμετωπίζει αυτή την πραγματικότητα με μια στωικότητα που δεν είναι καθόλου μοιρολατρική, αλλά που επιχειρεί να διεισδύσει μέσα στην αλήθεια όλων αυτών των απλών και μικρών καθημερινών πραγμάτων.

Ίσως γιατί αυτή η αλήθεια, απ’ όσο πιο κοντά την βλέπει κανείς, τόσο λιγότερο μονοδιάστατη φαίνεται. Μοιάζει μ’ ένα καλειδοσκόπιο, που με μια μικρή κίνηση, όχι απαραίτητα δική μας, φαίνεται ολότελα διαφορετικό. Αλλά και πριν και μετά την κίνηση, το καλειδοσκόπιό μας ήταν και είναι το ίδιο αληθινό. Κι η αρμονία του είναι άλλη κάθε φορά, συχνά φωτεινή, συχνά σκοτεινή, συχνά ακέραιη, συχνά ραγισμένη, σαν το γούρι από φελλό, ακόμη και τότε όμως είναι πάντα αρμονία.

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Δημοτικό Θέατρο Αργοστολίου «Ο Κέφαλος», Αργοστόλι 21-7-2008


Ηλίας Τουμασάτος

Ιούλιος 08