Αναζήτηση στο ιστολόγιο

28/10/11

Ένας αλλιώτικος πανηγυρικός για μια αλλιώτικη επέτειο


Το κείμενο που ακολουθεί εκφωνήθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό Αργοστολίου στις 28-10-2011, ως πανηγυρικός της ημέρας:

Από τα χιλιάδες γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, έξι χρόνια που η ανθρωπότητα παραδόθηκε στο μίσος, το αίμα και τη βαρβαρότητα, μα και από τα πάμπολλα γεγονότα που σημάδεψαν τον φοβερό εκείνο πόλεμο στην Ελλάδα, από το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου μέχρι την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων, στο μυαλό και την ψυχή όλων μας υπάρχουν πολλά και ποικίλα ερεθίσματα: εικόνες από επίκαιρα της εποχής και από βιβλία, αλλά και παρμένες από αναμνήσεις των παλαιοτέρων, χρονολογίες, γεγονότα, ονόματα προσώπων και μαχών. Ηρωικές στιγμές των Ελλήνων στο αλβανικό μέτωπο και την Εθνική Αντίσταση, πείνα, δυστυχία και αρρώστιες στα μετόπισθεν, θηριωδίες των κατακτητών, διπλωματικά παιχνίδια των συμμάχων. Κατοικούν στη μνήμη μας άλλοτε πιο συγκεκριμένα, άλλοτε πιο αφηρημένα, ένα ποτάμι από εικόνες και λέξεις που συγκροτούν τη συλλογική μας μνήμη.

Απ’ όλα αυτά τα γεγονότα, απ’ όλες αυτές τις εικόνες και τις λέξεις που κατοικούν στο μυαλό μας, αν μας ζητούσε κανείς, σήμερα, να βρούμε μία μόνο φράση που θα έκλεινε μέσα της ολόκληρο το νόημα της γιορτής, τότε, είναι μάλλον βέβαιο ότι όλοι θα ξαναγινόμασταν παιδιά και θα αναφέραμε αυτό που γράφαμε στις μαθητικές μας εκθέσεις του δημοτικού σχολείου για το «Όχι» της 28ης Οκτωβρίου. Μια φράση απλή, που ίσως δεν είναι τόσο απλή όσο νομίζαμε τότε. Ποια θα ήταν αυτή η φράση:

«Τιμούμε εκείνους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για έχουμε σήμερα την ελευθερία μας»

«Για να έχουμε σήμερα την ελευθερία μας» λέγαμε τότε που ήμασταν παιδιά, και νιώθαμε μέσα μας μεγάλη περηφάνια, και μια βαθιά ανακούφιση, γιατί η ελευθερία μας ήταν εκεί, δεδομένη, και δεν χρειαζόταν να αγωνιστούμε κι εμείς για να την αποκτήσουμε. Και μαζί με όλα αυτά, νιώθαμε βαθιά μέσα μας και ένα χρέος απέναντι σ’ αυτούς που έδωσαν τα ζωή τους για να είμαστε εμείς ελεύθεροι. Το χρέος να υπερασπιζόμαστε για πάντα αυτή την με τόσο κόπο και με τόσο αίμα κατακτημένη ελευθερία μας.

Τι σημαίνει όμως ελευθερία; Και τι σημαίνει ελευθερία «μας»; Ένα μικρό παιδί θα απαντούσε ότι η ελευθερία μας σημαίνει να αποφασίζουμε μόνοι μας για το παρόν και το μέλλον μας. Δηλαδή, να αποφασίζουμε εμείς. Να μην αποφασίζουν άλλοι για μας. Γιατί, θα μπορούσε να μας ρωτήσει ένα μικρό παιδί, πώς μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι όταν δεν αποφασίζουμε εμείς και αποφασίζουν άλλοι για τη δική μας τύχη; Κι αν πραγματικά άλλοι αποφασίζουν για την τύχη μας, θα μας έλεγε εκείνο το ίδιο μικρό παιδί, τότε η πατρίδα μας δεν είναι ελεύθερη. Και, άρα, κι εμείς δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι αν ζούμε σε μια πατρίδα που δεν είναι ελεύθερη. Και, αν τότε στ’ αλήθεια δεν είναι ελεύθερη η πατρίδα μας, μήπως δεν εκπληρώνουμε σωστά εκείνο το παλιό χρέος απέναντι σ’ όλους εκείνους τους ανθρώπους που τότε υπέφεραν, βασανίστηκαν και θυσιάστηκαν για μας;

Κάποιος θα μπορούσε να απαντήσει στο παιδί ότι σήμερα είναι η εποχή που τα χρέη καμιά φορά διαγράφονται. Όμως εκείνο, επειδή όλοι ξέρουμε πόσο ετοιμόλογα είναι σήμερα τα παιδιά, θα μας απαντούσε, ότι αυτό το χρέος δεν διαγράφεται. Κι αν ρωτούσαμε γιατί, θα μας απαντούσε πως αν το διαγράψουμε αυτό το χρέος δεν θα μπορούσαμε ποτέ ξανά να κοιτάξουμε στα μάτια ούτε τους γονείς και τους παππούδες μας, ούτε και τα παιδιά μας. Γιατί, κατά ένα περίεργο τρόπο, αυτό το χρέος το οφείλουμε σε πολλούς: Και στους παλιούς και στους νέους. Και στους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στον κατακτητή, και στις γενιές που έρχονται, και θα κληθούν, η καθεμιά με τον τρόπο της, να δώσουν τις δικές τους μάχες. Ίσως, πια, και μακάρι, όχι με όπλα. Αλλά πάντα με τον ίδιο στόχο. Την ελευθερία: το δικαίωμα κάθε λαού να αποφασίζει μόνος του για την τύχη του.

Όταν αυτό το περίεργο και όλο αντιρρήσεις παιδί για το οποίο μιλάμε θα μεγαλώσει λίγο, ο καθηγητής του, που του διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή θα του μιλήσει για το Σύνταγμα, αυτόν το θεμελιώδη νόμο του κράτους που κατοχυρώνει την ελευθερία και την ισότητα. Και τότε ίσως το παιδί θα καταλάβει τι σημαίνει αυτό το «ελευθερία μας», τι είναι αυτό για το οποίο πολέμησαν όλοι εκείνοι οι γνωστοί και άγνωστοι ήρωες του 1940, που, οι πιο πολλοί, ζουν πια μόνο στα ιστορικά βιβλία και τις αναμνήσεις. Τότε λοιπόν αυτός ο έφηβος θα καταλάβει ότι «ελευθερία μας» είναι αυτό που αναφέρει το πρώτο πρώτο κιόλας άρθρο του Συντάγματος της Ελληνικής Δημοκρατίας: «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία. Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Και, όπως καταλαβαίνετε, όταν θα διαβάσει αυτό το κείμενο, θα αρχίσει πάλι τις ερωτήσεις κι εμείς οι μεγάλοι θα πρέπει να απαντήσουμε. Παρατηρητικό καθώς είναι θα διαπιστώσει πολλά πράγματα: Πρώτα πρώτα ότι η λέξη «εξουσίες» είναι γραμμένη με μικρό «ε», ενώ οι λέξεις «Λαός», «Έθνος», και «Σύνταγμα» έχουν το πρώτο γράμμα τους κεφαλαίο. Άρα ο Λαός, το Έθνος και το Σύνταγμα είναι πιο σημαντικά από τις εξουσίες, θα παρατηρήσει. Κι ο δάσκαλός του θα του πει ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Ότι η ελευθερία «μας» είναι αυτή η λαϊκή κυριαρχία. Ελεύθερος λαός είναι ο λαός που είναι κυρίαρχος στην πατρίδα του. Και κυρίαρχος σημαίνει πρώτα πρώτα ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό. Άρα δεν πρέπει κανείς, απ’ όπου κι αν προέρχεται, να ασκεί καμμία εξουσία αν δεν τον έχει ορίσει ο λαός. Και δεύτερον, ότι οι εξουσίες ασκούνται υπέρ του λαού και του έθνους. Δηλαδή ότι η εξουσία, σε οποιαδήποτε μορφή και βαθμίδα της, πρέπει να ενεργεί με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του Λαού και του Έθνους, δηλαδή όλων των Ελλήνων, είτε βρίσκονται μέσα είτε έξω από τα σύνορα της Ελλάδας και για κανένα άλλο συμφέρον κανενός ατόμου ή ομάδας, μέσα ή έξω από τη χώρα.

Κι έτσι, ο έφηβος, που σε λίγο καιρό θα γίνει πολίτης με εκλογικό δικαίωμα, θα συνειδητοποιήσει ότι αυτή η ελευθερία για την οποία γενικά και αόριστα έγραφε στις παιδικές του εκθέσεις, αυτή η ελευθερία για την οποία οι Έλληνες στρατιώτες και αντιστασιακοί πολέμησαν και έπεσαν στα βουνά, στις πόλεις, στα νησιά, αυτή, η ελευθερία «μας» είναι αυτή που το Σύνταγμά μας, περιγράφει. Αυτή, που όχι απλώς είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να απολαμβάνουν οι πολίτες αυτού του κράτους τις θεμελιώδεις ατομικές τους ελευθερίες, αλλά που είναι το θεμέλιο του πολιτεύματός μας. Θεμέλιο της Δημοκρατίας μας.

Και ο δάσκαλος θα πει στον έφηβο πια, αλλά εξίσου περίεργο μαθητή του, ότι, αφού αποφάσισε ότι πρέπει να ξεπληρώσει και να μη διαγράψει το χρέος του να υπερασπίζεται την πατρίδα, θα πρέπει να διαβάσει και το τελευταίο-τελευταίο άρθρο του Συντάγματος, που αναφέρει ότι αυτό το χρέος δεν είναι αόριστος και άγραφος κανόνας. Είναι δικαίωμά του και ταυτόχρονα καθήκον του απέναντι στην πατρίδα: Στο άρθρο 120 του Συντάγματος διαβάζουμε ότι «Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην πατρίδα και τη δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων». Και, λίγο παρακάτω: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Όπως καταλαβαίνετε αυτό είναι και το σημείο όπου ο έφηβος της ιστορίας μας θα αρχίσει να υποβάλλει και τις πιο δύσκολες ερωτήσεις.

Πρώτη ερώτηση: Όπως οι Έλληνες του ’40 αντιστάθηκαν σ’ εκείνους που απείλησαν την ελευθερία τους, έτσι κι εμείς μπορούμε και οφείλουμε να αντισταθούμε σ’ αυτούς που απειλούν τη δική μας ελευθερία, το Σύνταγμά μας, τη λαϊκή μας κυριαρχία;

Δεύτερη ερώτηση: Είμαι υποχρεωμένος να σέβομαι τους νόμους που συμφωνούν με το Σύνταγμα. Αν ένας νόμος δεν συμφωνεί με το Σύνταγμα;

Τρίτη ερώτηση: Αφού η υποχρέωση να τηρούμε το Σύνταγμα τους νόμους αφορά όλους τους Έλληνες, τότε, δεν αφορά και εκείνους τους Έλληνες που ασκούν την εξουσία;

Τέταρτη ερώτηση: Τι σημαίνει ότι ο Έλληνας δικαιούται και υποχρεούται να αντισταθεί «με κάθε μέσο» σε όσους καταπατούν το Σύνταγμα;

Πέμπτη ερώτηση: Αυτοί που επιχειρούν να καταλύσουν το Σύνταγμα το κάνουν μόνο με τη βία; Μήπως υπάρχουν κάποιοι που για να το καταλύσουν μεταχειρίζονται άλλα μέσα; Μήπως πια οι πόλεμοι δεν γίνονται με κανόνια και τανκς αλλά με πράξεις σε λογιστικά βιβλία, από αντιπάλους που δεν φορούν πια στρατιωτικές στολές αλλά έρχονται «ντυμένοι φίλοι»; Και πώς μπορεί να αντισταθεί κανείς σ’ έναν τέτοιο, αλλόκοτο πόλεμο, που δεν έχει θηριωδίες και πτώματα στα πεδία των μαχών, αλλά έχει φτώχεια, ανεργία, ξενιτεμό, χιλιάδες κοινωνικές ανισότητες, έχει κατάργηση δικαιωμάτων;

Εκεί ο δάσκαλος θα του απαντήσει ότι γι’ αυτό υπάρχουν αυτές οι μέρες των εθνικών γιορτών. Κι είναι πιο σημαντικές ακόμα σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, επειδή σε κάνουν να συλλογίζεσαι. Κι ότι, βέβαια, ούτε κι αυτό φτάνει. Επειδή η ελευθερία είναι «μας», δεν θα απαντήσεις ποτέ σ’ αυτά τα ερωτήματα μόνος σου. Γιατί το «μας» πάει με το «μαζί». Δεν θα γίνεις ποτέ μόνος σου ελεύθερος, παρά μόνο όλοι μαζί. Αυτό το «μαζί» που έκαναν πράξη, τότε, οι Έλληνες του ’40, εσύ πρέπει να το κάνεις πράξη διαρκώς. Γιατί η ελευθερία «μας» δεν είναι κάτι που το κατακτάς και το φυλάς στο χρηματοκιβώτιό σου αναλλοίωτο. Είναι κάτι που το διεκδικείς, συνεχώς, και όχι μόνος σου. Μαζί.

Κι εκεί που είσαι ικανοποιημένος επειδή απάντησες, έρχεται η τελευταία ερώτηση αυτού του ανικανοποίητου εφήβου… Εγώ αισθάνομαι πως δεν μπορώ να τις απαντήσω, κι έτσι τις μοιράζομαι μαζί σας:

Ρωτάει λοιπόν τον δάσκαλό του:

Εσείς πόσο περήφανος νιώθετε σήμερα; Αν συναντούσατε έναν από τους αντιστασιακούς του ’40 θα μπορούσατε να τον κοιτάξετε στα μάτια; Κάνατε το χρέος σας απέναντι σ’ εκείνον, και απέναντι στα παιδιά σας; Εσείς πόσο ελεύθερος νιώθετε σήμερα; Στ’ αλήθεια παίρνετε εσείς τις αποφάσεις που αφορούν τον εαυτό σας; Στ’ αλήθεια, παίρνουμε όλοι εμείς, οι Έλληνες, τις αποφάσεις που αφορούν την πατρίδα μας; Στ΄ αλήθεια, κανείς δεν προσπαθεί σήμερα να καταλύσει το Σύνταγμά μας; Στ΄ αλήθεια, δεν σκεφτήκατε ποτέ ότι εμείς, όλοι εμείς, όλοι μαζί, έχουμε δικαίωμα και καθήκον να αντισταθούμε;

Ο καθένας από μας ας δώσει τη δική του απάντηση. Σας ευχαριστώ.