Αναζήτηση στο ιστολόγιο

30/12/11

Ο δέκατος πέμπτος Άγιος Βασίλης



Το φάκελο ήταν βρεγμένο· το νερό της βροχής είχε ποτίσει το χρωματιστό χαρτί. Τα γαλάζια γράμματα ίσα ίσα που διαβάζονταν: έμοιαζαν σαν να τα είχε πάρει το κύμα.

Αγαπητέ Άγιε Βασίλη,

Φέτος αποφάσισα να μη σου ζητήσω τίποτα απ’ όλα αυτά που σου ζητάω συνήθως. Μην ανησυχείς, δεν ξέμεινα από ιδέες. Έχω ολόκληρη λίστα για τα επόμενα δέκα χρόνια, μέχρι να τελειώσω το σχολείο και να πάψω να είμαι παιδί. Φέτος όμως το δώρο που θα ήθελα να μου χαρίσεις είναι λιγάκι διαφορετικό.

Δεν υπάρχει στα μαγαζιά. Ακούω συνεχώς τους μεγάλους να μιλούν γι’ αυτό. Κανένας από τους φίλους μου δεν ξέρει τι είναι. Όλοι όμως πιστεύουν ότι μάλλον είναι κάτι πολύ καλό. Θα ρισκάρω λοιπόν να μη ζητήσω δώρο και να σου ζητήσω μόνο αυτό.

Καλέ μου Άγιε Βασίλη, φέτος θέλω να μου φέρεις το νόημα της ζωής.

Αν δεν μπορείς να μου το φέρεις, δεν πειράζει. Στείλε μου μόνο μια φωτογραφία. Χρόνια σου πολλά, και να ‘σαι καλά να μας φέρνεις δώρα.

Με αγάπη,

Το όνομα είχε σβηστεί από το γράμμα. Το ίδιο κι απ’ το φάκελο. Ποιος ξέρει πόσες μέρες ήταν πεταμένο εκεί, πίσω από το ταχυδρομικό κουτί. Ίσως το χεράκι ήταν πολύ μικρό για να το φτάσει μέχρι τη σχισμή. Ίσως να έπεσε απ’ την τσάντα του ταχυδρόμου.

Δίπλωσε το μουσκεμένο γράμμα και το ‘βαλε στην τσέπη. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η τρίτη σκέψη. Η πρώτη ήταν να το ξαναπετάξει στον δρόμο (σιγά μην υπάρχει Άγιος Βασίλης!), η δεύτερη να το ξαναρίξει στο κουτί, μα η τρίτη πάντα υπερισχύει. Συνέχισε το περπάτημα στους φωτισμένους δρόμους της πόλης, με τις βιτρίνες και τη γιορτινή διακόσμηση και τους Άγιους Βασίληδες παντού, ψεύτικους, ψηλούς, κοντούς, νέους, γέρους, με περούκες και γενειάδες, και κατακόκκινες, άλλοτε γυαλιστερές κι άλλοτε φθαρμένες, στολές. Για μια στιγμή αναλογίστηκε πως θα ήταν στ’ αλήθεια κρίμα να υπάρχουν τόσοι Άι Βασίληδες τριγύρω και κανένας να μην μπορεί να πραγματοποιήσει την επιθυμία εκείνου του άγνωστου παιδιού.

«Άγιε Βασίλη!» φώναξε και περίπου δεκαπέντε κεφάλια με κόκκινη στολή και άσπρη γενειάδα γύρισαν – τα δεκατέσσερα πρόσωπα ήταν κουρασμένα από τη δουλειά της ημέρας: φωτογραφίες με τα παιδάκια, δώρα στα μαγαζιά, πάρτυ και παραστάσεις στο δρόμο. Κόντευε πια οχτώ το βράδυ.

Το δέκατο πέμπτο πρόσωπο ήταν ακόμη γελαστό. Οι δεκατέσσερις κατσούφηδες Άγιοι Βασίληδες ξαναγύρισαν το κεφάλι και τράβηξαν το δρόμο τους. Ο δέκατος πέμπτος πλησίασε.

«Έχετε σχολάσει, έτσι δεν είναι;» - περίεργη ερώτηση, όταν την απευθύνεις σ’ έναν Άγιο Βασίλη.

«Θέλετε κάτι;» Περίεργη απάντηση από έναν Άγιο. Πάντα θέλουμε κάτι από έναν Άγιο.

«Έχω ένα γράμμα για σας».

Του έδωσε το βρεγμένο γράμμα.

«Για μένα; Ευχαριστώ. Φέτος δεν έχω πάρει κανένα γράμμα». Ακόμα πιο περίεργη απάντηση για έναν Άγιο Βασίλη…

«Είναι από ένα παιδάκι. Κάτι σας ζητάει…»

Ο Άγιος Βασίλης διάβασε το γράμμα με προσοχή.

«Μπορείτε να με ακολουθήσετε;»

Ανέβηκαν και οι δύο σ’ ένα κόκκινο μηχανάκι. Ο Άγιος Βασίλης γύρισε το κλειδί και άφησαν σιγά σιγά το κέντρο της πόλης.

«Το έλκηθρό σας είναι αυτό;»

Ο Άγιος Βασίλης δεν απάντησε. Το μηχανάκι-έλκηθρο σιγά σιγά βγήκε έξω από τη μεγάλη πόλη και μπήκε σ’ ένα μεγάλο δάσος με χιονισμένα δέντρα.

«Πού πάμε;»

«Μη φοβάστε. Πάμε να σας παραδώσω το δώρο. Δεν έχω καιρό να γυρίσω πίσω.»

Το μηχανάκι σταμάτησε. Κατέβηκαν και οι δύο. Είχαν φτάσει σ’ ένα ξέφωτο. Η πόλη φαινόταν φωτισμένη από μακριά – εκατομμύρια μικρά φωτάκια, σαν μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

«Όμορφα είναι εδώ.»

«Κοιτάξτε εκεί ψηλά, αν θέλετε…» Ο Άγιος Βασίλης του έδειξε τον ουρανό. Είχε ξαστεριά, και χιλιάδες άστρα, πιο πολλά, απείρως πιο πολλά από τα φώτα της πόλης, φώτιζαν το σκοτεινό δάσος.

«Οι άνθρωποι θέλησαν να φτιάξουν δικά τους φώτα. Έφτιαξαν. Μα κανένα φως δεν μπορεί να κρύψει αυτόν τον ουρανό», είπε ο Άγιος.

«Κι όταν έχει σύννεφα;»

«Τα αστέρια είναι πάντα εκεί, ακόμα κι όταν δεν βλέπουμε το φως τους. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων….»

«Κι εμείς ένα βλέμμα μοναχά…»

Ο Άγιος Βασίλης χαμογέλασε. «Ένα βλέμμα δικό μας. Όλος ο κόσμος, ένα βλέμμα δικό μας.»

«Όταν ήμουνα παιδί ήθελα να ταξιδέψω στ’ αστέρια.»

«Όλοι θέλαμε…» - ο Άγιος Βασίλης χάιδεψε το άσπρο του γένι. «Μα, φίλε μου, μια ζωή δεν φτάνει».

«Αυτό ήρθα να μου δώσεις, Άγιε. Το νόημα της ζωής.»

«Το θες για το παιδάκι ή μήπως για σένα;»

Σιωπή. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Δεν θα μπορούσαν να μείνουν εκεί για πολλή ώρα δίχως ν’ αρρωστήσουν.

Κοίταξε τον Άγιο, λίγο θυμωμένος, λίγο απογοητευμένος: «Αν ήξερες, Άγιε, το νόημα της ζωής, δεν θα ντυνόσουν μασκαράς κάθε Χριστούγεννα, ούτε θα έβγαζες φωτογραφίες με τα παιδάκια για να ζήσεις.»

«Κι αν το ήξερες κι εσύ, δεν θα ήσουν εδώ να τουρτουρίζεις και να περιμένεις. Τα βλέπεις όλα εκείνα τ’ αστέρια;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων… Ουφ, τα ξαναείπαμε αυτά!!!»

«Νιώθεις όλη τούτη τη ζωή που απλώνεται τριγύρω;»

«Νόμιζα πως είμαστε μόνοι…»

Ο Άγιος Βασίλης κούνησε μεμιάς ένα κλαρί από το διπλανό δέντρο. Το χιόνι έπεσε κάνοντας θόρυβο πάνω στο χώμα κι οι φτερούγες του πουλιού που ξυπνούσε μέσα στο κρύο ακούστηκαν να σφυρίζουν ανάμεσα στα φυλλώματα.

«Αυτό το δέντρο έχει όση ζωή έχεις κι εσύ. Κι εκείνο το πουλί το ίδιο. Όλοι μας έχουμε ίδιο μερτικό απ’ αυτό το θαύμα.»

«Αυτό είναι λοιπόν, Άγιε, το νόημα της ζωής;»

«Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων οι ζωές. Δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων τα νοήματα.»

«Κι εγώ δηλαδή τι πρέπει να πω στο παιδί;»

«Να ονειρεύεται.»

«Δηλαδή;»

«Και να αισθάνεται.»

«Ποια πράγματα;»

«Και να δίνει. Να δίνει με την ψυχή του στους ανθρώπους.»

«Τι;»

«Και να μοιράζεται.»

«Πώς;»

«Και να ελπίζει.»

«Σε τί;»

«Και να αγαπάει. Κυρίως αυτό.»

«Μα δε μου απάντησες σε τίποτα, Άγιε.»

Ο Άγιος Βασίλης κοίταξε το ρολόι του.

«Και να αρκείται. Αρκέσου σ’ αυτό. Αρκέσου στο ν’ αγαπάς. Έτσι θα ‘ρθουν και τα όνειρα. Και τα αισθήματα. Και η προσφορά. Και η μοιρασιά. Και πάλι θα ξαναγυρίσεις στην αγάπη.»

«Αυτό είναι το νόημα της ζωής;»

«Πρέπει να φύγουμε τώρα.»

Χωρίς πολλά πολλά, ανέβηκαν κι οι δυο στην κόκκινη μοτοσικλέτα.

«Άγιε Βασίλη, περίμενε σε παρακαλώ. Έχεις μαζί σου τη φωτογραφική σου μηχανή;»

«Η μνήμη είναι γεμάτη. Μπορείς να βγάλεις μία φωτογραφία ακόμη. Πρόσεξε να την τραβήξεις σωστά.»

Ό Άγιος Βασίλης, ο δέκατος πέμπτος και πιο γελαστός, έβγαλε τη μηχανή από την τσάντα.

«Κατέβα και τράβα.»

Κατεβηκε από τη μοτοσικλέτα. Πήρε τη μηχανή και τράβηξε. Τον ουρανό με τ’ άστρα.


22/12/11

Το θέατρο στον καιρό της κρίσης



«Η τέχνη του να τραγουδούμε ορθά τη στιγμή που το σπίτι μας καίεται, ήθελε ίσως σας φανεί ακατάλληλη. Σφάλετε […] Στον τρίτο βαθμό της φθίσεως δεν είναι τα γιατρικά, αλλά η διασκέδαση που του χρειάζεται του ανθρώπου». Λόγια του Ανδρέα Λασκαράτου, από επιστολή του προς τον φιλολογικό σύλλογο της Αθήνας «Ο Βύρων», λόγια που φαντάζουν σημερινά - δεν ξέρω σε ποιον «βαθμό της φθίσεως», ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, της κρίσεως, μπορεί να βρισκόμαστε, και πόσοι ακόμη ενδεχομένως βαθμοί θα ακολουθήσουν… Αυτό για το οποίο μπορούμε να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα, ξεφυλλίζοντας τον αθηναϊκό τύπο ή περιηγούμενοι στις τόσες πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες, είναι ότι η εξαιρετικά δύσκολη οικονομική συγκυρία έχει φέρει πιο κοντά το φιλότεχνο κοινό με τις θεατρικές σκηνές, τουλάχιστον στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες επαγγελματικές θεατρικές παραστάσεις. Δεκάδες είναι οι θεατρικές σκηνές που επιμένουν και αντέχουν στην Αθήνα, με ευρύτατο φάσμα ρεπερτορίου, ενώ δεν είναι λίγα τα θέατρα τα οποία εισπρακτικά γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Παράλληλα, η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες σε εναλλακτικές θεατρικές φόρμες – θεατρικές παραστάσεις ανεβαίνουν σε μπαράκια, σε διαμερίσματα, ακόμη και σε πλατείες, και σε δρόμους, που για τις ανάγκες της παράστασης μεταμορφώνονται με στοιχειώδη υλικά σε πρόχειρες σκηνές. Μικρές, νεανικές και τολμηρές θεατρικές ομάδες, που λειτουργούν περισσότερο ως καλλιτεχνικές κολλεκτίβες παρά ως θίασοι επίδοξων πρωταγωνιστών πειραματίζονται μέσα στην καινούρια πραγματικότητα, με πολύ φτωχά υλικά, άλλοτε με τη βοήθεια χορηγών και άλλοτε με μοναδικό χορηγό την τρέλα και το μεράκι τους, και, τις περισσότερες φορές πλέον, χωρίς την οικονομική υποστήριξη του κράτους (κεντρικού ή της αυτοδιοίκησης), μια και ο θεσμός των θεατρικών επιχορηγήσεων ολοένα συρρικνώνεται – ειλικρινά δεν έχω καταλήξει ακόμη αν αυτό το τελευταίο είναι κακό ή καλό. Αυτή η εποχή, όχι μόνο στην Ελλάδα, έχει φέρει μια καινούρια κινητικότητα, ιδιαίτερα στον χώρο των πειραματικών παραστάσεων που δεν στήνονται με γνώμονα την εμπορική ανταποδοτικότητα, αλλά συχνά προσφέρονται στο κοινό με χαμηλό αντίτιμο ή δωρεάν.

Νομίζω ότι θα ήταν υπερβολικό να μιλούσε κανείς για θεατρική άνοιξη μέσα στον γενικότερο χειμώνα, ιδιαίτερα σε έναν χώρο όπως το θέατρο, για το οποίο πολλοί, από τους συντελεστές μέχρι τους θεατρικούς κριτικούς, επί δεκαετίες ισχυρίζονται ότι βρίσκεται σε κρίση οικονομική, καλλιτεχνική, ηθική. Το θέατρο λοιπόν που ανέκαθεν περνούσε τη δική του κρίση φαίνεται να αντιστέκεται στην άλλη κρίση που ξαφνικά ανακαλύψαμε ότι περνάμε εμείς οι υπόλοιποι, μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες ευδαιμονισμού και μιας ιδιαίτερης, νεοελληνικού τύπου, ανάπτυξης, που δεν στηριζόταν στην παραγωγή αλλά στην υπερκατανάλωση. Ήταν άραγε στ’ αλήθεια το θέατρο που περνούσε κρίση και εμείς που ήμασταν καλά, ή μήπως συνέβαινε το αντίθετο, πολύ καιρό πριν διαισθανθούμε την κρίση στο σπίτι και στην τσέπη μας; Και τώρα γιατί ξαναγυρίζουμε, ή επιμένουμε να επισκεπτόμαστε, έστω και με πιο άδεια πορτοφόλια, τις θεατρικές παραστάσεις;

Αν γυρίσουμε πίσω στην ιστορία, θα δούμε ότι το θέατρο πάντα ανθούσε και είχε πολλά πράγματα να πει σε περιόδους μεγάλων κρίσεων. Ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης παρουσίασαν σπουδαία έργα τους μεσούντος του Πελοποννησιακού Πολέμου, της χειρότερης εμφύλιας σύγκρουσης που έζησε η ελληνική αρχαιότητα, υψώνοντας τη σημαία της τέχνης ενάντια στο χειρότερο κακό που έκανε ο πόλεμος: την ηθική εξαχρείωση. Το θέατρο τότε ήταν χώρος παιδείας, και οι δραματικοί και κωμικοί ποιητές είχαν την ευκαιρία να εκθέσουν, ο καθένας χρησιμοποιώντας τις δικές του φόρμες, στους πολίτες της Αθήνας, κορυφαία ζητήματα που αφορούσαν, πέρα από τη δική τους εποχή και τα δικά τους προβλήματα, και την ανθρώπινη φύση γενικότερα, μέσα σε ένα κλίμα πολέμου και καταστροφής, που είχε έρθει αμέσως μετά από μια πολύ σύντομη περίοδο κατά την οποία η Αθήνα είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της ακμής της.

Στον ρωμαϊκό κόσμο, ο σατιρικός ποιητής Ιουβενάλις είχε κατηγορήσει τους ρωμαίους αυτοκράτορες ότι προσφέρουν στο κοινό «panem et circenses» «άρτον και θεάματα», ψωμί και δημόσια θεάματα αμφίβολης αξίας για να ξεχνούν τα καθημερινά τους προβλήματα, υπονοώντας ότι το θέαμα μπορεί να λειτουργεί και ως «ναρκωτικό» που χρησιμοποιεί η εξουσία για να εξομαλύνει τις τριβές που δημιουργούνται μεταξύ των κοινωνικών ομάδων σε καιρούς κρίσης. Η αλήθεια είναι, πέρα από τα όποια σχέδια έχει η εξουσία, ότι το δημόσιο θέαμα μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο προσωρινής εκτόνωσης της ψυχικής πίεσης και του άγχους που γεννούν οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Ότι το θέατρο είναι «φάρμακο» για την κατάθλιψη που απειλεί τους ανθρώπους που βλέπουν την ποιότητα ζωής τους όπως τη γνώριζαν να αλλάζει δραματικά, την ανασφάλεια ως προς το εισόδημα και την εργασία τους να κορυφώνεται, τη φτώχεια, την εγκληματικότητα, αλλά και την απουσία προοπτικής για το μέλλον να δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την ίδια τους την ύπαρξη. Ο άνθρωπος που διαβαίνει την πόρτα του θεάτρου μπορεί και να το κάνει για να ξεχάσει τα προβλήματά του. Γιατί το θέατρο είναι ένας διαφορετικός, ζωντανός κόσμος, μέσα στον πραγματικό κόσμο, μοιάζει με ένα κομματάκι ζωής ξεχωριστό από την καθημερινή μας ζωή, αλλά εξίσου ζωντανό, αφού σ’ αυτό συμμετέχουν ζωντανοί άνθρωποι και συμβαίνει, γίνεται μπροστά μας, και πεθαίνει μόλις σηκωθούμε από το κάθισμά μας για να φύγουμε από το θέατρο. Αυτό το θέατρο-καταφύγιο, το θέατρο όπου θα αποδράσεις, σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων ή τα δεντρόσπιτα και τις μυστικές κρυψώνες των παιδικών μας χρόνων, καθόλου δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Το θέατρο σου δίνει έναν μαγικό, ζωντανό κόσμο για να κρυφτείς, έστω για λίγο, και εκεί μέσα να χαρείς, να ζήσεις μια άλλη ζωή απ’ αυτήν που ζεις, κι έτσι, μετά, να γυρίσεις πίσω στην πραγματικότητα, στην κανονική σου ζωή, έχοντας ξεχάσει για λίγο το ασήκωτο βάρος της, κι έτσι να μπορείς να την αντέξεις. Όλοι χρειαζόμαστε παύσεις, παρενθέσεις, λίγο, έστω ελάχιστο χρόνο για να πάρουμε μια αναπνοή. Αυτό το θέατρο μπορεί να το χαρίσει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τις υπόλοιπες τέχνες γιατί είναι ένας άλλος κόσμος, αληθινός, που δεν τον παρακολουθείς, δεν τον διαβάζεις, δεν τον ακροάζεσαι, αλλά τον ζεις στο σύνολό του. Κι έτσι ο κόσμος αυτός γίνεται δικός σου κόσμος, γιατί η δικιά σου ματιά είναι μοναδική. Κανείς άλλος δεν μπορεί να δει το θεατρικό έργο όπως θα την δεις εσύ, γιατί κανείς άλλος δεν έχει τα δικά σου μάτια. Την ταινία, αντίθετα, θα τη δεις με τα μάτια του σκηνοθέτη. Τη ζωή όμως πάνω στη σκηνή, γιατί αυτό είναι το θέατρο, θα τη ζήσεις με τα μάτια, με τα αυτιά, με όλες σου τις αισθήσεις. Κι όταν θα φύγεις από τη μυστική κρυψώνα σου, οι σειρήνες της πραγματικότητας που θα αρχίσουν να αντηχούν και πάλι στα αυτιά σου ίσως θα είναι λίγο λιγότερο ανυπόφορες. Όσοι έχουν αισθανθεί ότι τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα, και η αυλαία πέφτει, ξαφνικά, μαζί με τα φώτα σβήνει και όλος ο άλλος κόσμος και εκείνοι σαν μαθητές που κάνουν κοπάνα από το σχολείο το σκάνε για έναν άλλο κόσμο μπορούν να το καταλάβουν αυτό.

Είναι όμως μόνο αυτό το θέατρο; Μόνο γι’ αυτό τρέχουμε να τρυπώσουμε σ’ αυτό και να χωθούμε στα περισσότερο ή λιγότερο αναπαυτικά καθίσματά του; Είναι μόνο η φυγή μας από την πραγματικότητα που μας κάνει να την αντέχουμε μόλις γυρίσουμε σ’ αυτήν; Έχει τόσο δίκιο ο Ιουβενάλις;

Το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν ξεκίνησε το 1942, στα χρόνια της κατοχής. Το ρεπερτόριό ακόμη και σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια δεν ήταν αυτό στο οποίο ο θεατής θα πήγαινε για να ξεδώσει και να ξεχάσει. Δεν ήταν λοιπόν μόνο ένα θέατρο-καταφύγιο. Ο ίδιος ο Κουν έλεγε για τη συγκυρία της ίδρυσης του πιο σπουδαίου ίσως θεατρικού οργανισμού στην Ελλάδα για ολόκληρο τον εικοστό αιώνα: «Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας.» Δεν νομίζω ότι χωράει αμφισβήτηση το γεγονός ότι οι ανάγκες αυτές της εμπιστοσύνης, της συναδέλφωσης, της έξαρσης, της θυσίας, είναι παρούσες σήμερα όσο ήταν και εκείνη την εντελώς διαφορετική εποχή. Ίσως το θέατρο είναι ο χώρος στον οποίο αυτές οι ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν όχι με τον πιο ανώδυνο, αλλά με τον πιο ουσιαστικό τρόπο. Αυτός ο χώρος όπου όλες οι τέχνες παίρνουν ζωή, όπως είδαμε, και γίνονται απτή, ζωντανή πραγματικότητα, είναι και ο ιδανικός χώρος όπου ο άνθρωπος μπορεί να έρθει πραγματικά αντιμέτωπος με τα προβλήματα της ζωής του. Όχι να τα ξεχάσει, αλλά να τα δει με μια ματιά ουσιαστική, διαφορετική από την καθημερινότητα, και να προσπαθήσει να τα αντιμετωπίσει με έναν τρόπο που δεν θα μπορούσε να το κάνει στην καθημερινή του ζωή. Τα πραγματικά μεγάλα έργα είναι εκείνα που μιλούν για τα προβλήματα όλων των ανθρώπων, αυτά που είναι πιο βαθιά από την καθημερινότητα, αλλά που καθορίζουν την καθημερινότητα με τρόπο ουσιώδη. Το πραγματικά σπουδαίο έργο είναι εκείνο στο οποίο κάθε άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε μια ατάκα, σε ένα ξετύλιγμα της πλοκής, σε ένα παριστανόμενο συναίσθημα, σε μια σύγκρουση. Άρα στο θέατρο ίσως και να μην πηγαίνουμε για να κρυφτούμε. Ίσως να πηγαίνουμε και για να φανερωθούμε, να ανακαλύψουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, να τον δούμε μπροστά μας έτσι όπως δεν θα μπορούσαμε ποτέ να τον δούμε στην καθημερινότητά μας. Το θέατρο είναι έτσι ο καθρέφτης μας, η ευκαιρία να αναθεωρήσουμε, να ξαναδούμε τη ζωή μας μέσα από ζωή που περιγράφουν οι ιστορίες του. Είναι ο χώρος που θα αγγίξουμε τις πληγές μας με την ίδια τη ζωή, αυτή που ξετυλίγεται μέσα στη θεατρική πράξη. Δεν είναι σίγουρο ότι μπορούμε να θεραπεύσουμε αυτές τις πληγές μας – όταν ο Αριστοτέλης στον περίφημο ορισμό της τραγωδίας μιλούσε για κάθαρση έχω την αίσθηση ότι δεν μιλούσε για θεραπεία, ούτε καν για ανακούφιση: μιλούσε για την αποκάλυψη της δικής μας αλήθειας μέσα από εκείνο το κομμάτι της ζωής που έχουμε την ευκαιρία να ζήσουμε για λίγο. Από το θέατρο δεν θα βγούμε ούτε θεραπευμένοι, ούτε καθαρμένοι, θα βγούμε όμως περισσότερο συνειδητοποιημένοι. Θα έχουμε αντικρίσει την αλήθεια, εκείνη την αλήθεια που μόνο ένας παρένθετος στον δικό μας, τεχνητός, αλλά εξίσου αληθινός κόσμος, μπορεί να μας αποκαλύψει. Ο κόσμος του θεάτρου. Τη δικιά μας αλήθεια, που ο θόρυβος της κρίσης, της πόλης, της ρουτίνας, δεν την αφήνει να φτάσει στ’ αυτιά μας. Αυτή την αλήθεια που μπορεί να μας κάνει να θελήσουμε να αλλάξουμε την άλλη ζωή μας, εκείνη που βασανίζεται από την κρίση. Και να μας δώσει τη δύναμη να τολμήσουμε αυτή την αλλαγή.

Το πιο σημαντικό εργαλείο για την κατάκτηση της δικής μας αλήθειας στο θέατρο είναι η δικιά μας συγκίνηση – είναι το συναίσθημά μας, αυτό, που έχουμε άφθονο ακόμα και σε περιόδους κρίσης, απλά το κρατάμε φυλακισμένο. Αυτό το συναίσθημα είναι ο πραγματικός μας πλούτος, κι είναι πιο πραγματικός από τα πανάκριβα σίδερα που είναι παρκαρισμένα στο βρώμικό μας πεζοδρόμιο, τα κουτιά από τσιμέντο και σκυρόδεμα τα οποία πληρώνουμε για μια ολόκληρη ζωή για να κλείνουμε μέσα τον εαυτό μας, τα τυπωμένα αραβικά ψηφία στο βιβλιάριο των καταθέσεών μας, ή την καρέκλα της όποιας εξουσίας μας, που νομίζουμε ότι έχει γίνει ένα με το σώμα μας και αν τη χάσουμε θα ακρωτηριαστούμε.

Το συναίσθημα υπάρχει πάντα μέσα μας τοις μετρητοίς, και δεν έχει κανένα νόημα να το αποταμιεύεις, γιατί πάντα υπάρχει σε αφθονία. Δεν έχει νόημα να το κλέψεις από κάποιον άλλο, γιατί έχεις πάντα τόσο πολύ δικό σου. Και όσο περισσότερο απ’ αυτό μεταδίδεις στους άλλους, και μάλιστα χωρίς αντάλλαγμα, τόσο περισσότερο γεννιέται μέσα σου. Άρα το συναίσθημα των ανθρώπων και η συγκίνησή τους, σε αντίθεση με όλα τα άλλα υλικά αγαθά, βρίσκεται πάντοτε σε αφθονία εντός μας, επομένως δεν πρόκειται ποτέ να απειληθεί από κανενός είδους κρίση. Αντίθετα, είναι ο πλούτος που δεν θα γεμίσει την τσέπη μας, θα γεμίσει όμως την ψυχή μας, εκείνη που ήταν άδεια τόσα χρόνια, ακόμη και με τις γεμάτες με δανεικά τσέπες μας. Και είναι ο πλούτος που έτσι φτωχός που είναι, σαν τον ρακένδυτο Πλούτο του Αριστοφάνη, σαν τους ηθοποιούς που φτωχοί κι αυτοί οι πιο πολλοί σκορπίζουν τον πλούτο της ψυχής τους στη σκηνή του θεάτρου, σαν το ίδιο το θέατρο που είναι κι αυτό φτωχό, είναι λοιπόν αυτός ο πλούτος, το συναίσθημα, η συγκίνηση, που μπορεί να γεννήσει μέσα μας το καινούριο, την αλλαγή, με φτωχά, άνευ υλικής αξίας σύνεργα. Αυτά τα σύνεργα που πάντα συγκρατούσαν τη ζωή και την ψυχή μας, αυτά που μας κάνουν να είμαστε άνθρωποι.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Γερμανών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι έγκλειστοι έπαιζαν κουκλοθέατρο χρησιμοποιώντας για κούκλες και για σκηνικό κομμάτια από το λιγοστό ψωμί τους. Ίσως, μ’ αυτόν τον τρόπο να έδωσαν την καλύτερη απάντηση στο «άρτον και θεάματα» του Ιουβενάλη.

Ηλίας Τουμασάτος

Εκδήλωση με θέμα «Το θέατρο και η οικονομική κρίση»,

Αργοστόλι, 21-12-2011

Θέατρο «Ο Κέφαλος»