Αναζήτηση στο ιστολόγιο

27/2/12

"Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;" [B. Brecht]

Πάλι ανατρέχω σ' ένα παλιό κείμενο... Είχε δημοσιευτεί το 2008, 15 Οκτωβρίου, στο παλιό μου ιστολόγιο.. Τότε η διεθνής κοινότητα σειόταν από την οικονομική κρίση και η χώρα μας κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου καθώς οι κυβερνώντες μάς διαβεβαίωναν ότι η "ισχυρή" μας χώρα είναι απολύτως θωρακισμένη απέναντι σ' αυτή τη διεθνή λαίλαπα, ότι δεν κινδυνεύει. Τότε κι εγώ δεν μπορούσα να φανταστώ τί θα συνέβαινε στη δικιά μου χώρα, λιγότερο από δύο χρόνια μετά. Αν κάποιος μού έλεγε ότι θα είχαν συμβει όλα αυτά που ζήσαμε από το πρώτο μνημόνιο ώς σήμερα, σίγουρα θα τον αναγόρευα υποψήφιο για βραβείο sci-fi λογοτεχνίας. Τα ζήσαμε όμως όλα αυτά. Και τα ζούμε. Έτσι, σκάλισα τον σκληρό μου δίσκο και ανεβάζω ξανά αυτό το κείμενο ακριβώς όπως ήταν τότε, αφού θα μπορούσα να το είχα γράψει έτσι και σήμερα που μιλάμε... Το χειρότερο απ' όλα είναι ότι και τότε, αλλά και πριν φύγω από την Αθήνα, υπήρχαν άνθρωποι, όχι τόσο πολλοί, που ζούσαν στα χαρτοκιβώτια και έψαχναν στα σκουπίδια. Αλλά τότε δεν τους έβλεπε κανένας. Γιατί τότε δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τον εαυτό μας στη θέση τους. Τώρα;


[15 Οκτωβρίου 2008]

Το ομολογώ. Ένας από τους λόγους που έφυγα από την Αθήνα ήταν ότι δεν μπορούσα να αντέξω την εικόνα της δυστυχίας. Τους ανθρώπους που έψαχναν στα σκουπίδια ή που κοιμούνταν στα χαρτοκιβώτια ή τις μάνες με τα αποκοιμισμένα παιδάκια στη χλαλοή των κεντρικών πεζοδρομίων. Ήρθα στο νησί, που συγκριτικά είναι πιο καλοζωισμένο (ή τουλάχιστον δεν έχει τόσο τεράστιες αντιθέσεις), μα οι εικόνες που ήθελα να ξεχάσω τρύπωσαν εντός μου, σαν αποσκευές.

Η ξιπασμένη νιότη μου δεν μπορούσε στην αρχή να αποδεχτεί την έννοια της φτώχειας, στα τέλη του 20ού αιώνος. Ακόμα κι όταν, μπατίρης φοιτητής, ένα μεσημέρι μέτρησα ακριβώς 75 δραχμές να έχουν απομείνει στην τσέπη μου, ένιωσα ανακούφιση. Γιατί μ' αυτές τις 75 δραχμές μπορούσα να πάρω εισιτήριο για να πάω σπίτι. Γιατί εγώ είχα ένα σπίτι για να πάω. Είχα - κι έχω, ανθρώπους πλάι μου. Αυτό αυτομάτως μ' έκανε πλούσιο. Μονάχα εμένα, όμως. Εγώ πάντα ήμουν ασφαλής, αλλά η φτώχεια κι η δυστυχία δεν έφευγαν από τη φωτογραφία.

Όταν έβλεπα τη φτώχεια να περνά, ή να κείτεται δίπλα μου, αναρωτιόμουν γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν να τους νοιάζεται, την ίδια στιγμή που κι εγώ ο ίδιος τους προσπερνούσα.

Μια φορά πήγαινα να δώσω εξετάσεις. Ξενυχτισμένος, νηστικός και υστερικός όπως ήμουν, έπεσα ξερός στα σκαλιά του ηλεκτρικού, στην Ομόνοια. Όταν άρχισα να συνέρχομαι, ανήμπορος να σταθώ και καθισμένος σε ένα σκαλί, με το κεφάλι μου μέσα στα γόνατα, άκουγα το βουητό από τα βήματα και τις φωνές των ανθρώπων που ανέβαιναν τα σκαλιά, πολλή ώρα - αιώνες μού φάνηκαν... Ήταν εφιαλτικό... Κάποιος σταμάτησε και με έπιασε από τον ώμο. Με ρώτησε αν είμαι καλά. Αν χρειάζομαι κάτι. Αν έχω χρήματα.

Ντράπηκα, που με πέρασε για έναν από «εκείνους». Και μετά ντράπηκα που ντράπηκα. Σηκώθηκα, πήγα κι έδωσα εξετάσεις. Κοινοτικό Δίκαιο. Πού είναι το δίκαιο; Πού είναι η κοινότητα;

Η παγκόσμια κοινότητα θυσιάζει δισεκατομμύρια για να σώσει τους τραπεζικούς κολοσσούς-γαργαντούες, που φάγανε μέχρι σκασμού (και κατ' επέκτασιν κι εμάς τους μικροκαταθέτες). Αναρωτιέμαι γιατί ποτέ η υφήλιος, οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη, δεν ένωσαν ποτέ με τέτοιο ζήλο τις δυνάμεις τους για να σώσουν όλους εκείνους που δεν έχουν καταθέσεις, δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν σπίτι, δεν έχουν φαΐ... Εκείνους, που παλεύουν για να ζήσουνε μ' αυτά που πετάμε εμείς...Εκείνους που μαζεύουν από το δρόμο ό,τι μείνει από τις λαϊκές;... Η αδελφή μου με επανέφερε χθες στην τάξη όταν της έλεγα πόσο κρίσιμη είναι η διεθνής συγκυρία, πόσα λεφτά χάθηκαν. «Στο χρηματιστήριο δεν χάνονται λεφτά. Αλλάζουν χέρια».

Κι εκείνα τα χέρια που είναι μόνιμα απλωμένα; Στο νου μου ήρθανε τα λόγια του Μακήθ, του αρχιερέα των ζητιάνων στην «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, λίγο πριν τον οδηγήσουν στο ικρίωμα:

«Κυρίες και κύριοι, βλέπετε να γκρεμίζεται ένας εκπρόσωπος μιας κοινωνικής δομής που γκρεμίζεται η ίδια. Διότι, τι είναι ένα αντικλείδι μπροστά στα χρεώγραφα; Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας; Και τι σημαίνει ο φόνος ενός ανθρώπου μπροστά στην καταβύθιση του ανθρώπου μέσα στις κοινωνικές ιεραρχίες; Μ' αυτά τα λόγια σας αποχαιρετώ».

Τελικά, ο Μακήθ τη σκαπουλάρισε...

16/2/12

Δεν θα ξαναερωτευτώ [.-] [!] […] [?] [Ctrl+A] [Delete]

(To κείμενο γράφτηκε το 2007 - είχε "ανέβει" σε ένα ανώνυμο μπλογκ που διατηρούσα τότε, και δεν υπάρχει πια. Μέρες που είναι, χρειαζόμαστε λίγο χιουμοράκι παραπάνω... Όπως έλεγα και τότε: Αφήνω λοιπόν τον σοβαρό εαυτό μου (ποιον;) στην άκρη δι' ολίγον και βουρ στην ψυχανάλυση).

Λοιπόν, το παίρνεις απόφαση ότι είσαι στο στάδιο της αποθεραπείας... Το εγκεφαλογράφημά σου έχει αρχίσει να σταθεροποιείται εκεί που είναι συνήθως (κοντά στο flat line), το καρδιογράφημά σου επίσης επηρεάζεται σιγά σιγά πλέον μόνο από την καλή ή την κακή σου χοληστερίνη και όχι την καλή ή την κακή σου μέρα... Σ' αυτό συντελεί ότι έχεις να δεις καιρό το αντικείμενο του πόθου και επιπλέον έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι λογικά. Βάζεις το πρώτο σύμβολο (τελεία και παύλα) και κάνεις την ηρωική δήλωση.

ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΕΡΩΤΕΥΤΩ.-

Έπειτα, αρχίζεις να νιώθεις ότι αυτή η απολυτότης αρχίζει να κλονίζεται - τα υποστυλώματά της είναι σαθρά και οι σεισμικές δονήσεις (ή οι καλικάντζαροι που πριονίζουν την ψυχική σου ισορροπία) δεν σε αφήνουν να ησυχάσεις... Η πρώτη δοκιμασία είναι να ξαναδείς όλως τυχαίως ή όχι τόσο όλως τυχαίως το αντικείμενο του πόθου... Αρχίζουν πάλι τα γκλιν-γκλιν μέσα στο κεφάλι σου σαν να έχεις τοποθετήσει κάπου εκεί μέσα ένα από εκείνα τα ενοχλητικά-πράγματα-που-κρεμάμε-στα-κουρτινόξυλα-και-κάνουν-γκλιν-γκλιν-με-τον-άνεμο. Σε πιάνει ένα delirium tremens. Αρχίζεις να θρηνείς, να οδύρεσαι, να θυμώνεις, να γκαζώνεις, γενικώς να βρίσκεσαι σε μία ένταση, και πεισματωμένος αλλάζεις την τελεία και παύλα με ένα θαυμαστικό.

Δεν θα ξαναερωτευτώ! (φωνάξτε το λίγο, να βγει και το συναίσθημα).

Έπειτα, αρχίζει η αμηχανία... Το κενό... Η ψιλοπαραίτηση από τα πράγματα. Η ανάγκη να ταχθείς σε κάτι, για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς...Στη σωτηρία της πολικής αρκούδας... Στην καταδίκη της παγκοσμιοποίησης... Στην παρακολούθηση τάλεντ σόους και μεσημεριανών εκπομπών... Στη μελέτη ανατριχιαστικών λεπτομερειών από τη ζωή νεκρών ποιητών... Στη συγγραφή Άρλεκιν... Σε ατέλειωτους περιπάτους ... Σε ακρόαση δακρύβρεχτων ασμάτων από mainstream ραδιόφωνα... Εντρυφείς στον Πλούταρχο (στον Γιάννη, όχι στο συγγραφέα των Παράλληλων Βιων, αν και το ρεπερτόριο αμφοτέρων ταιριάζει στην περίπτωσή σου)... Αλλά στα διαλείμματα, έχει πάλι πάντα τρεις τελίτσες κι ένα αίσθημα ψιλοπικρίας, ψιλοαπόγνωσης, που πάντα ακολουθεί μια παραίτηση... Όχι, δεν έχει αγάπες και λουλούδια για την πάρτη σου... Τα νούμερα τελειώσανε γι' αυτή τη ζωή. Πέρνα σε μια επόμενη, πιο πρωί...

Δεν θα ξαναερωτευτώ ... (αν δεν ήταν γραμματικό λάθος, εδώ πάει και μια δασεία, για ένα μακρόσυρτο αχ...)

Όμως αρχίζει η ώρα της αναρώτησης... Τι σημαίνουν όλα αυτά δηλαδή; Αγαπήσαμε, κύριος, πονέσαμε και κλάψαμε, τώρα τι; Δεν είμεθα άνθρωποι κι εμείς; Δεν είμεθα φορολογούμενοι πολίτες (άσχετο); Ποίος μας εφασκέλωσε κατά την γέννησή μας; Ποίος μας εμβολίασε με τον ανθρωποδιώχτη; Μήπως είμεθα εξωγήινοι (και θα μας ανακαλύψει η Άννα Δρούζα πριν κάνουμε phone home; Ήμαρτον...); Η στίξη απαιτεί ένα μεγάλο ερωτηματικό (ή και πολλά, αν θέλετε).

Δεν θα ξαναερωτευτώ????

Ορίστε; Δεν θα ξαναερωτευτώ; Σιγά που δεν θα ξαναερωτευτώ... Κάποια στιγμή, απροσδιορίστως και απροσδοκήτως, ως είθισται, ένα «γκλιν-γκλον» αρχίζει να ηχεί στα αυτιά σου (αντί του «γκλιν-γκλιν» που προηγουμένως σε είχε αναγκάσει να πετάξεις όλο το σύστημα μαζί με το κουρτινόξυλο που λέγαμε)... Και δεν σε νευριάζει, αρχίζει και σου αρέσει... Αρχίζεις και σου αρέσεις κι εσύ, και αρχίζεις να θέλεις να αρέσεις και στην πηγή του «γκλιν-γκλον». Ψάχνεις και την εντοπίζεις.

Πατάς Ctrl+A (ή επεξεργασία>Επιλογή όλων των παραπάνω)

Με την οθόνη μπροστά σου μαυρισμένη, και την ψυχή ανθισμένη, αρχίζεις να σκέφτεσαι πως όλοι σου οι παραπάνω συλλογισμοί μάλλον δεν υπήρξαν ποτέ. Ότι δεν είχες αγαπήσει ποτέ κανέναν άλλον, ότι όλα αρχίζουν εδώ και τώρα... Ότι, γενικώς, ήρθε η άσπρη μέρα και για σένα και άλλα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου, όπως «ένα πρωινό, η Παναγιά μου...» «Για χατήρι σου ξημερώνει» κλπ. κλπ.

Σε γνωρίζω, από την όψη, που με βια δεν μετράει τη γη, αλλά πατάει το Delete.

Αν φτάσατε μέχρι το τέλος αυτού του ποστ, σημαίνει ότι έχετε διάθεση να πατήσετε κι εσείς το Delete στη φράση «Δεν θα ξαναερωτευτώ»... Ε, κάντε το λοιπόν!

5/2/12

Τα λυπημένα μάτια


Τα συναντάς παντού, όλο και πιο πολύ στον χώρο του σχολείου, μέσα στην αίθουσα και έξω απ’ αυτήν. Η παρουσία τους δεν εξαρτάται από τη μέρα και την ώρα: Τα βλέπεις στο διάλειμμα, τα βλέπεις στις εκδρομές, τα βλέπεις μέσα στην τάξη ακόμα και την ώρα του χαβαλέ, τα βλέπεις στις γιορτές, στην προσευχή, την ώρα που τα παιδιά πηγαίνουν στα λεωφορεία, τα βλέπεις την ώρα των εξετάσεων, που δήθεν είναι καρφωμένα πάνω στη φωτοτυπία με τα θέματα. Συνήθως μπορείς να τα δεις καλύτερα σε ανύποπτο χρόνο, όταν εκείνα κοιτούν κάπου αλλού, όταν εσύ, ο δάσκαλος, δεν έχεις το αποκλειστικό προνόμιο της προσοχής τους.

Είναι εκεί τα λυπημένα μάτια. Κι είναι πολλά, και γίνονται ακόμα πιο πολλά.

Καμιά φορά θεωρείς ότι πίσω από αυτά κρύβεται αδιαφορία, έλλειψη επιμέλειας και ενδιαφέροντος, ενδεχομένως και αναισθησία, ή ακόμη και περιφρόνηση προς εσένα, τον δάσκαλο, επειδή θεωρείς θεμελιώδες σου δικαίωμα και αντίστοιχα θεμελιώδη υποχρέωση των παιδιών να προσέχουν εσένα και μόνο εσένα, που τάχθηκες να τους μεταδώσεις τα φώτα της γνώσης. Και μέσα στον εγωισμό σου τσαντίζεσαι, τα βάζεις μαζί τους, τα βάζεις με την «αδιάφορη» νέα γενιά που, ναι, ασφαλώς, είναι κατώτερη από τη δικιά σου. Και ξεχνάς ότι τα συνάντησες. Προσπερνάς. Κι εκείνα γίνονται πιο πολλά.

Γιατί τα λυπημένα μάτια των παιδιών έχουν γίνει πια τόσο πολλά;

Ώρες ώρες σιχτιρίζω τον εαυτό μου. Λέω, «είσαι υπερβολικός», και αμέσως μετά βρίσκω κάτι άλλο προς επίρρωσιν του σιχτιρίσματος: «Είσαι άσχετος». Μπήκα για πρώτη φορά στην τάξη πριν από δύο χρόνια έχοντας τελειώσει μια τεχνοκρατική σχολή και μια «καλλιτεχνική» σχολή, χωρίς παιδαγωγικό υπόβαθρο, χωρίς να το έχω ξανακάνει ποτέ στη ζωή μου αυτό, μόνο και μόνο επειδή έγραψα πολύ καλά σ’ έναν διαγωνισμό. Δηλονότι, έπιασα μεγάλο σκορ σε ανούσια τεστ πολλαπλών επιλογών, και έφτιαξα ένα πολύ ωραίο και μακροσκελές σχέδιο μαθήματος της ειδικότητάς μου, που είμαι πλέον πεπεισμένος ότι δεν μπορεί ποτέ να εφαρμοστεί στην τάξη. Σήμερα σ’ αυτό το σχέδιο θα έβαζα μηδέν. Γιατί από αυτό έλειπαν τα λυπημένα μάτια. Τα πολλά λυπημένα μάτια, εκείνα που στέκονται ανάμεσα σε μένα και την επίτευξη των περίφημων παιδαγωγικών στόχων ενός εκάστου μαθήματος.

Αλλά κανένας παιδαγωγικός στόχος, κανένα αναλυτικό πρόγραμμα δε μιλάει για λυπημένα μάτια.

Έχοντας περίπου είκοσι χρόνια, από την εποχή που ήμουν μαθητής, να βρεθώ σε σχολική τάξη, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ήταν τόσα πολλά τα λυπημένα μάτια απέναντί μου. Η δικιά μου γενιά μεγάλωσε αλλιώτικα, τόσο αλλιώτικα που παρά το γεγονός ότι ημερολογιακά είναι τόσο κοντά προς τους σημερινούς έφηβους, φαντάζει σχεδόν αρχαία. Μπορεί και να την έχω εξωραΐσει, αλλά μου φαίνεται πως η δικιά μου γενιά, οι σημερινοί τριάντα και κάτι – σαράντα παρά κάτι, είχε λιγότερα λυπημένα μάτια. Μεγάλωσε μεν με λιγότερα, ήταν όμως κομματάκι πιο χαρούμενη. Μπορεί και πιο χαζοχαρούμενη, πάντως πιο γελαστή. Λιγάκι πιο ονειροπόλα ίσως;

Όταν μια φορά ζήτησα από μερικά παιδιά να μου περιγράψουν τα πιο τρελά τους όνειρα, κάποια μου απάντησαν πως δεν έχουν κανένα. Ότι δεν μπορούν να φανταστούν τον εαυτό τους μετά από είκοσι χρόνια. Εντάξει, κι εγώ πριν από είκοσι χρόνια αλλιώς τον φανταζόμουν τον σημερινό μου εαυτό. Αλλά τουλάχιστον, κάπως τον φανταζόμουν. Είχα όνειρα. Μπορεί και να έχω ακόμα μερικά, «εδώ στου δρόμου τα μισά». Μπορεί κι εμένα να συννέφιασαν τα μάτια μου, πολύ και πολλές φορές, αλλά όχι τόσο στην εφηβεία. Κι όταν πολλοί μου λένε ότι μέχρις ενός σημείου τα λυπημένα μάτια είναι φυσικό επακόλουθο της εφηβείας, δεν μπορώ να συμμεριστώ ότι, ωραία, αυτή είναι η απόλυτη απάντηση και ας ξαναγυρίσουμε στη συνθήκη της Τορντεζίλα. Ναι, μέσα στο σώμα και την ψυχή των εφήβων γίνονται σεισμοί, ηφαιστειακές εκρήξεις, είναι εύλογο να έχουν μεταπτώσεις, να ανεβαίνουν, να πέφτουν. ΟΚ. Νιώθω όμως ότι δεν είναι μόνο αυτή η αιτία που ζωγραφίζει στα πρόσωπα των εφήβων λυπημένα μάτια. Ιδιαίτερα όταν σκέφτομαι ότι η δικιά μου γενιά, αυτή η πιο χαζοχαρούμενη κι ονειροπόλα στην εφηβεία της, είναι αυτή που γέννησε και μεγαλώνει τα παιδιά με τα λυπημένα μάτια.

Στην αρχή νόμιζα πως με τον χρόνο θα μού περάσει. Ότι θα συνηθίσω να συναντιέμαι με κάποια λυπημένα μάτια, και να τα προσπερνάω, γιατί πρέπει να βγάλω και τις φωτοτυπίες μου, γιατί πρέπει να ετοιμάσω το επόμενο διαγώνισμα ή να γράψω το επόμενο διοικητικό έγγραφο του σχολείου, γιατί πρέπει να μπω στην τάξη να παραδώσω για την εικονομαχία, και την καμπύλη παραγωγικών δυνατοτήτων, και την αρχή της δεδηλωμένης.

Δεν συνήθισα. Κι όσο κι αν ο χρόνος πιέζει, δεν μπορώ να μη σταματάω όταν βλέπω λυπημένα μάτια. Που τα «πιάνεις» φευγαλέα γιατί τρέχουν καμιά φορά να κρυφτούν πίσω από μια γκριμάτσα, που μεταμφιέζονται σε έναν κάποιο ψίθυρο, μια σφαλιάρα στον διπλανό, έτσι, για ξεκάρφωμα.

Πολλές φορές έχω προσπαθήσει, διακριτικά, να μάθω κι άλλα για τα λυπημένα μάτια. Στο διάλειμμα, λιγότερο ή περισσότερο διακριτικά, ρίχνω την ερώτηση. «Κάπως σε βλέπω σήμερα… Να ξέρεις, αν θέλεις κάτι να πεις, εδώ είμαστε εμείς». Εμείς. Οι δάσκαλοι. Τις περισσότερες φορές έρχεται ένα κάποιο χαμόγελο, μια συγκατάνευση, μια-δυο δειλές, φοβισμένες κουβέντες, μέχρι εκεί.

Τα παιδιά δυσκολεύονται να μας μιλήσουν, ακόμα κι όταν εμείς οι μεγάλοι δείχνουμε πρόθυμοι ν’ ακούσουμε. Κι εγώ στην ηλικία τους δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ να μιλήσω σ’ έναν καθηγητή μου – εκείνος ήταν εκεί για να μού μάθει θεωρήματα, να μου μάθει για τη συνθήκη της Τορντεζίλα. Ήμασταν απέναντι. Εκείνος ήξερε και ήθελε να με διδάξει, κι εγώ δεν ήξερα και δεν ξέρω αν ήθελα να μάθω. Έτσι τον έβλεπα. Εκείνος εκεί είναι η αυθεντία, που ξέρει τα πάντα κι εγώ δεν ξέρω τίποτα, και απ’ αυτά που διάβαζα όλη μέρα χτες δεν θυμάμαι τίποτα, κι αν με ρωτήσει δεν θα ξέρω τίποτα, τίποτα. Αλλά μπορεί και να μη με ρωτήσει, και μπορεί σήμερα να μην κάνει εξέταση, και, ναι, μπορεί να μη γράψουμε διαγώνισμα σήμερα, Παναγία μου, και μπορεί να χτυπήσει το κουδούνι και να τελειώσει όλο αυτό, με πόση λαχτάρα περιμέναμε να χτυπήσει το κουδούνι… Οι δυο μας, καθηγητής και δάσκαλος, ήμασταν χώρια. Απέναντι. Αυτός στην έδρα κι εγώ στο θρανίο. Αν σκεφτόμασταν την οπτική γωνία απ’ όπου μας βλέπουν τα παιδιά, αν μπορούσαμε να δούμε πώς μας βλέπουν, μάλλον, αν μπορούσαμε να θυμηθούμε πώς βλέπαμε κάποτε εμείς τον καθηγητή, θα ήμασταν αλλιώτικοι κι εμείς.

Τα παιδιά δυσκολεύονται να μας εμπιστευτούν. Και δεν τα κακίζω. Εμείς είμαστε εκείνοι που τους ζητάμε να είναι άψογοι, διαβασμένοι, τέλειοι, να γράφουν καλά στα διαγωνίσματα, στις εξετάσεις. Πώς άραγε μπορούν να μας ανοίξουν την καρδιά τους; Πώς μπορούν να μας μιλήσουν για τα λυπημένα τους μάτια, εμάς, που τους «εξετάζουμε» κάθε μέρα; Εμάς, που τρέχουμε να προλάβουμε την ύλη, να κάνουμε ασκήσεις, που εκνευριζόμαστε ή στενοχωριόμαστε όταν «μας χαλάνε το μάθημα» με φασαρία; Μήπως φταίμε λιγάκι κι εμείς; Μήπως είμαστε πολύ αυθεντίες, πολύ επιστήμονες, μήπως καμιά φορά κάνουμε τα παιδιά να νιώθουν ότι αν μας μιλήσουν για τα λυπημένα τους μάτια εμείς θα πάρουμε ένα κόκκινο στιλό και θα τραβήξουμε δυο κόκκινες γραμμές κάτω απ’ αυτά τα μάτια σαν να τους λέμε: «Είδες; Σού βρήκα κι άλλο λάθος…»;

Μήπως πρέπει κι οι δυο, και ο μαθητής και ο δάσκαλος, να ξεπεράσουμε λίγο αυτή την αμοιβαία καχυποψία;… Μήπως εμείς οι δάσκαλοι πρέπει να κάνουμε το πρώτο βήμα; Μήπως πρέπει να σταματήσουμε να προσπερνάμε βιαστικά τη λύπη στα μάτια των παιδιών, γιατί σε λίγο καιρό εκείνα τα ίδια λυπημένα μάτια δεν θα μας βλέπουν πια καθόλου; Μήπως σ’ ένα κράτος που κανείς δε νοιάστηκε ποτέ να προσφέρει υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχικής στήριξης στα παιδιά είμαστε οι μόνοι που αντικειμενικά μπορούν και οφείλουν να το κάνουν;

Δεν είμαστε εκπαιδευμένοι γι’ αυτό, θα πει κάποιος… Δεν είμαστε, έτσι είναι. Και μπορεί να κάνουμε λάθος αν πάμε να κάνουμε κάτι. Μπορεί να κάνουμε κακό. Εντάξει. Αλλά μπορεί να κάνουμε και καλό. Κι αυτό το τελευταίο «μπορεί» είναι καλύτερο από το να μην κάνουμε τίποτα, από το να προχωράμε παρακάτω και τα λυπημένα μάτια να είναι ακόμα εκεί.

Και σ’ αυτή την προσπάθεια, δεν έχουμε την πολυτέλεια να έχουμε λύσει πρώτα το πρόβλημα της επιτυχούς μετάδοσης της γνώσης. Προσωπικά, αισθάνομαι ότι ως προς την επάρκεια της διδασκαλίας μου έχω τρομακτικές αδυναμίες – δεν μπορώ τις πιο πολλές φορές να αποφύγω τη φασαρία και να κρατήσω το ενδιαφέρον των παιδιών - απέχω δηλαδή πολύ απ’ αυτό που εγώ ως μαθητής θυμάμαι ως «καλό καθηγητή». Όμως την ίδια στιγμή νιώθω ότι παρότι αυτό δεν το έχω λύσει και προσπαθώ διαρκώς, δεν μπορούν να πάψουν να με απασχολούν κι όλα αυτά τα λυπημένα μάτια που περνούν φευγαλέα από μπροστά μου. Κι όχι μόνο εμένα. Νομίζω είμαστε πολλοί. Που δεν φοβόμαστε να πλησιάσουμε πιο κοντά, που δεν φοβόμαστε να βάλουμε μπροστά τον άνθρωπο από τον δάσκαλο. Και ποιος είπε, άραγε, ότι αυτά τα δύο σημαίνουν κάτι διαφορετικό;

Καμιά φορά αναρωτιέμαι ποιος είναι ο σκοπός του σχολείου. Ωραία, ένας σκοπός είναι να μάθουν τα παιδιά να μαθαίνουν. Άλλος ένας, να μάθουν να συνυπάρχουν με τους άλλους, να είναι ενεργοί πολίτες με γνώση, αίσθημα ευθύνης, κοινωνική αλληλεγγύη. Όμως, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη εποχή, έχω αρχίσει να πιστεύω ότι υπάρχει κι ένας ακόμη πιο σημαντικός στόχος, ίσως ο πιο σημαντικός.

Θά ‘θελα να μπορούσαμε να μαθαίναμε τα παιδιά μας ότι έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίζουν ότι γεμίζει τα μάτια τους με θλίψη. Ότι όλα παλεύονται, και το πρώτο βήμα είναι να μοιραστείς αυτό που σε πονάει, γιατί έτσι η δύναμή του γίνεται μεμιάς μισή. Κι έπειτα, να προχωρούν ακόμη παραπέρα: να μάθουν να ανακαλύπτουν, να οραματίζονται και να διεκδικούν την ευτυχία. Όχι αυτό που εμείς σχεδιάζουμε ως «κατεύθυνση» στη ζωή τους μέσα από το αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου. Τη δική τους ευτυχία. Να ανακαλύπτουν τί είναι πραγματικά αυτό που αγαπούν, τι είναι αυτό που ζητάει η ψυχή τους, και να παλεύουν να το πραγματοποιήσουν.

Με δυο λόγια, να μάθουν να διώχνουν τη θλίψη τους και να έλκουν τη χαρά τους.

Πολλές φορές έρχονται στο μυαλό μου τα λόγια που θα ‘θελα να πω σ’ ένα παιδί με λυπημένα μάτια. Όλα αυτά που πολλές φορές δεν έχω πει επειδή φοβήθηκα ότι δεν θα με πιστέψει. Όπως κι εγώ μπορεί να μην πίστευα τον καθηγητή μου αν ήμουν στη θέση του.

«Θα’ θελα να σου πω να ανοίξεις την καρδιά σου, να μοιραστείς μαζί μου, μαζί μας, αυτό που σε πονάει. Ότι όχι, δεν είμαι απέναντί σου για να σου βάλω βαθμό και για να σου βρίσκω λάθη, αλλά είμαι μαζί σου. Είμαι εδώ για σένα και δεν κρατάω κόκκινο στυλό, αλλά σου δίνω το χέρι. Όχι για να σε πάω όπου θέλω εγώ ή το Υπουργείο ή οι γονείς σου, αλλά για να κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω να βρεις τον δικό σου δρόμο. Ότι εγώ δεν είμαι ο κύριος Τέλειος που θα σε κρίνει, αλλά κάποιος που έχει κι αυτός κάνει λάθη στη ζωή του, πολλά λάθη, που δεν είναι εκεί για να σου κολλήσει έναν αριθμό από το 1 ως το 20 στο κούτελο, αλλά για να είναι στο πλάι σου, όχι μόνο τα 40 λεπτά της διδακτικής ώρας, όχι μόνο για να σου διδάξει αυτά που λέει η ύλη, αλλά είναι εκεί και το πρωί στην προσευχή και στην εκδρομή και στο διάλειμμα. Δεν μπορώ να σου πω ότι μονομιάς θα βρούμε τη λύση. Μπορώ όμως να σου ορκιστώ ότι η δικιά σου αλήθεια, όποια κι αν είναι, δεν με θυμώνει, δεν με τρομάζει, γιατί μπορεί να την έχω αισθανθεί κι εγώ, και θα δεις, ότι αν ανοίξεις την καρδιά σου, καμιά αλήθεια δεν θα μπορεί να σε τρομάξει ούτε εσένα».

Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι έχουμε τη δύναμη να κάνουμε χαρούμενα όλα τα λυπημένα μάτια. Όμως είμαι πεπεισμένος για ένα πράγμα: Ότι για όσον καιρό θα είμαι στην εκπαίδευση (αβέβαιο κι αυτό έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα) θα ήθελα να έχω τα δικά μου μάτια συνεχώς ανοιχτά για να συναντώ τα άλλα, τα λυπημένα. Και θα ήθελα να έχω και τα αυτιά μου πάντα ανοιχτά για να ακούω τις ιστορίες τους.