Αναζήτηση στο ιστολόγιο

27/3/12

Μικέλης Άβλιχος: Συνέντευξη μ' έναν αναρχικό



Το κείμενο αυτό γράφτηκε και διαβάστηκε, υπό τύπον θεατρικού αναλογίου, στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς (κηποθέατρο της Ιακωβατείου Βιβλιοθήκης) το καλοκαίρι του 2010. Τα λόγια του Άβλιχου είχε διαβάσει με τον χαρακτηριστικό του ενθουσιασμό ο Ληξουριώτης δάσκαλος και συγγραφέας Γεράσιμος Γαλανός. Η τότε αντιδήμαρχος κ. Σοφία Μαροπούλου μας είχε προτείνει να ετοιμάσουμε μια εκδήλωση για τον Μικέλη Άβλιχο, κι εμείς αντιπροτείναμε (και εκείνη δέχτηκε) κάτι διαφορετικό, ανατρεπτικό, γι' αυτόν τον ιδιαίτερο, αναρχικό Κεφαλονίτη, μακριά από μια τυποποιημένη ομιλία. Λίγος κόσμος ήρθε εκείνο το βράδυ. Και κατόπιν, άκουσα ουκ ολίγα (ας το πω κομψά) αρνητικά λόγια για το εγχείρημα... Ας είναι. Έτσι, μια και σήμερα είναι παγκόσμια ημέρα του θεάτρου, σκέφτηκα να το ανεβάσω εδώ, για να γνωρίσουν, όσοι επιθυμούν, έστω κι ετσι ανορθόδοξα, τον Μικέλη Άβλιχο, μέσα από τα δικά του λόγια. Σχεδόν όλα όσα λέει ο 'Αβλιχος εδώ, είναι λόγια που έχει πει ή έχει γράψει... Είναι, λοιπόν, μια φανταστική, αλλά αληθινή συνέντευξη...




Πρόσωπα

ΑΥΤΟΣ, ΑΥΤΗ, ΑΒΛΙΧΟΣ

ΣΚΗΝΙΚΟ
Τρία τραπέζια, σε τρεις γωνίες της σκηνής. Το ένα πιο παλιό, το τραπέζι του Άβλιχου, αδειανό. Το μεσαίο, με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το δεξί, γεμάτο βιβλία και χαρτιά.

Στο δεξί τραπέζι κάθεται ΑΥΤΟΣ, μελετώντας χειρόγραφα και βιβλία. Μπαίνει ΑΥΤΗ, με ένα μπουκέτο λουλούδια, και τα τοποθετεί στο άδειο τραπέζι, εκείνο του Άβλιχου. Έπειτα κάθεται στο μεσαίο τραπέζι και αρχίζει να πληκτρολογεί στον υπολογιστή.

ΑΥΤΗ

Λουλούδια… Του είχανε φέρει λουλούδια του Μικελάκη. Στο νοσοκομείο του Αργοστολιού ήταν, στο κρεβάτι του πόνου. Νοέμβριος του 1917. Εκείνος, λένε, μόλις τα είδε, σηκώθηκε, τα πήρε, και πήγε να τα προσφέρει σε μια νοσοκόμα που ήταν άρρωστη. Και τότε έσβησε. Μ’ ένα σαρκαστικό χαμόγελο στα χείλη. Λέγοντας « Μην κλαίτε, ο Μικέλης πάει στη ζωή»…

ΑΥΤΟΣ

1917. Έβραζε ο κόσμος, τότε, αλήθεια. Ο πρώτος μεγάλος πόλεμος σπάραζε ολόκληρο τον κόσμο… Εκατομμύρια οι νεκροί, οι τραυματίες, οι εξαθλιωμένοι… Και πάνω, στη Ρωσία, μόλις που είχε ξεσηκωθεί η επανάσταση των Μπολσεβίκων.. Λίγες μέρες πριν φύγει ο Μικέλης.

ΑΥΤΗ

Τον μισούσε τον πόλεμο…Σαν κακό όνειρο τον έβλεπε. Κι έφυγε εκείνη τη στιγμή που ο κόσμος άλλαζε. Άλλαζε με φωτιά και με μαχαίρι. Την έβλεπε τη φρίκη και την είχε τραγουδήσει
(Απαγγέλλει)

Τα φετινά Χριστούγεννα του 1914

Δεν είν’ αλήθεια – είν’ όνειρο κακό!
Τ’ ανθρώπινο αίμα τρέχει ποταμός…
Κοκκίνησε κι’ αυτός ο Ωκεανός…
Δεν είν’ αλήθεια τέτοιο ξαφνικό…
Καίονται χώρες, όνειρο φριχτό!
Η γη είναι φλόγες – ο Ουρανός καπνός…
Κι άγρια σταυρό συντρίβει άλλος σταυρός..
Βόγγος ο αέρας… ψυχομαχητό!

Κι άνωθεν ύμνος άγιος αντηχάει:
Χριστός γεννάται – του Κυρίου η Χάρις –
Αγνός αμνός της Παναγίας αγάπης…
Μα από τον Άδη ο Σατανάς γελάει…
Που ακόμα είναι Θεός του Κόσμου ο Άρης
Κι ως κι ο πολιτισμός Μέγας Χασάπης!
ΑΥΤΟΣ
Αναρωτιέται κανείς, για ποια εποχή γράφτηκε αυτό… Στο «Ζιζάνιο» του Μολφέτα δεν είχε δημοσιευτεί;

ΑΥΤΗ
Ναι, κι όχι μονάχα εκεί…

ΑΥΤΟΣΤι μανία που είχε κι αυτός ο Μικέλης να μη δημοσιεύει τίποτα… Και πού θα τα βρούμε εμείς τα γραφτά του;

ΑΥΤΗ
«Γραμματοαγραφία» το έλεγε αυτό…

ΑΥΤΟΣ
Για τα δικά μας τα βάσανα, δεν τον ένοιαζε, δεν ήθελε τίποτα από την ποίησή του να μαθευτεί, να μείνει: «Ούτε η τωροφημία, ούτε η υστεροφημία με νοιάζουνε».

(Ακούγεται από το παρασκήνιο η φωνή του ΑΒΛΙΧΟΥ)

ΑΒΛΙΧΟΣΤα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε!

ΑΥΤΟΣ
Είπατε κάτι;

ΑΥΤΗ
Όχι, νόμισα ότι εσείς…

ΑΥΤΟΣ
Όχι, εγώ δε μίλησα… Προσπαθώ να βρω άκρη μ’ αυτό το χειρόγραφο…. Έγραφε πάνω σε μικρά χαρτάκια, σε λογαριασμούς, σε κομμάτια από χαρτοφάκελα, σε μπακαλόχαρτα, όπου έβρισκε…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε…

ΑΥΤΗ
Κοντεύω να τελειώσω την καταγραφή… Κάνει πολλή ζέστη σήμερα…

ΑΥΤΟΣ
Πάει, το φάγαμε το καλοκαίρι ψάχνοντας το αρχείο του Μικέλη… Για να δούμε αν θα προλάβουμε την προθεσμία…

ΑΥΤΗ
Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά… Θυμάστε τι έλεγε ο Μικέλης για το καλοκαίρι;

ΑΥΤΟΣ
Καλώς το καλοκαίρι μας,
Που ηλιοροδισμένο
Και φορτωμένο οπωρικά
Στάζει ιδρώτα ως το χώμα..
Με τα εκλεκτά τα δώρα του
Ας βρέξουμε το στόμα
Κι εγκάρδια ας ευλογήσουμε
Τη φύσι που ως μητέρα μας γνοιάζεται εδώ πέρα

ΑΥΤΗ
Φάτε χρυσένιαις μέσπολαις
Κεράσια κοραλλένια
Δροσάτα βούσκα, παχουλά,
Οπού το μέλι στάζουν.
Κόψτε πεπόνια ζουμερά
Οπού γλυκά ευωδιάζουν,
Ροδάκινα, βερύκοκα
Που λυώνουνε στο στόμα, κι’ έχουν τον ήλιο χρώμα.

ΑΥΤΟΣ
Μυστήριος ο Μικέλης… Τη μια μες στα αίματα και τη μαύρη δυστυχία, την άλλη λυρικός, να θέλει να ρουφήξει ως το μεδούλι τη χαρά της ζωής.

ΑΥΤΗ
Κάπου διάβασα πως αγαπούσε πολύ τον Σολωμό. Μέσα από την απελπισία του ξεπηδούσε μια λαχτάρα, μια αγάπη, μια δίψα για ζωή…

ΑΥΤΟΣ
(σηκώνεται από το γραφείο και βγαίνει μπροστά)
Είναι τόσα πολλά μαζί και τίποτα απ’ όλα αυτός ο Μικέλης… Κι εμείς έχουμε μονάχα κομματάκια, σκόρπια κομματάκια χαρτί, απ’ όσα είπε, απ’ όσα έκανε… Κι όμως… Υπάρχει κάτι που το έχουμε χάσει. Που δε θα το βρούμε ποτέ όσο κι αν ψάχνουμε.

ΑΥΤΗ
Θα ‘θελα να τον είχα γνωρίσει από κοντά… Όσο περισσότερο σκαλίζω τα χειρόγραφα, νιώθω πως ακούω τη φωνή του.

Ακούγεται η φωνή του ΑΒΛΙΧΟΥ

ΑΒΛΙΧΟΣΕγώ, κι αν ξέρω να μιλώ
Να γράφω κι αν γνωρίζω
Στο λέω, δίχως να γελώ
Και να μη γράφω ξέρω.

Κι εκείνο που καλύτερα
Κι από τα δυο πασχίζω
Είναι συχνά να σιωπώ
Και το χαρτί να σχίζω/

ΑΥΤΟΣ
Είπατε κάτι;

ΑΥΤΗ
Θα ‘ θελα να τον είχα γνωρίσει από κοντά… Αυτό μόνο.

ΑΥΤΟΣ
(εν τω μεταξύ μπαίνει ο ΑΒΛΙΧΟΣ χωρίς να τον έχει καταλάβει ΑΥΤΟΣ… Βλέπει ΑΥΤΗΝ της δίνει χειροφίλημα και με νοήματα τη ρωτάει ποιος είναι ΑΥΤΟΣ και τί λέει)
Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσουμε να τον καταλάβουμε ποτέ… Ο Άβλιχος ήταν τα ποιήματά του, ήταν όμως κι οι κουβέντες του… Οι συζητήσεις του… Οι συναναστροφές του… Εμείς έχουμε τα στιχάκια, σαν λουλούδια κομμένα από έναν κήπο. Μα ο κήπος είναι χαμένος, μυστικός… Είναι ο ίδιος, εκείνος, που κατέβαινε στην πλατεία του Ληξουριού άψογος, καλοντυμένος με το καπελάκι του σε σχήμα πεταλούδας, με τη βελάδα του, μ’ ένα κολλάρο άσπρο σκληρό, συναντούσε εκεί τους συμπολίτες του στα καφενεια και πιάναν τη συζήτηση… Και ξεκινούσε ήρεμος, με χαμηλούς τόνους… και μετά γινόταν χείμαρρος, ένας χείμαρρος από λέξεις, εικόνες, επιχειρήματα που κέρδιζε και τον πιο δύσπιστο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Σαν τους στίχους μου διαβάζουν
Πώς κι εκείνος δε γελάει;
Πώς τα μούτρα του χαλάει;
Κ’ οι ρυθμοί τονε ταράζουν;
Μην τυχαίνει εδώ, ίσα , ίσα,
Ό,τι γίνεται στη λύσσα,
Που τη λύσσα ξεκαμπίζει
Το νερό που λαμπειρίζει;

ΑΥΤΟΣ αιφνιδιάζεται και απορεί. Πηγαίνει στο τραπέζι του, κοιτάει τα βιβλία του, κοιτάει τον Άβλιχο,
ΑΥΤΟΣ
Εσείς μοιάζετε τρομερά… Δηλαδή είστε ο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ναι, εγώ είμαι ο... Δηλαδή, για την ακρίβεια…
Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα,
Που έρμη ρέει σ’ έρημο γιαλό
Και ρέει σαν να κλαίη την ερμιά της,
Και μόνο νύχτα, μέρα, βράδυ, αυγούλα
Κρένει με του πέλαου το βογγητό,
Κι αν έρθει φτερωτός να πιη διαβάτης.
Μικελάκης Άβλιχος. Κάνω τον περίπατό μου, άκουσα την κουβέντα σας. Εσείς, ποιοι είστε;

ΑΥΤΗ
Μελετάμε το έργο σας.

ΑΥΤΟΣ
Θέλουμε να σας γνωρίσουμε καλύτερα.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και πού το βρήκατε εσείς το έργο μου; Για να δω… Τα ποιήματά μου εβγήκαν από τη φωτιά και εις τη φωτιά θα πάνε!

ΑΥΤΟΣΤα χειρόγραφά σας δεν πήγανε στη φωτιά. Είναι σ’ αυτόν τον χαρτοφύλακα. (παίρνει από το τραπέζι ένα ντοσιέ).

ΑΒΛΙΧΟΣ
Για, ένα μομέντο. Εγώ τα έδωσα στον Μικέλη το Τζανάτο και του είπα: πάρε ετούτα τα παλιόχαρτα και κάμε τα προσάναμμα…

ΑΥΤΗΟ Τζανάτος δεν τα έκαψε. Τα φύλαξε. Ευτυχώς. Και τα έδωσε στον Αριστείδη το Ρουχωτά. Που έφτιαξε μ’ αυτά βιβλίο με τα ποιήματά σας.

ΑΥΤΟΣ
Και πριν από το Ρουχωτά τα είχανε ξαναβγάλει τα ποιήματά σας. Όσα μπορέσανε να βρούνε τότε, δηλαδή…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τον προδότη τον συνονόματό μου.. Πού να φανταστώ!

ΑΥΤΗ
Μην είσαστε άδικος. Σας φρόντισε σαν αδελφό του όλη σας τη ζωή… Και δεν άντεξε να τα πετάξει στη φωτιά..

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ώστε εσύ μου την έκαμες τη δουλειά, Μικέλη Τζανάτε.. Μα δε θα σε πετύχω καμμιά μέρα εκεί στον άλλο κόσμο; Θα σε περιποιηθώ… Και με ποιο δικαίωμα ψαχνετε εσείς τα χειρόγραφά μου; Απαιτώ να μου τα δώσετε αμέσως… Και ό,τι έψαχνα να ανάψω κάτι κουκουνάρες για ένα ψησταρέλι!
(πάει να πάρει τον χαρτοφύλακα από ΑΥΤΟΝ – τον τραβούν κι από τις δυο μεριές)

ΑΥΤΟΣ
Δεν μπορείτε να μας το ζητάτε αυτό – ο κόσμος σας αγαπάει μα δε γνωρίζει το έργο σας. Θέλει να σας διαβάσει μα δε βρίσκει τα βιβλία σας. Η επιστήμη θέλει να σας μελετήσει… Χρόνια προσπαθούμε να αναλύσουμε τα ποιήματά σας… Ε

ΑΒΛΙΧΟΣ
Φέρτα εδώ σου λέω… (τα παίρνει)

ΑΥΤΗ
Ετούτη τη ζωή μας τηνε τρως
Κυρά επιστήμη στης ζωής την πάλη
Και με τη λαιμαργία του τί και πώς·

ΑΥΤΟΣΚι ενώ μας ρίχνεις ατυχείς στη ζάλη,
Μας παίρνεις κι απ τον τάφο μας σκληρώς
Κ’ εκείνο της θρησκείας το προσκεφάλι,
Που κεντημένο λέει «Ελπίς – Θεός»
Κ’ έτσι μας τρως και τη ζωή την άλλη.

ΑΥΤΗΚαι μας αφίνεις μόνη ευδαιμονία,
Σα μια σκιά, την υστεροφημία·
Για λίγους, ως και τούτη χαρισμένη,
Κι αν θέλης κάμε αλλιώς αν σε βασταίνη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Βλέπω τα ξέρετε καλά τα στιχουργήματά μου… Χαρά στην όρεξή σας. Ό,τι μάθατε μάθατε… Εγώ θα τα κάψω. Μονάχος μου!

ΑΥΤΟΣ (βγάζει από την τσέπη του ένα φλασάκι)
Και να τα κάψετε εγώ τα έχω εδώ μέσα φυλαγμένα. Ο κόσμος θα σας μάθει…. Θέλετε δε θέλετε.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τι είναι πάλι τούτο; Όλα μου τα ποιήματα εκεί μέσα;

ΑΥΤΗ
Ο κόσμος έχει ανάγκη από τα ποιήματά σας… Θυμηθείτε τα δικά σας λόγια:
«Ο κόσμος… η κοινωνία, είναι από πηλό πηχτόνε»
(στη δεύτερη φράση, μαζί με τον Άβλιχο)
«Όσο τον ανακατεύεις (και δύσκολα ανακατεύεται), υπόκειται στο ανακάτεμα. Άμα τον αφήσεις μένει στη θέση του».

ΑΥΤΟΣ
Καταλαβαίνετε… Σας χρειαζόμαστε. Ο κόσμος σήμερα μοιάζει με πηλό που κανείς δεν τον ανακατεύει. Τίποτα δεν κουνιέται… Γι’ αυτό σας έχουμε ανάγκη. Έχουμε ανάγκη τα λόγια τα δικά σας – τη σκέψη σας. Μια και ήρθατε ως εδώ, καθίστε να μιλήσουμε λιγάκι… Δε νομίζω ότι σας ζητάμε πολλά..

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και γιατί δεν πάτε να βρείτε τον Λασκαράτο; Μπροστά στον Λασκαράτο εγώ είμαι σαν τα λακούβια που βγάνουν αφράλα κι εκείνος είναι οι αλυκές του Κράτους..

ΑΥΤΟΣ
Βρήκαμε κάτι γράμματά σας προς τον Λασκαράτο.

ΑΒΛΙΧΟΣΔηλαδή ανοίγετε και ξένα γράμματα! Τότε είσαστε ή ανάγωγος ή ρουφιάνος.

ΑΥΤΟΣ
Κάποτε, στα νιάτα σας, τα χαλάσατε μαζί του. Και του είπατε να μη σας ξαναστείλει την εφημερίδα του, τον Λύχνο…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τα είχε βάλει με τους ριζοσπάστες τότε… Φίλοι, φίλοι, είπαμε, αλλά άμα είσαι φίλος αληθινός πρέπει να λες τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Εγώ τον Ανδρέα τον θαύμαζα. Πάντα τον συμβουλευόμουνα. Του είχα γράψει και κάτι στίχους. Αλλά όταν η στάση του με λυπούσε, τότε του το έλεγα μπούκα φόρα. Κι αυτός το εκτιμούσε…

ΑΥΤΟΣ
Εσείς δε γράφατε και τόσα πολλά γράμματα, εδώ που τα λέμε. Δε γράφατε πολλά γενικώς.

ΑΥΤΗ
Δεν είπαμε; Γραμματοαγραφία…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όπως το λες… Γραμματοαγραφία και φιλεντέλεια.

ΑΥΤΟΣ
Φιλεντέλεια;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Δεν το χεις νιώσει; Να είσαι πάνω από ένα κείμενο και να παλεύεις, μέρες, βδομάδες, να βρεις την κατάλληλη λέξη, και μετά να την αλλάζεις ξανά…και ξανά και ξανά γιατί πιστεύεις ότι δεν έχεις βρει την κατάλληλη. Γιατί άλλες εικόνες έχεις μέσα στο μυαλόσου κι οι λέξεις δε φτάνουνε για να την βρεις…
Να, βλέπεις για παράδειγμα, αυτή την ωραία δεσποινίδα… Και σπας το κεφάλι σου να βρεις τα λόγια που θα μπορούν να την περιγράψουν;

ΑΥΤΟΣ
Γιατί να σπάσω το κεφάλι μου; Θα έλεγα «μια λαμπρή επιστημόνισσα, μια έξοχη συνεργάτις»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι εγώ θα την έλεγα «Η βασίλισσά μου».

Μικρούτσικο σπιτάκι χαμηλό
Είν’ της βασίλισσάς μου το παλάτι
Και εκεί μέσα σα γιούλιο ντροπαλό
Κρυμμένη ‘ναι απ’ το βλέμμα του διαβάτη.

Κι εγώ διαβαίνω εκείθε και δειλά
Με τον κρυφό καημό μου το κυττάζω
Κι ‘αθέλητα, απ’ αγάπη σιγαλά
Μέσα από την καρδιά μου αναστενάζω.

Για βοήθησέ με λίγο κι εσύ, γέρος άνθρωπος είμαι… Εκεί, από Τρίτη στροφή

ΑΥΤΟΣ
Και καμαρώνω το βασιλικό
Οπού το παρεθύρι της στολίζει·
Καλότυχο μυρούδι φτωχικό
Που το χρυσό της χέρι σε ποτίζει.

Κι όταν στο χτυπολόημα τ’ αργαλειού
Και το γλυκό κελάηδημα γροικιέται
Του πολυαγαπημένου μου πουλιού,
Κάθε καϋμός αφ’ την καρδιά μου σβυέται

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και του παρεθυριού της τ’ αχνό φως
Τα βράδυα ν’ αγναντεύω δε χορταίνω·
Άστρο για εμέ δεν έχει ο ουρανός
Τόσο γλυκό και τόσο αγαπημένο.

Και λέω: «καλή σου ώρα» εσέ φτωχή,
Που, αν έχουν μετρημούς οι κόκκοι του άμμου,
Έχει κι ο πλούτος που έχεις στην ψυχή
«ώρα καλή σου» εσέ Βασίλισσά μου.

ΑΥΤΗ
Βλέπω πως αγαπάτε πολύ τις γυναίκες. Αλλά στη ζωή μείνατε μόνος σας.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όπως τα λες… Λάτρεψα τις γυναίκες σαν ειδωλολάτρης. Και είχα άδικο.

ΑΥΤΗ
Έχετε όμως πει και κάτι άλλο: Ο άνδρας είναι ο συλλογισμός. Η γυναίκα ο παλμός.

ΑΥΤΟΣ:Ναι, αλλά και κάτι ακόμα για τη γυναίκα: «Το μέγιστον κακό είναι ότι δεν βλέπει παρά το σήμερον, το συμφέρον της στιγμής. Το πάθος της, το πείσμα της, την εκδίκησίν της. Ο έρως ο αληθής είναι εκεί, προ πάντων, εις το οποίον είναι ξένη. Ο έρως δι’ αυτήν είναι λογαριασμός.»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Διαβασμένους σας βρίσκω.

ΑΥΤΗ
Άδικο δεν είναι να λέτε πως ο έρωτας για τη γυναίκα είναι λογαριασμός… Πως είμαστε μόνο συμφεροντολόγες; Όχι, δεν μπορώ να το δεχτώ ότι εσείς λέτε κάτι τέτοιο.

ΑΥΤΟΣ
Μάλλον κάποια θα σας πλήγωσε πολύ… Όχι η βασίλισσά σας. Αυτή που σας έκανε να θέλετε να φτάσετε στα άκρα. Ξέρετε τι εννοώ: Μιλώ για την ερωτική σας επιστολή.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα εσύ είσαι θρασύτατος.

ΑΥΤΟΣ
Η χθεσινή μαζί σου τσακωμάρα
Μ’ έκαμε τη ζωή να βαρεθώ
Και μού βαλε στο νου να σκοτωθώ
Για να τελειώσει κάθε φαωμάρα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Και δίχως φόβο και χωρίς τρομάρα
Άρπαξα το ξουράφι να σφαώ
Και τώχα να το χώσω στο λαιμό
Να φύγω από του κόσμου τη λαχτάρα.

Μα δεν ηξεύρω πώς και τι και ποιο
Κι αντί να κάμω τέτοια ανδραγαθία
Εβάρθηκα με μας να ξουρισθώ.

Και πέρασε και τούτη η τρικυμία!
Κι αντί να με θρηνήσης σκοτωμένονε
Θαρθώ να με φιλήσης ξουρισμένονε.

ΑΥΤΗ
΄Ετσι είναι ο έρωτας, περνάει καμμιά φορά, πονάει…και μένει μονάχα ένα παράπονο.

Αχ κάτι γιασεμιά λησμονημένα!
Που ελπίζανε για χάρι τους μεγάλη,
Σε τρυφερά κι αγαπημένα κάλλη
Να μαραθούν επάνω ζηλεμένα!

Άχαρο και θλιμμένο ριζικό τους!
Τα πήρε ο αέρας –τά ‘ριξε στη σκόνη!
Μα εκείθενε με φόβο ξεφυτρώνει
Φτωχό τραγούδι! Το παράπονό τους!

ΑΥΤΟΣΞέρετε πόσα τέτοια θα μπορούσα να σας ψάλλω;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ίσως επειδή τα ψάλλατε κι εσείς;

ΑΥΤΗ
Ίσως επειδή η μοναξιά είναι τόσο έντονη στο έργο σας. Η μοναξιά, κάποιες ματαιωμένες ελπίδες, χαμένες και διαψευσμένες αγάπες. Μυστικά που οι στίχοι σας δε θα μας αφήσουνε ποτέ να μάθουμε

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ετούτο το ‘γραψα στο mezzo secolo, όταν έκλεισα δηλαδή τα πενήντα μου χρόνια. Μονάχα αυτή την απάντηση έχω να σας δώσω σ’ όλα αυτά που με ρωτάτε:
Πάει το mezzo secolo λοιπόν
Κι ένα σκαλί πατούμε παρακάτου
Πιο ευτυχής ακόμα απ’ το Σαμψών
Δεν έλαβε ο ποιητής τη Δαλιδά του.

Κι ίχνη μονάχα αφίνει των χεριών
Στίχους πτωχούς εδώ, στο πέρασμά του
Τρόπαια πόνων, νότες στεναγμών
Που κρύβουνε συχνά τα μυστικά του.
Αυτό έχω να πω μονάχα. Έχετε κάτι άλλο να κουβεντιάσουμε;

ΑΥΤΟΣ
Ίσως, να παίρναμε τα πράγματα λίγο με τη σειρά…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Πολύ σπανίως η ευθεία γραμμή είναι και ο συντομώτερος δρόμος, ή η ευθεία γραμμή δεν είναι πάντοτε ούτε ο ευθύτερος ούτε ο συντομώτερος δρόμος.

ΑΥΤΗ
Γεννηθήκατε στο Ληξούρι, το 1844…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Βεβαίως… Αισίως έχουν περάσει 166 χρόνια…


ΑΥΤΟΣ
Και σπουδάσατε στο Πετρίτσειο Γυμνάσιο, στο Ληξούρι, στα χρόνια της αγγλοκρατίας. Τ’ αγαπούσατε τα βιβλία, φαντάζομαι.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Τ’ αγαπούσα και τ’αγαπώ. Τα βιβλία και λοιπά γραπτά είναι για τους ανθρώπους όπως τα άνθη για τις μέλισσες. Αυτές από αυτά βγάζουν το μέλι. Οι κηφήνες (μπουμπούλοι) τρώνε μόνον. Όλοι εκείνοι που αρέσκονται να γράφουν και δεν επιθυμούν να διαβαζουν είναι σαν τους πολυλογάδες, που θέλουν μόνον εκείνοι να μιλούν.

ΑΥΤΗ
Έφηβος συναντηθήκατε και με το ριζοσπαστισμό.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ήταν αδύνατο να μη συναντηθούμε. Δάσκαλός μου ήταν ο Θόδωρος Καρούσος, στο Πετρίτσειο. Ο Πανάς, ο Ανδρέας ο Μομφερράτος – όλοι τους ήτανε φίλοι μου. Και τι καβγάδες έχω κάνει με το Λασκαράτο για να υπερασπιστώ τους ριζοσπάστες…Δε λέγεται!

ΑΥΤΟΣΚι ύστερα ξεκινάει ένα μακρύ ταξίδι… Σπουδές στην Ευρώπη… Μεγάλο ταξίδι με πολλούς σταθμούς. Σπουδές που δεν τελειώσατε ποτέ.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Εκείνα που έζησα στην Κεφαλονιά με κάμανε να ταξιδέψω στην Ευρώπη… Όλη εκείνη η φόρα του ριζοσπαστισμού. Η λαχτάρα για αλλαγή. Για την Ένωση από τη μια, αλλά και για την κοινωνική αλλαγή από την άλλη. Ιδέες που έρχονταν στον μικρό μας τόπο από μακρινές επαναστάσεις, στη Γαλλία, στην Ιταλία.. Ήθελα να γνωρίσω από κοντά τις καινούριες ιδέες… Ιδέες που αλλάζανε τον κόσμο -Δεν τελειώνουνε ποτέ αυτές οι σπουδές. Δεν τελειώνουνε με τα διπλώματα.

ΑΥΤΗΚαι πήγατε στη Βέρνη της Ελβετίας… 23 χρόνων – τη χρονιά του μεγάλου σεισμού στην Κεφαλονιά. Τρία χρόνια μετά την Ένωση.

ΑΥΤΟΣ
Κι εκεί γνωρίσατε τον Μιχαήλ Μπακούνιν… Τον μεγάλο θεωρητικό του αναρχισμού. Αυτόν που σας μύησε στην αναρχική θεωρία. Που σας έκανε αναρχικό.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Δε μας κάνουν μονάχα οι άνθρωποι αυτό που είμαστε. Μα ο κόσμος που ζούμε… Η εποχή μας… Έβραζε η Ευρώπη εκείνη την εποχή. Στις μεγάλες πόλεις τα εργοστάσια ήτανε περικυκλωμένα από τις παράγκες των εργατών, που γίνονταν γρανάζια στις μηχανές των πλουσίων για ένα ξεροκόμματο. Το κεφάλαιο θησαύριζε από τη δουλειά τους. Και τα κράτη μονάχα μαζεύανε φόρους και τους ξοδεύανε σε πολέμους και σε μεγαλεία για τους βασιλιάδες. Η εποχή σε κάνει αυτό που είσαι. Και η συνείδησή σου. Αυτή η φωνή που είναι βαθιά μέσα σου και θλίβεται, δε μπορεί ν’ αντέξει την αδικία.

ΑΥΤΟΣ
Αχ, τη συνείδησί μου τη φτωχή!
Συχνά κυττάζοντάς την δακρυσμένη
Της λέω λόγια μέσα αφ’ την ψυχή
Σα μια μικρή παιδούλα αγαπημένη…

ΑΥΤΗ
Αχ! Ποιος καταλαβαίνει τη φωνή
Οπού βαθειάθε βγαίνει πονεμένη!
Παρηγοριά μου, ελπίδα μου ορφανή
Σφόγγισε τη θωριά σου την κλαμμένη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Γελάει, καγχάζει γύρω σου η κραιπάλη.
Σ’ οικτίρει η ευτυχής υποκρισία,
Που δοξασμένη ζη και βασιλεύει.

Μα εσύ αν μικρά θωρής τα μεγαλεία,
Και μόνο αγάπη ο πόθος σου αν γυρεύη,
Εις τη θερμή μου αναπάψου αγκάλη.

ΑΥΤΟΣΟ Μπακούνιν δεν ήθελε καθόλου κράτος. Ήθελε να εξαφανιστεί. Πίστευε ότι το απόλυτο κακό κρύβεται στην εξουσία. Και η θρησκεία, και οι πόλεμοι, όλα είναι κακά που έρχονται μαζί με το κράτος… Ότι όλοι οι άνθρωποι πρέπει να είναι απόλυτα ελεύθεροι, αδέσμευτοι από κάθε περιορισμό. Κι εσείς…. Πιστεύετε στ’ αλήθεια ότι ο κόσμος θα μπορούσε να λειτουργήσει έτσι;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Άκουσε να δεις: Η ελευθερία, παντός είδους ελευθερία, είναι το μεγαλύτερο δώρο της ζωής. Ο άνθρωπος πρέπει να ζητεί την ευτυχία του. Και σε τούτο μονάχα δεν αρκεί να είναι ενάρετος και ηθικός. Πρέπει να αγωνιστεί. Να αγωνιστεί ενάντια στην κακία των άλλων… Πρέπει να παλέψουμε λοιπόν. Κι ο λογικός άνθρωπος δεν είναι εγωιστής. Δε γίνεται τύραννος. Δεν καταχράται της δυνάμεώς του. Δεν τυφλώνεται από τα πάθη του. Αυτή είναι η δικιά μου κοσμοθεωρία.

ΑΥΤΗ
Και η θρησκεία; Έχετε μιλήσει με πολύ σκληρά λόγια…

ΑΥΤΟΣ
Ναι, σ’ εκείνο το χριστουγεννιάτικο ποίημα, που μάλιστα υπογράψατε ως «Αναρχικός» στο «Ζιζάνιον».

ΑΒΛΙΧΟΣ
Στη φάτνη των χτηνών Χριστός γεννάται
Χωρίς της επιστήμης συνδρομή
Η θεία φύσις κάνει για μαμή
Κι’ ό δράκος, σαν αρνί, Θεός κοιμάται.

Αύριον άντρας σα ληστής κρεμάται
-Νέα του κόσμου θέλει οικοδομή-
Σταυρό του δίνει ο Νόμος πληρωμή
Πλην άγιο φως στον τάφο του γεννάται.

Διάκοι του Βάαλ, δεν είναι δικος σας
Αυτός της φάτνης ο φτωχός Χριστός,
Που εκήρυξε για νόμο του τη χάρι,

Εσάς, τιμή σας μόνη το στιχάρι
Πομπές, θεοπομπές το ιδανικό σας,
Κι είν’ ο θεός σας σαν και σας, μιαρός.
Εσείς τι καταλαβαίνετε από αυτό το ποίημα;

ΑΥΤΗ
-Νέα του κόσμου θέλει οικοδομή- Γι’ αυτό σταυρώθηκε.
ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι εγώ. Νέα του κόσμου οικοδομή.Κάποτε είχα πει πως ουδεμία θρησκεία πρεσβεύω. Είμαι όμως χριστιανός. Οι άλλες θρησκείες είναι δεσμός της ανθρωπότητας, ο Χριστιανισμός όμως είναι εναγκαλισμος της ανθρωπότητας. Σας αρκεί αυτή η απάντηση;

ΑΥΤΟΣ
Γι’ αυτό κάποιοι σας λένε λίγο αναρχικό και λίγο αριστοκράτη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό το έχω ξανακούσει. Λοιπόν, σου λέω ότι αυτό ότι εν μέρει το βεβαιώνω και εν μέρει το αρνούμαι, διότι η αναρχία είναι άκρατος αριστοκρατία. Και άκρατος. Και αριστοκρατία.

ΑΥΤΟΣΤι σημαίνει τελικά για σας η αναρχία;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Οι άνθρωποι είναι δεμένοι με τις προλήψεις. Έναν έναν πρέπει να τους λύσεις. Για να λυθεί όμως κάποιος από τις προλήψεις, πρέπει να το θέλει και αυτός ο ίδιος. Αυτό είναι η αναρχία.

ΑΥΤΗ
Μήπως όλα αυτά ήταν μονάχα ένα όραμα; Μήπως όλα ήτανε μάταια; Πήγατε και στο Παρίσι… Στον καιρό της Κομμούνας του Παρισιού, το 1871. Και είδατε πού κατέληξε…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Σε όσους το λένε αυτό έχω μονάχα μία απάντηση: Όσοι δεν εννοούν τον σοσιαλισμόν ομοιάζουν με όσους δεν εννοούσαν τον ηλεκτρισμόν. Ήτανε συγκλονιστικές εκείνες οι στιγμές…

ΑΥΤΟΣ
Μα δε γράψατε ποτέ γι’ αυτές. Δε σκεφτήκατε πως κι εμείς θα θέλαμε να μάθουμε τι συνέβη εκείνες τις μέρες που ο κόσμος πήγαινε ν’ αλλάξει… Και δεν άλλαξε.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ποιος είπε πως δεν άλλαξε; Διαρκώς αλλάζει ο κόσμος.
Η γνώση και μονάχη να μιλή
Δίκιο θαν είχε για το κάθε τι,
Μα ο κόσμος δεν τ’ ακούει και πηλαλάει
Κι ο πώχει τη φωνή πιο δυνατή
Εκείνος και στερνά πάντα νικάει
Τιμόνι που τον κόσμο κυβερνάει!
Οι νικητές γράφουν την Ιστορία. Μάθετε όσα θέλετε από τα δικά τους τα γραφτά. Αν διαβάσετε ανάμεσα στις γραμμές, θα βρείτε την αλήθεια. Όχι μονάχα τη δικιά τους αλήθεια. Γιατί η Ιστορία προχωρεί ανεξάρτητα από τις βουλές τους.

ΑΥΤΗ
Κι ένα χρόνο μετά πήγατε στην Αθήνα, προσπαθώντας να ιδρύσετε έναν πολιτικό σύλλογο. Όλα αυτά τα γεγονότα λοιπόν σας επηρέασαν.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ο σπόρος του αναρχισμού είχε περάσει σιγά σιγά και στην Ελλάδα. Όχι μονάχος του. Μαζί με όλες τις καινούριες ιδέες… εκείνες που γεννιούνταν στους δρόμους και στα στέκια των εργατών… Άλλαζε κι η Ελλάδα. Πιο αργά, άλλαζε όμως.

ΑΥΤΟΣ
Ήρθατε με φόρα για δράση – μα αυτή σας η προσπάθεια φαίνεται πως δεν πέτυχε. Δεν τα βρήκατε όλοι εσείς – ή μήπως δεν ήτανε πρόσφορο το έδαφος; Έχω διαβάσει κάτι θυμωμένα σας γράμματα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα εσύ δεν έχεις ούτε ιερό ούτε όσιο. Τέλος πάντων… Στην Ελλάδα είμαστε μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων, εκείνοι που μιλούν και γράφουν και εκείνοι που ακούουν. Κανένας δεν επιχειρεί να κάμει τίποτε από όσα λέγει ή γράφει. Πουλάμε λόγια. Λόγια. Λόγια. Άλλοι τα αγοράζουν. Όλα πασατέμπο, για να σκοτώνουμε τις ώρες μας. Λέγονται πολλά και γράφονται περισσότερα. Ένα πράγμα χρειάζεται. Χρειαζόμαστε νου. Και ο νους είναι εργασία. Και της εργασίας το θεμέλιο είναι η πάστρα. Η καθαριότητα. Απ’ αυτήν πρέπει να αρχίσουμε.

ΑΥΤΗ
Απογοητευτήκατε από την Ελλάδα… Κάποιες φορές την αποκαλέσατε «Βρωμέικο».

ΑΒΛΙΧΟΣ
Όποιος θέλει να φτιάξει την Ελλάδα να κοιτάξει να φτιάξει προ πάντων, ή τουλάχιστο να μη χαλάσει τον εαυτό του. Και για την Ελλάδα πρέπει να αποβλέπουμε στο είναι. Στο είναι, και όχι στο θεαθήναι.

ΑΥΤΟΣ
Και γυρίσατε απογοητευμένος στην Κεφαλονιά. Και μετά, σωπάσατε… Στα τριάντα τέσσερά σας χρόνια γυρίσατε πίσω. Κι από τότε, δεν ξανακινηθήκατε… Όλη αυτή η ορμή, όλη αυτή η δύναμη από τα ταξίδια σας, φαίνεται πως έσβησε μόλις γυρίσατε στην Ελλάδα.

ΑΥΤΗ
Δεν είσαστε πολύ νέος για να τα παρατήσετε; Εννοώ, να σταματήσετε την πολιτική σας δράση. Γιατί συνεχίσατε με το λόγο, με την ποίηση.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Κι αυτό το έχω ξανακούσει. Σου λέει: Ο Μικελάκης είναι όλο λόγια και μόνον λόγια. Απάντησις. Υπάρχουν λόγια και λόγια, λόγια που παράγουν πράγματα και έργα. Και έργα και πράγματα μόνον για να γίνεται λόγος, λόγια που είναι μόνον φως, και λόγια που είναι μόνον καπνός. Εξάλλου, το είπανε και οι γραφές, εάν δεν πέσει ο σπόρος στη γη και πεθάνει, ή μάλλον αν δεν ταφεί, δεν θα βλαστήσει. Έτσι και η ενέργεια πρέπει να είναι αθόρυβη για να είναι αποτελεσματική. Η φύση είναι διδάσκαλος.

ΑΥΤΟΣ
Και κάνατε όπλο σας τη σάτιρα. Φαίνεται πως και στην Κεφαλονιά βρήκατε πρόσφορο έδαφος…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα… Δεν πρόλαβα.

ΑΥΤΗ
Την «Πινακοθήκη της Κολάσεως». Σας πρόλαβε ο θάνατος, όμως. Η πινακοθήκη έμεινε ατέλειωτη.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Θυμάσαι το προοίμιο; Τώρα να σε δω…

ΑΥΤΟΣ
Την κόλαση με εικόνες να στολίση
Εμπήκε στου διαβόλου το κεφάλι
Κ’ εγύρισε τον κόσμο να ζητήση
Πρόσωπα, που ν’ αρμόζη εκεί να βάλη

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μα πουθενά δεν ηύρε να εκτιμήση
Κακίας βάθος, που να κάνη ζάλη
Σα στην Κεφαλονιά, και ν’ αγαπήση
Ψυχές σατανικές, φρικώδη κάλλη.

Κι’ αγγάρεψε κι εμέ φτωχό ζωγράφο
Που κάπου είχε δική μου ιδή δουλειά
Για της πινακοθήκης τον τεχνίτη

Γι’ αυτό με πίσσα και με θειάφι γράφω
Κ’ η Μούσα μου στον άχαρο μπελιά
Με την κακή μου τύχη κλαίει και φρίττει.

ΑΥΤΗ
Λίγο σκληρά δε μιλάτε για την πατρίδα σας;… Γράφετε «με πίσσα και με θειάφι»… Μού φαίνεται πως αυτό είναι το όπλο σας, από την ώρα που γυρίσατε στην Κεφαλονιά. Αυτή είναι η δικιά σας κομμούνα – η γραφή σας.

ΑΥΤΟΣΗ σάτιρα. Αυτό που έκανε και τον Λασκαράτο γνωστό ως τις μέρες μας. Αυτό που χαρακτηρίζει τη λογοτεχνία στην Κεφαλονιά.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Ώρες ώρες το πιστεύω… Στη σάτιρα την έμπνευση τη δίνει η αηδία. Για τον κόσμο έτσι όπως κατάντησε. Στην πινακοθήκη της κολάσεως πρωταγωνίστρια είναι η αηδία

Κ’ εσύ αηδία έμπνευση μου δίνεις
Σε τούτα δω τα λόγια που αραδιάζεις
Μαύρη χολή από τους στίχους βγάζεις
Βόηθα τη ρίμα κ’ έρμο μη μ’ αφίνεις.
Τ’ άσμα σου ψάλλω εκ βαθέων ψυχής
Που εγνώρισα του κόσμου τα σιχάματα
Κ’ είμαι για τούτο κάπως ευτυχής,
Που δεν προσφεύγω σε γελοία κλάμματα.
Και πού να στρέψω δίχως εμπροστά μου
Εσύ να μη φανής Θεά αηδία!
Εσύ, πώχεις γεμάτη την καρδιά μου;

ΑΥΤΗ
Το κακό χρειάζεται απάντηση – τη δίνει η σάτιρα… Που με τη σειρά της τη γεννάει η αηδία μας απέναντι στο κακό… Μα πρέπει να έχουμε μάτια να το δούμε… Και να καταλάβουμε τον σατιρικό ποιητή. Κι η σάτιρα τότε τρυπώνει μέσα στο κακό, το διαβρώνει, το κάνει σκόνη…

ΑΥΤΟΣ
Αφού εμείς προηγουμένως ως κοινωνία έχουμε κάνει σκόνη τον σατιρικό ποιητή…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό είναι απολύτως φυσικό. Γιατί οι τροχοί επάνω στους οποίους κινείται ο ελληνικός κόσμος είναι δυο: φαγωμάρα και φιλαργυρία. Ιδέα κοινού συμφέροντος δεν υπάρχει. Ο καθένας για πάρτη του.

ΑΥΤΗΜιλήσατε πολύ σκληρά για τους ανθρώπους. Δεν σας ενδιέφερε ποτέ να είστε αρεστός στους άλλους… Με αμείλικτο τρόπο στηλιτεύσατε τους χαμερπείς:

ΑΥΤΟΣ
Πρόθυμος δυνατούς να μαμουρεύης
Στέκεις εμπρός τους σαν πιστό σκυλί
Σκυμμένος μαζωμένος να μαντεύης
Αν έχουν να σου δώσουν προσταγή.

Κι ενώ βαθειά τα μάτια βασιλεύης
Δείχνοντας και με τούτο υποταγή
Το στόμα ανοίγεις για να κολακεύης
Και για να τρως μονάχα χαμερπή.

ΑΥΤΗ
Χαμογελάς στα μούτρα που γελούνε,
Σουφρώνεσαι εμπρός στους σοβαρούς,
Και συμφωνάς εις ό,τι κι αν γροικησης·

Και μ’ όλα αυτά πολλοί θα σε φθονούνε
Πώχεις προστάτες φίλους δυνατούς
Και ξέρεις στον αιώνα μας να ζήσης.

ΑΥΤΟΣ
Μα εσείς ποτέ δε χαριστήκατε σε κανέναν. Δε διστάζατε να χτυπάτε εκεί που πόναγε, και να αδιαφορείτε για το τίμημα.

ΑΒΛΙΧΟΣΚριτής εαυτού κανείς. Ο δίκαιος αδικεί τον εαυτό του. Ο άδικος αδικεί τον άλλον.

ΑΥΤΗ
Στηλιτεύσατε την προγονοπληξία που χαρακτήριζε την Ελλάδα εκείνη την εποχή – πάλι πήγατε κόντρα στο ρεύμα…

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αρχαίοι εσμέν με τις Ελληνικούρες
Με τον Δωδέκατόν μας Βυζαντίνοι
Και βάζοντας στον Τύπο το μενού
Δειχνόμαστε Ευρωπαίοι όντες φίνοι
Κι αληθινοί Πολιτισμένοι Γάλλοι·
Άνθρωποι, αληθείς καρικατούρες
Που προς το θεαθήναι έχουν το νου
Πίθηκοι στα έργα, στα λόγια παπαγάλλοι.

ΑΥΤΟΣ
Η Ελλάδα του τότε… Μήπως και η Ελλάδα του σήμερα;

ΑΥΤΗ
Φιλαργυρία, ψεύτικη φιλοπατρία, κακολογία – όλα τα δεινά της εποχής… Εσείς τα χτυπήσατε, σήμερα ακόμα προσπαθεί η χώρα να τα ξεριζώσει από πάνω της.

ΑΒΛΙΧΟΣ
Μην ανησυχείτε. Θα τα ξεριζώσει, τώρα που έρχονται εκλογές. Ακούστε αυτή την ιστορία:

Ο Μαντζουράνης υποψήφιος εν Κεφαλληνία.

Ένας στην Αλεξάνδρεια ξακουσμένος,
Που επλούτησε στο τζόγο με καρπιαίς,
Μας ήρθε κολονάτα φορτωμένος
Για βουλευτής στις νέαις εκλογαίς.
Κι έξω ντελάλι βγάνει και φωνάζει
«Για πούλημα ποιος είναι στα χωριά
Ο Μαντζουράνης ψήφους αγοράζει
Και τους πληρώνει κι όλα στα γερά!»
Κεφαλωνίτες, αν στο πρόσωπό σας
Φιλότιμο υπάρχει κι ανθρωπιά.
Αποκριθήτε με το φάσκελό σας
Σε κείνον που σας πήρε για τραγιά.
Της Σάμης χωρικοί, Πλαρνοί, Ρισιάνοι
Πετάξτε του στα μούτρα ταις δραχμαίς
Δείξτε του στην τιμή πως δε σας φτάνει
Και σεις πληρώσετέ τον με φτυσιαίς.

ΑΥΤΟΣ
Σκληρές κουβέντες.

ΑΥΤΗ
Μα η σάτιρα πρέπει να είναι σκληρή.

ΑΥΤΟΣ
Θ’ αλλάξει άραγε ποτέ η Ελλάδα;

ΑΒΛΙΧΟΣ
Λάμνουμε τόσους χρόνους χωρίς τιμόνι. Όταν έπειτα από τόσον καιρό ανανοηθήκαμε πώς είμαστε ακόμη κοντά στο περιγιάλι, μας εφάνη παράδοξον. Φαίνεται ότι μία από τις φυσικές κλίσεις του ανθρώπου είναι η αγάπη, ο πόθος της εξουσίας, η αρχομανία, ίσως η ισχυρότερη μετά από τις σαρκικές ορμές. Το κουμάντο έρχεται και τούτο, όπως η αγάπη των χρημάτων, αφού με τα χρήματα εξασφαλίζει και αγοράζει κανείς κάθε πράγμα. Και με την εξουσία πάλι μπορεί κανείς να αποκτήσει και το χρήμα, και πολλά να εξασφαλίσει.

ΑΥΤΗ
Έχετε μιλήσει και για τα φιλαργυρία.

ΑΥΤΟΣ:
Σαν το Χριστό κ’ η φύση αναστημένη
Στοργή και ζέσι ολόγυρα σκορπάει,
Είναι του πάγου η πλάκα κυλισμένη
Κι από χαρά πάσα πνοή σκιρτάει.
Κι αγάλλεται όλη η πλάση ερωτεμένη
Και την ανάστασί της τραγουδάει!
Κ’ ευωδιάζει η πασχαλιά ανθισμένη
Κι ολούθε αγάπης φίλημα αντηχάει·

ΑΥΤΗ
Μόνον Ιούδα εσύ τ’ αργύριά σου
Μετράς – και δεν ευρίσκεις τη χαρά
Μήτε σ’ αυτά, και γι’ άλλα διψασμένος.

Ρίψτα λοιπόν και πήγαινε… κρεμάσου…
Θα σε δεχτή κουνώντας την ουρά
Ο Μαμωνάς στον Άδη, ενθουσιασμένος.

ΑΥΤΟΣ
Ξέρετε, και σήμερα έχουμε πολλούς Ιούδες.. Που μετρούν και εισπράττουν αργύρια, κι άλλους, πολύ πιο πολλούς, που πληρώνουν αυτή τους τη λαιμαργία.

ΑΥΤΗ
Κι έχουμε και την Ευρώπη, τους συμμάχους μας, που μας επέβαλε μέτρα οικονομικά, λένε, για το καλό μας. Όπως κάνανε και στα χρόνια σας οι σύμμαχοί μας. Τίποτα δεν έχει αλλάξει.

ΑΥΤΟΣΣαν να γράφτηκαν σήμερα τα ποιήματά σας… Γι’ αυτό θέλαμε να σας μιλήσουμε. Γι’ αυτό θέλαμε ν’ ακουστεί η φωνή σας. Έχουμε ανάγκη από μια «κραυγή περί δικαίου»
ΑΒΛΙΧΟΣ
Αφού κατά βαρβάρων Γερμανών
Δεν θέλησε η Ελλάς να πολεμήση
Δίκαιον βρίσκω τον αποκλεισμόν
Και δίκαιον από πείνα να ψοφήση

Μα το φτωχό το ζώον να πεθαίνη
Της πείνας, για δική μας μοχθηρία
Σκεφθήτε το Λαοί πολιτισμένοι·
Σ’ αυτό, φοβούμαι, γίνεται αδικία.

Σεις έχετε εταιρείες για τα ζώα…
Ερεύξομαι προς ταύτας μετά θάρρους
Ερρέτω ο πταίστης – σώσατε τ’ αθώα
Τ’ άλογα, τα μουλάρια τους γαϊδάρους

Δίκαιον όμως ο οίκτος ν’ απλωθή
Κ’ εις τους εκ του ποιμνίου του Μεσσία,
Κι αθώους κι αυτούς, δικαίως να τους δεχτή
Στην κιβωτό της μέσα η ευσπλαχνία.

Μα θαρρώ πως πρέπει να φύγω. Ωραία ήταν η κουβέντα σας. Σαν τον παλιό καλό καιρό.

ΑΥΤΟΣ
Μια χάρη ακόμα.

ΑΥΤΗ
Ναι, μια χάρη, τελευταία.
ΑΥΤΟΣΘα ‘ θελα να μας πειτε τι σας έπιασε και σατιρίσατε τον Βαλαωρίτη… Τότε, που γράψατε τον «Αμανέ»

ΑΒΛΙΧΟΣ
Αυτό ο φίλος μου ο Παναγάκης ο Πανάς επήγε και το δημοσίευσε χωρίς την άδειά μου. Αλλά, ας είναι. Γιατί, απαγορεύεται;

ΑΥΤΟΣ
Μα έναν τόσο μεγάλο ποιητή…. Δε σας συγκινεί η εικόνα του Γρηγορίου του Πέμπτου, δεν σας συναρπάζει το
«Πώς μας θωρείς ακίνητος;... Πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου τα όνειρα;... Γιατί στο μέτωπο σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσαις χρυσαίς αχτίδες,
όσαις μας δίδ' η όψη σου παρηγοριαίς κ' ελπίδες;...?»

ΑΒΛΙΧΟΣ (συνεχίζει)
Πώς μας θωρείς σαν άλαλος; Πού τρέχει το μυαλό σου;
Η φτερωταίς ελπίδες σου της δόξας … τ’ όνειρό σου
Ακόμη δεν ξεδούλιανε; Ακόμη δεν σε φθάνει
Αυτήνο το περήφανο του Παρνασσού στεφάνι
Που με λαχτάρα σώδωσαν, η νέα γενεά μας,
Η άδολη νεότης μας, τ’ αθώα τα παιδιά μας;

Και τα βουνά μας, ως κι αυτά που πάσχουνε πληθώρα
Και χύσαν αίμα, ίδρωτα… εκείνηνε την ώρα
Που ακούσαν το μπουζούκι σου τους ήλθε κάτι πράμα
Σαν αποκάτου… οχ την βαθειά χαρά και θλίψι αντάμα,
Π’ ακόμη δεν συνήρθανε και είναι κρύα κρύα
Σαν μαύρου τάφου μάρμαρο και πάσχουνε αναιμία.

Κ’ η ελληνίδες φώκιες μας, που πλένε ‘ς τα νερά μας
Και που κη αυταίς αισθάνουνται την εθνικότητά μας,
Όταν μ’ εκείνη την φωνή τους στίχους σ’ αγροικήσαν
Όλαις επάνω ‘ς τον αφρό σαν σαϊτάρια εχύσαν,
Εσκώσαν το κεφάλι του, ετέντωσαν τα’ αυτιά τους
Κι απ’ την πολλή συγκίνησι, εχλώμιασε’ η θωριά τους.

Βλέπετε να κάνω καμία σάτιρα; Εγώ υμνώ το μεγαλείο του εθνικού μας ποιητού Βαλαωρίτη… Αλλά…να σας πω, σαν να πέρασε η ώρα… Πρέπει να πάω σπίτι μου… Ο άλλος ο Μικέλης θα έχει έτοιμο το γιόμα.. Κι έχω να του ψάλλω και μερικά που πήγε και σας έδωσε τα χειρόγραφά μου…

ΑΥΤΟΣ
Θα μας τα δώσετε πίσω;

ΑΥΤΗ
Η φωνή σας πρέπει και τώρα ν’ ακουστεί… Ο κόσμος μας δεν έχει αλλάξει. Καθόλου δεν άλλαξε…

ΑΒΛΙΧΟΣ (μικρή παύση. – το σκέφτεται)
Τι τα θέλεις; Αφού τα έχεις εκεί μέσα…

ΑΥΤΟΣ
Θέλω να θυμούνται οι επόμενοι πως τα γράψατε πάνω σε μικρά, λερωμένα, μουτζουρωμένα κομμάτια χαρτί… Πως η ποίηση γεννιέται με πόνο, με φτώχια, με στέρηση, με πολύ απλά υλικά… Και πως αυτά τα κουρελιασμένα χαρτάκια μπορούν να μας μιλήσουν κατευθείαν στην ψυχή, όσα χρόνια κι αν έχουνε περάσει.

ΑΒΛΙΧΟΣ
(τα δίνει στην κοπέλα)
Ορίστε. Αλλά εγώ πρέπει να φύγω…

ΑΥΤΟΣ
Ευχαριστούμε. Ήταν μεγάλη τιμή…

ΑΥΤΗ
Δεν θα σας λησμονήσουμε.

ΑΒΛΙΧΟΣ(κάνει να φύγει, βλέπει τα λουλούδια)
Κάποτε δεν πρόλαβα να τα μοιράσω… Φρέσκα μου φαίνονται ακόμη, ζωντανά. (στο κοινό). Θα τα μοιραστώ μαζί σας… Τούτη τη φορά, ελπίζω να τα καταφέρω (Κατεβαίνει στο κοινό και μοιράζει ένα ένα τα λουλούδια. Την ίδια στιγμή)

ΑΥΤΗ Απαγγέλλει την ώρα που μοιράζει τα λουλούδια
Για αντίδοτο στου κόσμου τα κακά.
Πρόνοια σπλαχνική κι αγαπημένη
Χαρίζει αστέρια, μάτια θελκτικά.
Σ’ αυτά κ’ η Δόξα κλίνει θαμπωμένη.
Μα ο στίχος που απ’ τη λάμψι τους φωτίζεται
Με πόθο στη θωριά τους καθρεφτίζεται.
ΤΕΛΟΣ

20/3/12

Μαθητευόμενοι μάγοι [με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης]

Εικόνα: Πωλ Σεζάν, "Ο ποιητής κι η μούσα"

Ήταν έκπληξη το πρώτο κείμενο που ανάρτησαν οι μαθητές μου στη δοκιμαστική έκδοση της ηλεκτρονικής εφημερίδας της τάξης τους – ήταν ένα ποίημα, που «συνομιλούσε» με την «Ιθάκη» του Καβάφη. Το παιδί που το έγραψε δεν ήθελε να δημοσιευτεί το όνομά του… Ένα παιδί σ’ ένα νησί, το 2012, που συνομιλεί με τον Αιγυπτιώτη Κ.Π. Καβάφη, που έζησε αλλού, πριν 100 χρόνια, που με τη σειρά του συνομιλεί με τον Όμηρο και τη διαχρονικά οδυσσειακή φύση του ανθρώπου… Άνθρωποι που δεν συναντήθηκαν ποτέ, που μόνο οι λέξεις της ποίησης τους έκαναν να συνυπάρξουν, να συγκινηθούν για λίγο μαζί. Ωραίο ταξίδι.

Σιγά σιγά ανακαλύπτω πως κι άλλα παιδιά γράφουν – άλλα πιο κρυφά, άλλα αποκαλύπτουν σε κάποιους φίλους το γοητευτικό μυστικό τους. Σ’ ένα σύμπαν ολότελα ηλεκτρονικό, υπάρχουν ακόμα στυλό που ζωγραφίζουν αισθήματα πάνω σε περιθώρια τετραδίων, κάτω από τις ασκήσεις των μαθηματικών, τις μακρόσυρτες απαντήσεις της Ιστορίας και της Λογοτεχνίας. Τα παιδιά των έξυπνων κινητών και των κοινωνικών δικτύων έχουν κι άλλους τρόπους έκφρασης, πιο ενδιαφέροντες από τους προφανείς, πιο ουσιαστικούς, πιο σημαντικούς, και γι’ αυτό πιο κρυφούς…

Και από τη μία συγκινούμαι, γραφικός καθώς είμαι, μα από την άλλη νιώθω μεγάλη, τεράστια ανακούφιση, παρηγοριά, συνειδητοποιώντας ότι η ποίηση είναι ακόμα ζωντανή. Ότι οι νέοι άνθρωποι νιώθουν ακόμα την ανάγκη να εκφραστούν με τις λέξεις της ποίησης, να φτιάχνουν μικρά, προσωπικά, μυστικά σύμπαντα καμωμένα από λέξεις.

Οι άνθρωποι έχουν ακόμα ανάγκη να στιχουργούν. Αυτό σημαίνει πως ο κόσμος αυτός δεν έχει τελειώσει ακόμα. Σαν το κλειδωμένο πουλί στο κλουβί, που τόσο όμορφα περιέγραψε η Maya Angelou, έχουν ανάγκη τη χαρά του κελαηδίσματος – του ήχου που είναι τραγουδιστός, που ομορφαίνει με την ύπαρξή του τον κόσμο.

Οι περισσότεροι αναγνωρίζουμε σ’ αυτά τα παιδιά τους εαυτούς μας. Νεότεροι, όλο και κάποιο ποιηματάκι θα έχουμε σκαρώσει, όλο και κάποιο θα φυλάμε ακόμα. Νεότεροι. Όσο μεγαλώνουμε, πολλές φορές η ανάγκη να τραγουδήσουμε τις λέξεις γίνεται πιο μικρή – ίσως και να μικραίνει όσο λιγοστεύουν και οι φορές που ονειρευόμαστε ότι πετάμε. Μα όταν συμβαίνει αυτό σ’ έναν «μεγαλύτερο», να σκαρώνει ποιηματάκια ή να ονειρεύεται ότι πετάει, καμιά φορά ξυπνάει πιο ελαφρύς, καθώς ανακαλύπτει μια ξεχασμένη πηγή νιότης στα εντός του βάθη.

Γιατί γράφουν στίχους οι άνθρωποι; Γιατί τους αρέσει να παίζουν με τις λέξεις; Και γιατί μοιάζει σαν η παιδική φύση του ανθρώπου, όση εκάστοτε του έχει απομείνει, να είναι εκείνη που στιχουργεί;

Κάτι μαγικό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πιάνει τις λέξεις και προσπαθεί να τις ενώσει, να τις κάνει στίχους. Αν είναι μάγος πραγματικός, αυτό που θα καταφέρει τελικά είναι να τις μεταμορφώσει. Να τις ελευθερώσει από τη σκλαβιά τους, τη σκλαβιά στην οποία τις έχει καταδικάσει η γλώσσα. Τη σκλαβιά να είναι εκεί για να συμβολίζουν κάτι, να σημαίνουν κάτι. Ο αληθινός ποιητής, που, είπαμε, είναι και μάγος, με τα κόλπα του σπάει αυτή την αλυσίδα. Κι έτσι οι λέξεις ελευθερώνονται από το αφεντικό τους, τη σημασία τους, και παύουν πια να είναι η σκιά της σημασίας τους.

Κι αρχίζουν, οι μαγικές λέξεις, να ΕΙΝΑΙ. Να υπάρχουν μόνες τους. Να έχουν άλλη ζωή, δικιά τους. Να είναι κι αυτές όντα, όχι πια σκιές, και να φτιάχνουν, χέρι χέρι η μία με την άλλη, σύνολα τόσο όμορφα, τόσο παράταιρα καμιά φορά, τόσο μαγεμένα κι αυτά, που νομίζει κανείς ότι ακούει μια άλλη μουσική, μια μουσική δική τους, φτιαγμένη από γράμματα, από φθόγγους, από εικόνες που παράγουν οι ίδιες οι λέξεις.

Κι αυτή η μουσική μοιάζει με την πτήση των παιδικών ονείρων. Σε στέλνει πίσω σ’ έναν παράδεισο που κάποτε θυμάσαι πως έζησες, μα δεν ξέρεις πότε, κανείς δε σε είδε ποτέ εκεί, μα απλά το ξέρεις ότι υπάρχει.

Γι’ αυτό τα παιδιά δοκιμάζονται στην ποίηση. Όχι από την αγωνία τους να μιμηθούν τους μεγάλους ποιητές. Έτσι όπως τους διδάσκουμε, άλλωστε, είναι μάλλον πιθανότερο να τους μισήσουν παρά να τους αγαπήσουν. Αλλά από την αστείρευτη ανάγκη τους να δημιουργήσουν έναν δικό τους, μαγικό, παραμυθένιο κόσμο που είναι φτιαγμένος από τα απλούστερα υλικά – από λέξεις.

Ο ποιητής είναι ένας μικρός, φτωχός θεός, που κατασκευάζει το σύμπαν του με φτωχά υλικά – λέξεις μαγεμένες με τη συγκίνησή του, λέξεις που κεντάει με τη φαντασία του. Καμιά υλική πράξη του κόσμου τούτου δεν χρειάζεται – η ποίηση είναι η οικοδόμηση μιας καινούριας πραγματικότητας που υλικά είναι ανύπαρκτη. Μα συναισθηματικά πηγάζει από τα μεγαλύτερα, τα πιο δυσθεώρητα βάθη της ψυχής του ανθρώπου που επιχειρεί να την δημιουργήσει. Και που δεν ξέρει πού μπορεί να φτάσει για να αντλήσει το άυλο υλικό του, επειδή δεν ξέρει ούτε να μετρήσει, ούτε να περιγράψει το βάθος της ψυχής του.

«Μα μπορούν να γίνουν όλοι ποιητές;» θα ρωτούσε κάποιος…. Όχι. Δεν μπορούν όλοι να γίνουν σημαντικοί ποιητές. Αξίζει όμως να αισθανθούν αυτή την ανάγκη. Αξίζει, είναι πολύτιμο και ζωογόνο, όσοι τελικά την αισθανθούν, να προσπαθήσουν. Πολλές φορές. Και τα μάγια μπορεί να πιάσουν. Μπορεί και όχι.

Όσοι ασχολούμαστε με τα φιλολογικά, πολλές φορές με αρκετή μικροψυχία (αλλά και «ταλαιπωρημένοι» από τον τεράστιο όγκο των ποιητικών συλλογών που κυκλοφορούν αλόγιστα) ανακαλύπτουμε ποιήματα νεαρών ποιητών των προηγούμενων αιώνων που δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν γνωστοί, και σπεύδουμε, κάνοντας τη δουλειά μας, να τους κατατάξουμε στους «ελάσσονες». Κι αυτό είναι άχαρη, πολύ άχαρη και λυπηρή δουλειά, να βλέπεις όνειρα νέων ανθρώπων διαψευσμένα εκ των υστέρων. Μα τις πιο πολλές φορές ξεχνάμε ότι για τη ζωή εκείνων των ανθρώπων δεν έχει τόση αξία αυτό που βλέπουμε εμείς μετά από 100 ή 200 χρόνια, αλλά η έκρηξη που συντελέστηκε μέσα τους τότε, όταν ήταν ακόμη νέοι, όταν πάσχιζαν με μοναδικό όπλο τη φαντασία και τη συγκίνησή τους να απελευθερώσουν τις λέξεις, να απελευθερώσουν και να μοιραστούν ένα κομμάτι από την ψυχή τους.

Ίσως λοιπόν κι εμείς οι φιλολογίζοντες να χρειάζεται να αγκαλιάζουμε εκείνα τα ορφανά ποιήματα, με περισσότερη αγάπη. Και να παρατηρούμε τους νεοσσούς μας που ανοίγουν τα φτερά τους στιχουργώντας με περισσότερο ενδιαφέρον, μ’ εκείνη τη χαρά (παιδί της λαχτάρας) που σου προκαλεί το καινούριο που πάει να γεννηθεί, η ελπίδα ότι κάτι σπουδαίο μπορεί να βγάλει εκείνο το ταξίδι προς την Ιθάκη, την όποια Ιθάκη.

Και η ελπίδα ότι πάντα η συγκίνηση και η φαντασία θα κατοικούν στις ψυχές των μαθητευόμενων μάγων. Και θα τους δίνουν το έναυσμα να δοκιμάζουν μαγικά πάνω στις λέξεις, για να τους δώσουν ζωή, να τις κάνουν φτερά, για να πετάξουν προς το όνειρο.

Ίσως αυτό να εξηγεί ότι οι σπουδαίοι ποιητές δεν μεγαλώνουν στην πραγματικότητα ποτέ. Μένουν πάντα παιδιά. Μαθητευόμενοι μάγοι…

18/3/12

Επιτέλους, επιστρέφει!

Δώδεκα χρόνια περάσανε κιόλας. Δεν θυμάμαι καν τι μέρα ήταν. Εκεί, γύρω στις 20 Φλεβάρη 2000. Φορτώσαμε τις βαλίτσες μας στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Τα μισά πράγματα έμειναν στην Αθήνα. Δεν χωρούσανε στα μπαγκάζια.
Όπως όλοι οι φίλοι. «Έλα, μωρέ. Θα ανεβοκατεβαίνω συχνά.»... «Έλα, υπό δοκιμή είμαι... Δεν ξέρεις τι θα γίνει αύριο...»

Η σχολή, μισοτελειωμένη κι αυτή κατά ένα εξάμηνο. Τα όνειρα, ατελείωτα.

Στο σπίτι που με φιλοξένησε δεν είχα κουράγιο να πω αντίο. Στη θεία μου είπα ένα πνιγμένο ευχαριστώ.

Στα ανηψάκια δεν είπα πως φεύγω. Έκλαιγαν κάθε φορά που πήγαινα διακοπές στο νησί, φανταστείτε να τους έλεγα ότι φεύγω για καλά. «Να μας πάρεις μαζί σου». Τα καληνύχτισα σαν κάθε βράδυ.

Πίσω στο νησί με περίμενε μια δουλειά που δεν ήξερα, που δε σπούδασα. Που ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι θα κάνω. Ποτέ. Ένα σπιτάκι που μου ‘χαν βρει άρον άρον οι δικοί μου. Ένας κόσμος που κάποτε ήμουν μέρος του, μα τώρα...

Εννιά χρόνια πρωτύτερα, όταν έφευγα, 17 χρονών σχολιαρόπαιδο, ήμουν βέβαιος πως δεν θα γυρνούσα ποτέ πίσω στο νησί. Όλοι ήταν εξίσου βέβαιοι με μένα.

Σ' όλο το δρόμο έβρεχε. Κι εγώ είχα κολλήσει τη μούρη μου στο τζάμι του λεωφορείου. Τώρα, που δεν χρειαζόταν πια να μιλάω, μπορούσα ελεύθερα να κλάψω. Ποτάμι τα μάτια μου, από Κηφισό μέχρι Πάτρα. Και οι γροθιές σφιχτές.

Όλα μένανε πίσω. Μπροστά, υπήρχε μονάχα ένα «υπό δοκιμήν». Ένα σκοτάδι. Έστω. Καλό κι αυτό.

Εκείνες τις μέρες, ξανακυκλοφορούσε μετά από 7 χρόνια σιωπής ο «Ταχυδρόμος», παλιό αγαπημένο μου περιοδικό, σαν ένθετο πια στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου.

Όλη η Εθνική οδός Αθηνών-Πατρών ήτανε γεμάτη γιγαντοαφίσες που ανήγγειλαν το ευτυχές γεγονός. Και η υγρή μου ματιά δε χόρταινε να βλέπει το διαφημιστικό σλόγκαν του "Ταχυδρόμου" στα βρεγμένα φύλλα των αφισών να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά:

Επιτέλους, επιστρέφει!

14/3/12

Ο προσκυνητής της άμμου


Μέσα στο κάμα, διαλυμένος και στεγνός, μαζεύει τις σκέψεις του, αμμόκοκκους στη χούφτα. Σκορπούν. Στις κλειδώσεις των δαχτύλων, στα κοιλώματα της παλάμης, μένουν ελάχιστες καφετιές κουκίδες... Ο ιδρώτας του τις κρατάει κολλημένες εκεί. Τον γαργαλούν και τον πονούν.

Ο παράδεισός του, ένας κήπος μέσα στη βροχή. Με τα χρυσάνθεμα του Οκτώβρη να θάλλουν, ν' αντέχουν το βάρος από τις σταγόνες. Τόσο μακριά. Κι ο κήπος. Κι η βροχή. Εδώ, μόνο άμμος. Κοιτάει γύρω του. Κοιτάει και τη χούφτα του... Τα βλέπεις, τα ψίχουλά σου, μπροστά στο σύμπαν; «Τα βλέπω, αλλά τώρα διψώ.»

Κι η τύχη του, μια τρεχάλα πίσω από μια χίμαιρα. Ωραία τρεχάλα. Ατέλειωτη.

Θα το βρεις το νερό. Πέρα, μακριά από τους αμμόλοφους.

Σκιά... σκιά... Καμμιά. Δέντρα, πουθενά. Άμμος, μονάχα άμμος και μια ελπίδα στην καρδιά. Ούτε φαΐ, ούτε λεφτά. Μονάχα ελπίδα. Αβέβαια, σκοτεινά τα μελλούμενα... Μέσα σε τόσο φως...

Μα να ξάφνου μια όχθη ν' αχνολάμπει - γαλάζιο, γαλάζιο μέσα στο απέραντο χρυσάφι! Κι απ' την άλλη όχθη, χώμα, χώμα πλούσιο, εύφορη γη, γεμάτη λουλούδια.

Ο κήπος. Άνθρωπε της άμμου, τέλειωσε το ταξίδι!

Εκείνες τις ύστατες στιγμές πριν γευτείς το νερό, η δίψα (ή η λαχτάρα) έχει γίνει πια τόσο κολοσσιαία, που δεν μπορείς να την αντέξεις... Ορμάς, άνθρωπε της άμμου, ορμάς, πρώτα να ξεδιψάσεις τα χείλια σου, κι έπειτα να χαρείς τα χρώματα του κήπου. Πρώτα να γευτείς κάτι που δεν έχει γεύση. Κι έπειτα να χαρείς τα χρώματα, εσύ, που δεν ξέρεις άλλο χρώμα από της άμμου.

Σκέφτεσαι την ώρα που θα καθρεφτιστείς στο νερό, την ώρα που τα χείλια και τα' ακροδάχτυλά σου θα υγρανθούν από την πηγή της ελευθερίας. Ορμάς, τα πόδια σου βγάζουνε φτερά.

Μα, αλίμονο, άμμος... Άμμος... ΑΜΜΟΣ ήτανε το νερό, άμμος κι ο κήπος... Τα μάτια σου, αντί να καθρεφτίσουν τη μορφή σου, γεμίζουνε με άμμο, κι οι παλάμες σου με μερικούς ακόμη κολλημένους κόκκους...

Πας να κλάψεις μα δεν έχεις δάκρυα. Φρόντισε η έρημος.

Πάς να φωνάξεις, μα σε πνίγει η σκόνη.

Σηκώνεσαι. Σε βλέπω.... Παίρνεις το δρόμο σου ξανά... Άλλού είναι η πηγή της ελευθερίας.

Κι αρχίζει ξανά το ταξίδι. Κύκλος, ευθεία, ποιος ξέρει; Ταξίδι... Μηχανικά βάζεις τα χέρια πάνω από τα μάτια. Πού να πάς; Πώς να κρυφτείς από τον ήλιο;

Κάτι σιγοψιθυρίζεις... Συριστικό, με το στόμα μισόκλειστο, μέσα από το μαντήλι σου.

Άσε με ν' ακούσω. Άσε με ν' ακούσω, σε παρακαλώ!


[ Ήταν ένα διακειμενικό παιχνίδι - "διάλογος" με τους γαλλικούς στίχους του γνωστού τραγουδιού της Dalida "Salma ya Salama"]


11/3/12

Όταν ήμουν πιτσιρίκι...


.. η τηλεόραση είχε μόνο δυο κανάλια, που ξεκινούσαν στις 5.00 το απόγευμα και τέλειωναν στις 12.00

... η τηλεόρασή μας ήταν ασπρόμαυρη

... για να πάρουμε τηλέφωνο έπρεπε να πάμε στο μαγαζί του χωριού (με την συχωρεμένη πια μπακάλισσα από κοντά να ακούει όλες τις συνδιαλέξεις).

... το σχολείο μου είχε ένα δάσκαλο και δώδεκα μαθητές. Όλο το σχολείο.

... το ηλεκτρικό κοβόταν πολύ συχνά... Εξαιτίας του έχασα το τελευταίο επεισόδιο της Μάγιας της Μέλισσας και την επόμενη μέρα κλαίγαμε όλοι μαζί στο σχολείο.

... το νερό ερχόταν κάθε δυο-τρεις μέρες για μια-δυο ώρες. Έπρεπε να γεμίσουν τα βαρέλια και να ποτιστούν όλα μέχρι να τελειώσει.

... ο δάσκαλος έμενε στο χωριό και του κάναμε το τραπέζι εκ περιτροπής.

... περιμέναμε πώς και πώς τον πατέρα να πάει στην πρωτεύουσα για ψώνια και να μας φέρει περιοδικά.

... η μαμά διάβαζε «Πάνθεον» (πολύ φεμινιστικό) και «Γυναίκα». Εγώ διάβαζα «Μπλεκ» και «Αγόρι» (πιο παλιά Μίκυ Μάους, Σεραφίνο, Ποπάϋ, Τιραμόλα).

... κάποτε (πρέπει να ήμουν 8 ή 9) κάτω από τον Μπλεκ και το Αγόρι, στο σημείωμα με τις παραγγελίες μου, του έγραψα και έναν μεγαλύτερο τίτλο: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»).

... όταν η μαμά (ποτέ ο μπαμπάς) μας έπαιρνε στην πρωτεύουσα ή στο δικό της χωριό (που είχε θάλασσα) με οδηγό τον Μπάρμπα Νώντα, χαλάγαμε τον κόσμο, γιατί εμείς δεν είχαμε δικό μας αυτοκίνητο, αλλά μόνο ένα γάιδαρο, τη Τζίνα. Το ίδιο όταν ο θείος Τάκης μας έπαιρνε βόλτες και μας έβαζε στο πίσω μέρος της μπλε κλούβας του. Είναι ζήτημα αν υπήρχαν 10 αμάξια σε όλο το χωριό, κι αυτά κλούβες, ή αγροτικά.

...στην Τετάρτη η δασκάλα μας κατέβασε το Χριστό από τον τοίχο και ανέβασε έναν συμπαθή κύριο με μούσια που τον έλεγαν Άρη. Ήταν 1982 - ήμασταν τα παιδιά της Αλλαγής.

... η ίδια αυτή δασκάλα μας (από τις αγαπημένες μου) κάποτε, όταν τη ρώτησε η μαμά μου για το γιόκα της, της είπε: «Έχει το διάολο μέσα του». (τότε στενοχωρήθηκα κάπως, αλλά μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι η κυρία Ντίνα είχε δίκιο).

... ακούγαμε μαζί με τη μαμά «Κάθε μέρα παντού» στο Δεύτερο Πρόγραμμα, και αργότερα Γιάννη Πετρίδη από τις 4 στις 5 στο Πρώτο Πρόγραμμα.

... το ραδιόφωνο στην αρχή έπαιζε μόνο στα μεσαία. Εκεί ακούγαμε την ελληνική εκπομπή του ραδιοφώνου της Αλβανίας και ζηλεύαμε που εκεί τα παιδάκια περνούσαν τόσο καλά, και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι, ενώ εμείς κρυώναμε στο σχολείο και είχαμε βάλει την εικόνα του Καραϊσκάκη πάνω στο σπασμένο τζάμι.

... ακούγαμε και βραχέα: Casey Casem, America's top 40, στη Φωνή της Αμερικής, με ένα ψαλίδι πάνω στην κεραία του ραδιοφώνου, για να πιάνει καλά.

... πίστευα πως ήμασταν πολύ πλούσιοι (γιατί εμείς είχαμε βιβλία, περιοδικά και τη Τζίνα, κι ας δούλευε ο πατέρας μεροκάματο μέχρι το βράδυ) και καλούσα όλα τα παιδάκια στο σπίτι για φαγητό. Όταν ο παπάς διάβαζε τους άρτους στην εκκλησία και έψελνε «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» προσευχόμουνα μέσα μου «Παναγίτσα μου, κάνε να μη φτωχύνουμε ποτέ».

... ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο πιτσιρίκι. Γιατί είχα ό,τι ήθελα. Αγάπη, αυλή και κήπο, βιβλία, μπάνια στη θάλασσα, αγάπη, αγάπη, αγάπη....

[Αν ένα σημερινό πιτσιρίκι, με κινητό, ευρυζωνική σύνδεση κλπ. κλπ. διαβάσει όλα αυτά, θα νομίσει ότι συνέβαιναν διακόσια χρόνια πριν... Το ίδιο νομίζω κι εγώ...Αλλά πιστεύω κι εύχομαι ότι η ίδια η ζωή θα μας ξαναγυρίσει σε πιο αθώα πράγματα...]

7/3/12

H "σκοτεινή" πλευρά του Οδυσσέα




(... ή, ένας σύγχρονος ήρωας στην αρχαία τραγωδία)



Η αρχαία τραγωδία γνώρισε τη μεγάλη της ακμή στην Αθήνα του 5ου π.Χ. αιώνα, μια εποχή κατά την οποία η ανθρώπινη κοινωνία είχε προσεγγίσει μια άφταστη μέχρι σήμερα τελειότητα: η Αθήνα του 5ου αιώνα είναι ένας τόπος όπου η επιστήμη και η τέχνη αγγίζουν μια ζηλευτή κορύφωση μέσα στο περιβάλλον της αθηναϊκής Δημοκρατίας. Το περιβάλλον αυτό είναι ένας κόσμος όπου κυριαρχεί ο ορθός λόγος. Ωστόσο, στην τραγωδία παριστάνονται συχνά σκηνές φοβερές, τρομακτικές και εξώλογες. Ο έλεος και ο φόβος προέρχονται από έναν κόσμο άγριο και απειλητικό, έναν κόσμο πλημμυρισμένο από αίμα, πόνο και εξώκοσμες δυνάμεις. Η Αθήνα του χρυσού αιώνα συγκλονίζεται από την αρχαία τραγωδία. Γιατί ο χρυσός αιώνας είναι, ανάμεσα στ’ άλλα, και μια εποχή αυτογνωσίας. Ο άνθρωπος του χρυσού αιώνα ξέρει. Ξέρει ότι αυτός ο κόσμος που έφτιαξε με τη λογική του είναι ένα φυλλαράκι στον άνεμο της Ιστορίας. Η τραγωδία του ανθρώπου γεννιέται από αυτήν ακριβώς τη γνώση: Τη συνειδητοποίηση ότι, όπως θα έλεγε αργότερα ο Άμλετ «υπάρχουν πολλά πράγματα σε γη και σ’ ουρανό απ’ όσα με τη φαντασία σου μπορείς να ονειρευτείς».

Η τραγωδία είναι η συνειδητοποίηση του «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Είναι μια ανελέητη, άνιση και καταδικασμένη σύγκρουση: από τη μια ο άνθρωπος, ο άνθρωπος που ξέρει. Ο ελεύθερος άνθρωπος που ξέρει πόσο πεπερασμένη είναι η φύση του. Κι από την άλλη, οι δυνάμεις του σύμπαντος, εξώκοσμες, εξωανθρώπινες, που ο ίδιος ο άνθρωπος καλείται να αντιμετωπίσει, χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι επιλογή του: οι θεοί, η μοίρα, η άλογη νομοτέλεια ενός κόσμου που τελικά δεν είναι φτιαγμένος με ανθρώπινα μέτρα

Δε θα επεκταθούμε στα επιμέρους αυτής της σύγκρουσης. Η εύλογη απορία που θα γεννιόταν σε κάποιον θα ήταν πώς αυτή η γνώση μπορεί να οδηγήσει στην ευτυχία. Πώς μπορεί κανείς να είναι ευτυχισμένος όταν ξέρει; Γιατί ευτυχής μέσα στην άγνοια μπορεί να είναι; Είναι όμως αυτό ευτυχία;

Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση, θα χρειαστούμε τη βοήθεια ενός παλιού μας γνωστού: του Οδυσσέα. Θα τον αναζητήσουμε όμως όχι στα γνώριμά μας ομηρικά έπη, αλλά στις αρχαίες τραγωδίες όπου πρωταγωνιστεί, εφτακόσια περίπου χρόνια μετά την πολιορκία της Τροίας και τριακόσια μετά τις ομηρικές ραψωδίες. Έναν Οδυσσέα «άλλο», διαφορετικό απ’ ό,τι τον ξέρουμε.

Ο γιος του Λαέρτη δεν είναι από τα πρόσωπα που συναντάμε συχνά στην αρχαία τραγωδία, τουλάχιστον στα σωζόμενα σήμερα δραματικά κείμενα, κι αυτό ίσως, όπως θα δούμε, δεν είναι τυχαίο. Ο Οδυσσέας δεν εμφανίζεται πουθενά ως δραματικό πρόσωπο στα επτά σωζόμενα έργα του πρώτου από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές, του Αισχύλου, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε δύο από τα δράματα του Σοφοκλή, τον «Φιλοκτήτη» και τον «Αίαντα», ενώ ο τρίτος τραγικός, ο Ευριπίδης, βάζει τον Οδυσσέα να συμμετέχει στην «Εκάβη» και να πρωταγωνιστεί στο σατυρικό δράμα «Κύκλωψ». Αριθμητικά τουλάχιστον, εκ πρώτης όψεως παρατηρούμε ότι ο Σοφοκλής προτιμά περισσότερο τον ομηρικό ήρωα. Στη συνέχεια, θα επιχειρήσουμε ένα μικρό ταξίδι στα έργα αυτά, προκειμένου να συναντήσουμε τον Οδυσσέα όπως παρουσιάζεται εκεί – και ας επιχειρήσουμε από πριν να κάνουμε μια συμφωνία: Ας ξεχάσουμε για λίγο τον Οδυσσέα των ομηρικών επών, τον πολύτροπο και πολύπλαγκτο, και ας ζωγραφίσουμε το πορτραίτο του έχοντας διαθέσιμα μονάχα τα υλικά της τραγωδίας, μαζί με το «αλατοπίπερο» του σατυρικού δράματος.

«Αίας» του Σοφοκλή

Ο «Αίας» του Σοφοκλή είναι ο πρώτος μας σταθμός. Είναι, χρονολογικά, το παλαιότερο από τα έργα που εξετάζουμε, καθώς εικάζεται ότι γράφτηκε ανάμεσα στα 460 – 450 π.Χ. και είναι μάλλον και το παλαιότερο από τα σωζόμενα έργα του τραγικού ποιητή. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της τραγωδίας είναι ο Αίας ο Τελαμώνιος, ο γνωστός μας από την πολιορκία της Τροίας ανδρείος ομηρικός ήρωας. Μετά την «κρίση» μεταξύ των Αχαιών σχετικά με το ποιος θα πάρει τα όπλα του νεκρού Αχιλλέα, ο Αίαντας, υπόδειγμα μυικής δύναμης, πολεμικής αρετής και ανδρείας, βρίσκεται χαμένος. Νικητής είναι ο Οδυσσέας, ίσως όχι και τόσο γενναίος στη μάχη, μα «πολυμήχανος», έξυπνος, μπορεί και πανούργος. Ο Αίας θεωρεί την ήττα ύψιστη προσβολή και αποφασίζει να εκδικηθεί τους Αχαιούς. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή του θολώνει τα μάτια και αντί για το στρατό των Ελλήνων ορμά και σφαγιάζει τα κοπάδια τους. Ένα από τα ζώα το δένει και το βασανίζει ανελέητα πριν το σκοτώσει. Αυτό το ζώο είναι στα μάτια του ο Οδυσσέας. Όταν ο Αίας συνειδητοποιεί τί πήγε να κάνει και τί έκανε στ’ αλήθεια, νιώθει ότι έχει απωλέσει ολοκληρωτικά την τιμή του, τη μοναδική αξία που αναγνωρίζει στη ζωή του. Έχει αποφασίσει ότι πρέπει να πεθάνει – η γυναίκα του η Τέκμησσα προσπαθεί να τον μεταπείσει, κι εκείνος την ξεγελά. Στο τέλος φεύγει, ολότελα μόνος, προς την παραλία, κι εκεί αυτοκτονεί. Είναι ο μοναδικός θάνατος που βλέπουμε να συμβαίνει επί σκηνής στις σωζόμενες σήμερα τραγωδίες. Ο Μενέλαος δεν επιτρέπει στον αδελφό του, τον Τεύκρο, να τον θάψει. Το ίδιο και ο Αγαμέμνονας.
Ο Οδυσσέας εμφανίζεται στην αρχή του έργου, μαζί με την προστάτιδά του θεά Αθηνά. Πλησιάζει τη σκηνή του Αίαντα κι ο φόβος τον έχει κυριεύσει. Ξέρει καλά πως ο ίδιος είναι το πρόσωπο που εκείνη τη στιγμή το πρόσωπο που μισεί περισσότερο από κάθε άλλον ο Αίαντας. Ο Οδυσσέας τρέμει να αντικρίσει τον ήρωα, που αρχίζει να συνέρχεται από την οργή του. Αν δεν ήταν η Αθηνά, τώρα οι Έλληνες θα είχαν σφαγιαστεί. Ο διάλογος μεταξύ τους θα μπορούσε κανείς να πει ότι περιέχει ακόμη και κωμικά στοιχεία: Ένας Οδυσσέας σαν βρεγμένη γάτα, σκιαγμένος κυριολεκτικά, που φοβάται το ξέσπασμα του μένους του Αίαντα. Η Αθηνά τον κάνει αόρατο στα μάτια του τελευταίου, για να τον πείσει να παραμείνει εκεί. Καμμία σχέση, όπως μπορεί εύκολα ν’ αντιληφθεί κανείς, δεν υπάρχει με τον άνθρωπο που έμελλε να περιπλανηθεί στα πέρατα του τότε γνωστού κόσμου και να αντιμετωπίσει θηρία και εξώκοσμες δυνάμεις – να κατέβει μέχρι και τον Άδη. Όταν ο Αίαντας θα ξαναγυρίσει στη σκηνή του, στην ψυχή του Οδυσσέα τη θέση του τρόμου παίρνει η θλίψη:
«Με πιάνει θλίψη γι’ αυτόν τον έρμο, ας είναι εχθρός μου
Που συμφορά φριχτή τον έχει ζώσει.
Γιατί δε συλλογιέμαι τη δική του
Μόνο την τύχη, μα και τη δικιά μου
Μια και το βλέπω ξάστερα πως άλλο
Τίποτα οι ζωντανοί δεν είμαστε, μονάχα
Κούφιες σκιές, φαντάσματα κι αγέρας».
(μετάφραση Τάσος Ρούσσος)
Ένας άνθρωπος που μέχρι πριν από λίγο φοβόταν για τη ζωή του φτάνει στο σημείο να συγχωρήσει αυτόν που πριν από λίγο έμαθε πως του ετοίμαζε τον πιο φριχτό θάνατο. Θα φαινόταν ίσως μεγάλη γενναιοδωρία αυτή από τη μεριά του Οδυσσέα –ας μην ξεχνάμε όμως μια λεπτομέρεια: ο ίδιος ο Οδυσσέας ήταν η αιτία που οδήγησε στην έκρηξη οργής του Αίαντα. Μοιάζει με το να συγχωρείς τον υποψήφιο δολοφόνο σου όταν εσύ ο ίδιος τον έχεις φέρει σε βρασμό ψυχής.
Ο ίδιος ο Αίαντας δεν θ’ αντικρίσει ποτέ ξανά τον Οδυσσέα μέχρι την αυτοκτονία του. Ωστόσο συνέχεια θα βρίσκεται μπροστά στα μάτια του η σκιά του πιο μισητού για τον Αίαντα ανθρώπου επί της γης: «Πάνθ’ ορών» (Τα πάντα βλέπει), «όργανον κακών», «κακοπινέστατον άλημα στρατού» (το πιο σιχαμερό ξέπλυμα μέσα στο στρατό), «αιμυλώτατος εχθρός» (τρισπανούργος εχθρός). Αυτοί είναι μερικοί μόνο χαρακτηρισμοί που αποδίδει ο Αίαντας στον Οδυσσέα. Μόνο η σκέψη ότι ο γιος του Λαέρτη θα χαίρεται και θα γελάει βλέποντας το κατάντημά του, τον αποτρελλαίνει. Οι Ατρείδες χάρισαν τα όπλα του Οδυσσέα σ’ έναν πανούργο και περιφρόνησαν τη δύναμή του, την απόλυτη για κείνον αρετή. Ο τελευταίος μονόλογος του Αίαντα, πριν πέσει πάνω στο σπαθί του Έκτορα, είναι σπαρακτικός.
Κι όμως, αυτός ο Οδυσσέας που ο Αίαντας μισούσε τόσο, θα ξαναεμφανιστεί στο τέλος του έργου, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Αγαμέμνονα, για να επιτρέψει την ταφή του νεκρού ήρωα. Η λογομαχία του Οδυσσέα με τον Αγαμέμνονα είναι πολύ έντονη. Τα όπλα του Οδυσσέα σ’ αυτή την αντιπαράθεση δεν είναι η οργή, ούτε κάποια ιδιαίτερη δεξιότητα ή δύναμη, αλλά τα επιχειρήματα. Ο Αίας ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του. Ωστόσο, λέει, τον θεωρεί πιο γενναίο απ’ όλους τους Αργείους μετά τον Αχιλλέα. Δεν είναι σωστό να ατιμαστεί. Δεν είναι σωστό για έναν βασιλιά να φέρεται έτσι σ’ έναν νεκρό. Ο Αγαμέμνονας τελικά πείθεται να τηρήσει στάση Πόντιου Πιλάτου. Η τραγωδία τελειώνει με τον Τεύκρο, τον αδελφό του Αίαντα, να χαιρετίζει τη στάση του Οδυσσέα, σχεδόν να συμφιλιώνεται μαζί του – το μίσος του τώρα στρέφεται μόνο ενάντια στους Ατρείδες. Ωστόσο, δεν του επιτρέπει να συμμετάσχει στην προετοιμασία της ταφής του Αίαντα. Ο Οδυσσέας αποχωρεί συγκαταβατικά.
Τελειώνοντας το έργο, ασφαλώς μένουμε όλοι με την απορία: αυτή η στάση του Οδυσσέα είναι πραγματική έκφραση μεγαλοψυχίας ή διπλωματία; Όλες αυτές οι μεταπτώσεις του ήρωα (Φόβος – Θλίψη – Συγκατάβαση, και τελικά Υπεράσπιση αυτού που ήθελε να τον σφάξει) είναι γεννήματα της μεγάλης του καρδιάς ή μήπως του κοφτερού του μυαλού; Μήπως ο Οδυσσέας, εκτός από τα όπλα του Αχιλλέα, νίκησε τον Αίαντα και μετά θάνατον μ’ έναν άλλο τρόπο; Μήπως κατάφερε να θάψει την οργή του ήρωα για κείνον μαζί με το πτώμα του και να αποφύγει τη μετάδοσή της στη γενιά του Αίαντα;
Δεν μπορώ να σας απαντήσω σ’ όλα αυτά τα «μήπως» που αφορούν τον Οδυσσέα. Κι εκεί είναι η διαφορά του με τον Αίαντα. Στον Αίαντα δεν υπάρχουν «μήπως». Στον Αίαντα δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις για την ίδια ερώτηση. Στον Αίαντα υπάρχει μόνο μία απάντηση για όλες τις ερωτήσεις. Κι αυτή η απάντηση είναι μόνο μια λέξη: η λέξη «Τιμή». Η ζωή του Αίαντα είναι μια απλή ισότητα: ΖΩΗ = ΤΙΜΗ. Όταν χάνεται η τιμή, χάνεται και η ζωή, χωρίς πολλή σκέψη, χωρίς καμμία περίπλοκη διεργασία.
Ο Οδυσσέας, πάλι, είναι ένα εκατομμύριο πράγματα μόνο σε αυτή την τραγωδία. Μπορεί τα βήματα από τα παπούτσια του να μην ακούγονται τόσο δυνατά πάνω στη σκηνή, μα σίγουρα περπατάει πολύ περισσότερα χιλιόμετρα απ’ όσα νομίζουμε. Έχει κερδίσει τους Ατρείδες, και τους Αχαιούς εν γένει, εκ των προτέρων, αφού σ’ εκείνον χάρισαν τα όπλα του Αχιλλέα, αλλά στο τέλος κοντράρεται με τους ίδιους εκείνους που τον στηρίζουν, προκειμένου να κερδίσει και την οικογένεια του Αίαντα. Ο Οδυσσέας δε θέλει απαραιτήτως να τον αγαπούν. Συχνά το να τον μισούν τον βολεύει αρκετά, ενώ δεν έχει ανάγκη να τον φοβούνται. Του αρκεί να καταλάβουν ότι είναι έξυπνος, ότι μπορεί με το μυαλό του να κατακτήσει μία πόλη.
Αν ο Αίαντας είναι ένας ογκόλιθος, ένας κατακόρυφος, τεράστιος τοίχος, που πάνω του γράφει με μεγάλα γράμματα «ΤΙΜΗ», ο Οδυσσέας είναι ένας ποταμός: χωράει σε όλα τα σχήματα, διακλαδίζεται, μεταμορφώνεται, κυκλοφορεί προς ποικίλες διευθύνσεις. Από τον τοίχο του Αίαντα η λέξη «ΤΙΜΗ» σβήστηκε – έτσι ο τοίχος πρέπει να πέσει. Ο Αίας δε γνωρίζει άλλο δρόμο. Ο Οδυσσέας φτιάχνει μόνος του δρόμο για να περάσει.
Αν στον Αίαντα ο Οδυσσέας προβάλλει την (αληθινή ή επίπλαστη) μεγαλοψυχία του ως θετικό στοιχείο του χαρακτήρα του, στο δεύτερο έργο του Σοφοκλή, στο οποίο εμφανίζεται ο Οδυσσέας, στον «Φιλοκτήτη», δυσκολευόμαστε πραγματικά να βρούμε κάποιο θετικό στοιχείο του ήρωα.

«Φιλοκτήτης» του Σοφοκλή.

Και οι τρεις μεγάλοι ποιητές γνωρίζουμε ότι είχαν γράψει από έναν «Φιλοκτήτη». Εκείνος που μας σώζεται είναι μόνον αυτός του Σοφοκλή, που χρονολογικά φαίνεται πως ήταν ο τελευταίος στη σειρά, μια και παρουσιάστηκε το 409 π.Χ., λίγα χρόνια πριν πεθάνει ο μεγάλος τραγικός. Από τα λιγοστά στοιχεία που έχουμε για τις υποθέσεις των χαμένων έργων, ο Οδυσσέας ήταν πρωταγωνιστής και στα τρία.
Στον «Φιλοκτήτη» του Σοφοκλή, ο Οδυσσέας, μαζί με τον νεαρό Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα, φτάνουν στη Λήμνο, όπου βρίσκεται μόνος και άρρωστος ο Φιλοκτήτης, άλλος ένας γενναίος και εξαπατημένος ήρωας του Τρωικού Πολέμου. Ο σκοπός του ταξιδιού είναι να αποσπάσουν από τον Φιλοκτήτη τα τόξα του Ηρακλή, χωρίς τα οποία η Τροία είναι αδύνατον να κυριευθεί. Ο Οδυσσέας βάζει τον νεαρό να εξαπατήσει τον Φιλοκτήτη, να τον κάνει να νομίσει ότι ο γιος του Αχιλλέα έχει εναντιωθεί στους Έλληνες και να τον πάρει μαζί του, έχοντας κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Ο Νεοπτόλεμος, παρά τις ηθικές αντιρρήσεις που έχει, παίζει το ρόλο του καλά και κατορθώνει να πείσει τον Φιλοκτήτη και να πάρει στα χέρια του τα τόξα. Ωστόσο, δεν εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και του εξομολογείται την αλήθεια: πρέπει να πάει στην Τροία. Ο Φιλοκτήτης αρνείται, και επιστρατεύονται τα μεγάλα μέσα: ο Οδυσσέας, που αποτυγχάνει να τον πείσει, έχει όμως τα τόξα, αποφασίζει λοιπόν να τον εγκαταλείψει. Η απόγνωση για το Φιλοκτήτη θα λήξει με μια μικρή επανάσταση του Νεοπτόλεμου, που θα του επιστρέψει το τόξο και θα τον πάρει να φύγουν, όχι για την Τροία, αλλά για την Ελλάδα. Ο Ηρακλής όμως θα παρέμβει και ο Φιλοκτήτης θα δεχτεί τελικά να πάει στην Τροία.
Ο «Φιλοκτήτης» είναι και το έργο στο οποίο ο Οδυσσέας έχει την πιο κυνική παρουσία. Στην αρχή του έργου δείχνει πως δεν ορρωδεί προ ουδενός προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Έχει στήσει με το μυαλό του μια συνωμοσία, όχι για να αποκομίσει κάποιο προσωπικό όφελος, αλλά για να γίνει τελικά πραγματικότητα η κατάκτηση της Τροίας. Βάζει τον Νεοπτόλεμο να εκτελέσει το σχέδιο, γιατί ξέρει καλά ότι αν προσπαθήσει ο ίδιος, η αποτυχία είναι σίγουρη. Στους ενδοιασμούς του νεαρού απαντά λέγοντας «Στα νιάτα μου εμένα εδούλευε το χέρι μου κι η γλώσσα μου καθόταν. Μα τώρα, που έφθασα στην ηλικία της πείρας, βλέπω σε όλα να είναι μπροστά τα λόγια, όχι τα έργα» [ορώ βροτοίς την γλώσσαν, ουχί τάργα, πάνθ’ ηγουμένην]. Και ποια λόγια; Όχι τα λόγια της πειθούς, αλλά ακόμη και τα λόγια του δόλου. «Τον Φιλοκτήτη σου λέω να πιάσεις με δόλο» λέει σε μια στιχομυθία με τον Νεοπτόλεμο. Κι όταν εκείνος ρωτάει γιατί όχι με πειθώ, ο Οδυσσέας απαντά «Γιατί δεν θα πεισθεί». Δεν υπάρχει καλύτερος μάστορας στην επιχειρηματολογία από τον Οδυσσέα (όπως τον είδαμε και στον «Αίαντα»). Αλλά εδώ ξέρει ότι ο λόγος, ο ορθός λόγος, δεν περνάει.
Ο Φιλοκτήτης δεν αντιμετωπίζεται με λόγια, γιατί δεν καταλαβαίνει από λόγια. Ο κόσμος του Φιλοκτήτη, όπως και ο κόσμος του Αίαντα, δεν είναι ο κόσμος του ορθού λόγου. Είναι ο κόσμος της δύναμης, ένας κόσμος που δεν έχει λογική. Ο νόμος του είναι το δίκαιο του ισχυρού. Ο Οδυσσέας ξέρει πως εδώ δεν χρειάζεται να μιλήσει. Ξέρει επίσης πως δεν μπορεί να καταφέρει τον αντίπαλο με τη δύναμη. Μένει μόνο ο δόλος, το όπλο του ανθρώπου ενάντια στον άλογο κόσμο της φύσης. Δεν θεωρεί ο Οδυσσέας ντροπή τις ψευτιές, αν αυτές φέρνουν σωτηρία. Και καταλήγει ανερυθρίαστα να πει «Όταν η πράξη φέρνει κέρδος, δεν πρέπει να διστάζεις» [όταν τι δρας ες κέρδος, ουκ οκνείν πρέπει].
Η γνώμη του Φιλοκτήτη για τον Οδυσσέα είναι, όπως εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό, η χειρότερη: «Ξέρω καλά ότι αυτός κάθε παλιανθρωπιά μπορεί να κάνει και να πει για να φτάσει τελικά στον άδικο σκοπό του» λέει ο Φιλοκτήτης, που, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης θα περίμενε να είναι νεκρός ο Οδυσσέας, κι όμως εκπλήσσεται όταν ο Νεοπτόλεμος του ανακοινώνει ότι νεκρός είναι ο Αχιλλέας. Κι όταν συναντιούνται οι δύο ήρωες, τη στιγμή που ο Νεοπτόλεμος έχει «σπάσει» και ο Φιλοκτήτης έχει πλέον γίνει κοινωνός της αλήθειας, η ένταση είναι τρομακτική. Η αηδία του Φιλοκτήτη για τον Οδυσσέα είναι έκδηλη – εκφράζεται σ’ έναν παραληρηματικό μονόλογο, γεμάτο οργή και κατάρες. Ο Οδυσσέας απαντά μόνο με μία φράση: «Θα μπορούσα να πω πολλά, αν η στιγμή το επέτρεπε. Μα τώρα ένα λόγο έχω. Όποιον χρειάζονται οι καιροί, τέτοιος είμαι εγώ». Και εκείνη τη στιγμή, πάλι μεταχειριζόμενος δόλο, δηλώνει στον Φιλοκτήτη ότι τον εγκαταλείπει στο νησί. Εξάλλου, ακόμη κι αν δεν πετύχει το τέχνασμα, έχει στα χέρια του τα όπλα.
Τα τεχνάσματα και η εξυπνάδα, ωστόσο, δεν βρίσκουν πάντοτε το δρόμο προς την επιτυχία. Το μελετημένο σχέδιο του Οδυσσέα θα ανατραπεί από τη νεανική ορμή και τον αυθορμητισμό του Νεοπτόλεμου, που θα πάρει τα τόξα και θα τρέξει πίσω στο Φιλοκτήτη. Ο Οδυσσέας θα διστάσει να αντιμετωπίσει τον καινούριο αντίπαλο. Θ’ ακολουθήσει μια καταιγιστική στιχομυθία, στην οποία ο βασιλιάς των Κεφαλλήνων θα χρησιμοποιήσει πλέον άλλα μέσα, εκτός από το δόλο. Απέναντί του τώρα έχει έναν νέο άνθρωπο – θα βάλει μπροστά την πειθώ, θα προσπαθήσει να τον θέσει προ των ευθυνών του. Θα μεταχειριστεί ακόμη και την απειλή του ξίφους. Μάταια όμως. Τα τελευταία λόγια του Οδυσσέα προς τον Φιλοκτήτη είναι μια απειλή: «Θα σε στείλω στην πεδιάδα της Τροίας, είτε το θέλει είτε όχι ο γιος του Αχιλλέα». Έπειτα, ο Οδυσσέας εξαφανίζεται ξαφνικά, όταν τα φοβερά βέλη του Φιλοκτήτη τον σημαδεύουν. Το έργο τελειώνει και ο Οδυσσέας δεν έχει ξαναεμφανιστεί. Είναι μοιραίο ο Φιλοκτήτης να δεχθεί να επιστρέψει μόνο μετά από θεϊκή προτροπή.
Θα ‘λεγε κανείς πως ο Οδυσσέας του «Φιλοκτήτη» είναι ο πιο σκοτεινός και ραδιούργος Οδυσσέας που έχουμε συναντήσει – μα ίσως είναι πιο σωστό να πούμε πως απλώς εδώ βλέπουμε έναν άνθρωπο να ξεδιπλώνεται με τρόπο αντίστροφο απ’ ό,τι στον Αίαντα. Εκεί, είδαμε στην αρχή του έργου τον φοβισμένο Οδυσσέα. Τώρα, ο Οδυσσέας φεύγει σιωπηλός και φοβισμένος προς το τέλος, όταν έχει καταλάβει πως έχει χάσει το παιχνίδι. Είναι μια ηχηρή σιωπή. Στον «Αίαντα» ο Οδυσσέας δεν έχει κανένα σχέδιο από την αρχή – στο τέλος όμως γίνεται ο καθοριστικός παράγοντας των εξελίξεων. Στον «Φιλοκτήτη» έχει το πάνω χέρι σ’ όλη την εξέλιξη του μύθου, αλλά τον χάνει από τα χέρια του στο τέλος (αν και ο σκοπός του κατορθώνεται τελικά, έστω και με άλλο τρόπο).
Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε κανείς αφοριστικά να πει ότι ο Σοφοκλής δε συμπαθεί ιδιαίτερα τον Οδυσσέα – το αντίθετο μάλιστα. Ωστόσο, πριν δούμε τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στο βασιλιά της Ιθάκης ο άλλος μεγάλος τραγικός, ο Ευριπίδης, ας κρατήσουμε ότι ο Σοφοκλής, μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ξεδιπλώνει όλες τις πτυχές της προσωπικότητες του Οδυσσέα, τον αποκαλύπτει στα μάτια μας όπως είναι και όχι όπως θα θέλαμε να τον βλέπουμε.

Ο Οδυσσέας στον Ευριπίδη

Ο τρίτος μεγάλος τραγικός, ο Ευριπίδης, όπως είπαμε, βάζει τον Οδυσσέα να πρωταγωνιστεί σε μία από τις τραγωδίες του («Εκάβη») και σε ένα σατυρικό δράμα («Κύκλωψ»). Ο Οδυσσέας πρωταγωνιστεί και στην τραγωδία «Ρήσος», που από άλλους αποδίδεται στον Ευριπίδη, ενώ άλλοι θεωρούν πως είναι μεταγενέστερο έργο.

«Εκάβη» του Ευριπίδη

Η «Εκάβη» χρονολογείται περίπου στο 425 π.Χ., λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμα του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η άλωση της Τροίας έχει ήδη συντελεστεί, και οι Έλληνες βρίσκονται, αποκλεισμένοι από τους ανέμους, στις απέναντι θρακικές ακτές. Ανάμεσα στις αιχμάλωτες Τρωαδίτισσες είναι και η Εκάβη, η κάποτε πανίσχυρη γυναίκα του βασιλιά της Τροίας Πριάμου. Ο Ευριπίδης, στο δράμα του «Τρωάδες», που αναφέρεται στην αμέσως προηγούμενη χρονικά φάση του μύθου, το οριστικό τέλος της Τροίας και την αιχμαλωσία των γυναικών της, που φεύγουν αφήνοντας πίσω τους αποκαΐδια, έχει περιγράψει μια ενδιαφέρουσα για το θέμα μας σκηνή: Προς το τέλος του έργου, η Εκάβη μόλις μαθαίνει ότι κληρώθηκε να είναι σκλάβα του Οδυσσέα, οδηγείται στο καράβι του, βλέποντας την Τροία να καίγεται. Έχει χάσει τα παιδιά της, το βασίλειό της, τη δύναμή της. Η απόγνωσή της είναι τεράστια και επιτείνεται από το γεγονός ότι θα είναι σκλάβα του Οδυσσέα, εκείνου που με το τέχνασμα του Δούρειου Ίππου προκάλεσε αυτή την καταστροφή.
Η φριχτή μοίρα της Εκάβης δε σταματάει όμως εδώ. Στην «Εκάβη» θα χάσει άλλα δυο παιδιά: Ένα από τα νεκρά παιδιά της, ο Πολύδωρος, ανοίγει την τραγωδία – για να είμαστε ακριβείς, το φάντασμά του. Ο Πρίαμος είχε εμπιστευτεί τον θησαυρό του και το μικρό του γιο στο βασιλιά της Θράκης Πολυμήστορα. Ο τελευταίος αποφασίζει να κρατήσει το θησαυρό, να δολοφονήσει το παιδάκι και να πετάξει το πτώμα του στη θάλασσα. Εν τω μεταξύ, στο στρατόπεδο των Ελλήνων εμφανίζεται ένα άλλο φάντασμα, αυτό του Αχιλλέα, το οποίο ζητάει να θυσιάσουν στον τάφο του μία κόρη του Πριάμου. Ο Οδυσσέας τους πείθει ότι έτσι πρέπει να γίνει και πηγαίνει να πάρει τη μικρότερη κόρη του βασιλιά της Τροίας, την Πολυξένη. Σε μια σπαρακτική αντιπαράθεση, η Εκάβη δεν θα μπορέσει να τον μεταπείσει. Η Πολυξένη θα θυσιαστεί και η Εκάβη, μέσα στο θρήνο της για το χαμό της κόρης της, θα ανακαλύψει και το θάνατο του μικρού της γιου. H Εκάβη ζητά με πάθος από τον Αγαμέμνονα να μην την εμποδίσει να εκδικηθεί τον Πολυμήστορα, που έσφαξε το παιδί της για το χρυσάφι. Και το κάνει – όταν ο Πολυμήστορας έρχεται στο στρατόπεδο η Εκάβη τον παγιδεύει, δολοφονεί τα δύο αγαπημένα του παιδιά και τυφλώνει το βασιλιά της Θράκης, ο οποίος μάταια αναζητεί στήριγμα στους Αχαιούς. Το τέλος είναι φοβερό: ο Πολυμήστορας στο σπαραγμό του αναφέρεται στα δεινά των Ελλήνων που θα ακολουθήσουν, ενώ για την Εκάβη λέει πως θα μεταμορφωθεί σε σκύλα. Το έργο τελειώνει με ειρωνικό τρόπο: ο Αγαμέμνονας εύχεται «καλό ταξίδι» και λέει πως τελείωσαν τα βάσανα του πολέμου.
Ο Οδυσσέας στην «Εκάβη» συμμετέχει μόνο στη θυσία της Πολυξένης, ενώ δεν εμφανίζεται, εύλογα, στο φοβερό κομμάτι της εκδίκησης. Η πράξη την οποία υπερασπίζεται ο Οδυσσέας είναι μια πράξη εξίσου φοβερή με την εκδίκηση της Εκάβης, όμως ο γιος του Λαέρτη παρουσιάζει την ανθρωποθυσία ως εκπλήρωση μιας τιμητικής υποχρέωσης προς έναν νεκρό ήρωα, και εκδήλωση της ευσέβειας προς αυτόν. Από τη μία έχουμε έναν φόνο-θυσία, δικαιολογημένο σύμφωνα με το αξιακό σύστημα του Οδυσσέα, και από την άλλη έχουμε έναν φόνο-εκδίκηση, μια αυτοδικία με την ανοχή μιας «πολιτισμένης» εξουσίας, όπως του Αγαμέμνονα. Δύο φόνοι, δύο ταυτότητες.
Η παρουσία του Οδυσσέα είναι ένας «αγώνας λόγου» με την Εκάβη, για ένα εξωφρενικό για τον ορθό λόγο ζήτημα. Η Εκάβη διαπραγματεύεται τη σωτηρία του παιδιού της με επιχειρήματα και ο Οδυσσέας υπερασπίζεται κάτι παράλογο, επίσης με λογικά επιχειρήματα. Η Εκάβη επικαλείται το γεγονός ότι η ίδια, κάποτε, στο παλάτι της Τροίας, είχε χαρίσει τη ζωή στον Οδυσσέα όταν είχε μπει κατάσκοπος στο παλάτι και είχε προσπέσει ικετευτικά στα πόδια της για να του σώσει τη ζωή όταν αποκαλύφθηκε. Αν θέλουν να θυσιάσουν κάποια, ας θυσιάσουν την Ελένη, που και η αιτία της συμφοράς είναι, και πιο όμορφη είναι. Εξάλλου, είναι ανόσιο άντρες πολεμιστές να σφάζουν γυναίκες που προσπέφτουν ικέτιδες.
Ο Οδυσσέας προβάλλει το επιχείρημα ότι δεν μπορούν να μην εκτελέσουν την παραγγελία του νεκρού Αχιλλέα. Δεν είναι δυνατόν να μην τιμηθούν οι νεκροί πολεμιστές. Αναγνωρίζει ότι τον έσωσε η Εκάβη, και για τούτο υπέχει προσωπικά υποχρέωση προς εκείνη, γι’ αυτό και δεν αποδέχεται την ύστατη αντιπρόταση της Εκάβης να θυσιάσουν εκείνη αντί για την Πολυξένη. Ωστόσο, σταθμίζει την υποχρέωση προς το νεκρό ήρωα – υποχρέωση προς την πατρίδα, ως σημαντικότερη από την προσωπική του υποχρέωση απέναντι στην Εκάβη. Αυτό, άλλωστε, όπως υποστηρίζει, η τιμή δηλαδή προς τους ανδρείους νεκρούς, είναι που ξεχωρίζει τους Έλληνες, πολιτισμένους και νικητές, από τους βαρβάρους, απολίτιστος και ηττημένους.
Θυμάμαι τον καθηγητή μου Κώστα Γεωργουσόπουλο να μας λέει κατά τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις ότι στην «Εκάβη» όλα τα πρόσωπα είναι θύματα της λογικής τους και ότι κάθε πρόσωπο συμβολίζει κι ένα σύστημα αξιών – η σύγκρουση αυτών των συστημάτων (τα οποία στη δομή τους φαντάζουν καθ’ όλα σωστά και άρτια) οδηγεί σε παραλογισμό: Η «Εκάβη» είναι ένας καθρέφτης του σύγχρονου κόσμου, όπου όλοι συμπεριφέρονται με τη δική τους λογική. Εδώ, ο Οδυσσέας δεν φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση, ούτε να φαντάζει τόσο «παράταιρος» σε σχέση με το πώς τον είδαμε στα έργα του Σοφοκλή. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί ο Οδυσσέας άλλαξε ή αλλοτριώθηκε ή αφομοιώθηκε μέσα στο έργο του Ευριπίδη. Αυτό συμβαίνει γιατί ο κόσμος άλλαξε στον Ευριπίδη, σε σχέση με τον Σοφοκλή και τον Αισχύλο. Ο κόσμος άλλαξε, κι έμοιασε στον Οδυσσέα. Η βάρβαρη Εκάβη, ακόμα κι ο φονιάς και τυφλωμένος Πολυμήστορας, μέσα στον σπαραγμό τους, επιχειρηματολογούν. Λογικά σχήματα αντιπαρατίθενται – το αποτέλεσμα είναι παράλογο: ένα πτώμα μικρού παιδιού να πλέει στην αμμουδιά, ένα κορίτσι να σφαγιάζεται στο βωμό για να ικανοποιηθεί το φάντασμα του Αχιλλέα, δύο νεκρά αθώα παιδιά στη σκηνή του Πολυμήστορα, φόνοι ατιμώρητοι (αφού ο Αγαμέμνονας έχει δώσει την άδειά του), ένας Οδυσσέας που αντιπαραθέτει στην αχαριστία του απέναντι στην Εκάβη το κοινό καλό, τον πολιτισμό απέναντι στη βαρβαρότητα. Δεν σας θυμίζει τον δικό μας κόσμο;
Ο Ευριπίδης βέβαια είναι άνθρωπος του πάθους – δεν αφήνει το παράλογο να εκδηλωθεί μέσα από το λόγο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, ιδίως τα πάθη των ανθρώπων, συχνά καθορίζουν και τα αξιακά τους συστήματα. Όταν η Εκάβη φωνάζει την Πολυξένη, με την ελπίδα ότι η νεαρή κοπέλα θα κατορθώσει να συγκινήσει τον Οδυσσέα, εκείνος δείχνει να φοβάται μήπως η κοπέλα προσπέσει ικέτις σ’ αυτόν και βάλει με τον τρόπο αυτό στο παιχνίδι των αξιακών συστημάτων και τους θεούς κόντρα στη μνήμη των ηρώων. Η νεαρή Πολυξένη τους εκπλήσσει όλους: Όχι. Δεν θα προσπέσει ικετευτικά στον Οδυσσέα. Δέχεται να πεθάνει. Θεωρεί ότι η ζωή της έχει πια τελειώσει, και ο θάνατος είναι μεγαλύτερη ευτυχία από τη ζωή. Κι όταν την τραβούν από τη μια η μάνα της και από την άλλη ο Οδυσσέας, εκείνη με αξιοπρέπεια αποχαιρετά τη μητέρα της και πηγαίνει μόνη προς τη θυσία.
Ο Οδυσσέας, λοιπόν, κατάφερε να φτιάξει τον κόσμο στα μέτρα του. Έναν κόσμο παράλογο, στον οποίο εκείνος κατορθώνει να επιβιώνει. Πριν καταλήξουμε σε οριστικό συμπέρασμα, ας ρίξουμε μια ματιά και στα άλλα δύο έργα, στα οποία αναφερθήκαμε στην αρχή.

«Ρήσος» του Ευριπίδη

Ο «Ρήσος» είναι μια τραγωδία που από πολλούς μελετητές αποδίδεται στον Ευριπίδη – είναι όμως ισχυρά τα επιχειρήματα που συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι είναι μεταγενέστερο έργο, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να έχουμε τελικά ένα ακέραιο δράμα ενός τέταρτου τραγικού ποιητή. Όποιος κι αν είναι τελικά ο συγγραφέας, ο Οδυσσέας και εδώ κατέχει έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Το έργο διαδραματίζεται και πάλι στην Τροία – και εδώ ο Οδυσσέας είναι ένας ταλαντούχος δολοφόνος. Στο στρατόπεδο των Τρώων ο Έκτορας ετοιμάζει επίθεση στους Έλληνες, που θεωρεί ότι υποχωρούν. Έρχεται και ο Ρήσος, με τους Θράκες του και τα περίφημα άλογά του, με σχέδια συμμαχίας με τους Τρώες και απώτερο σκοπό την κατάκτηση όλης της Ελλάδας. Όμως και οι Έλληνες έχουν άλλα σχέδια. Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης έρχονται νύχτα να σκοτώσουν τον Έκτορα. Ο Διομήδης θέλει μια εντυπωσιακή ενέργεια, ο Οδυσσέας συνιστά προσοχή, και του ζητά να γυρίσουν πίσω. Η Αθηνά, πάντα συμπαραστάτης του Οδυσσέα, τους προτρέπει να σκοτώσουν τον Ρήσο και να κλέψουν τα λευκά του άλογα – σώζει μάλιστα και τους δυο άντρες. Ο φόνος του Ρήσου αποκαλύπτεται και οι φρουροί κυνηγούν τον Οδυσσέα, εκείνος όμως τους ξεγελάει, αφού είχε φροντίσει να μάθει τα συνθηματικά τους, και τους στέλνει σε λάθος κατεύθυνση. Ο Οδυσσέας εξαφανίζεται. Μετά από πολλές αλληλοκατηγορίες μεταξύ Έκτορα, φρουρών και ηνιόχου του Ρήσου, τελικά η μητέρα του τελευταίου, μια από τις Μούσες, επιβεβαιώνει ότι φονιάς ήταν ο Οδυσσέας, με τη βοήθεια της Αθηνάς, και ότι ο Ρήσος δεν θα πάει ως νεκρός στον Άδη, αλλά θα παραμείνει στις σπηλιές της πατρίδας του ως «ανθρωποδαίμων».
Ένας ευφυής φονιάς, που προσέχει τα βήματά του κι έχει την εύνοια των θεών, αυτά είναι τα χαρακτηριστικά του Οδυσσέα που αποκαλύπτει (ή απλώς επιβεβαιώνει) ο «Ρήσος».

«Κύκλωψ» του Ευριπίδη

Ο «Κύκλωψ» είναι το μοναδικό σατυρικό δράμα που μας σώζεται ακέραιο, και το μοναδικό από τα έργα που εξετάζουμε που αναφέρεται στις γνωστές μας από την «Οδύσσεια» περιπέτειες του Οδυσσέα. Ο Διόνυσος, κεντρικό πρόσωπο των σατυρικών δραμάτων, που συνόδευαν τις τριλογίες των τραγωδιών στους δραματικούς αγώνες της αρχαίας Αθήνας, δεν εμφανίζεται στο έργο. Τον αναζητούν ο καμπούρης άσχημος γέρος Σιληνός και οι σάτυροι (ο τραγόμορφος χορός του σατυρικού δράματος), γιατί, όπως μαθαίνουμε, ο Διόνυσος έχει απαχθεί από πειρατές. Φτάνουν στη Σικελία, όπου τους πιάνει αιχμάλωτους ο Κύκλωπας και τους βάζει να τον υπηρετούν. Κάποια στιγμή φθάνει και ο Οδυσσέας στο νησί και ζητά τρόφιμα από τους σατύρους, προσφέροντάς τους ως αντάλλαγμα κρασί, που δεν υπάρχει στο νησί του Κύκλωπα. Κάποια στιγμή ο Κύκλωπας μαθαίνει τα καθέκαστα και εξοργίζεται. Ο Οδυσσέας ρίχνει την ευθύνη στους σατύρους, που του πούλησαν ξένα πράγματα, και ο Σιληνός αρνείται τις κατηγορίες. Μέσα από απίστευτα αστείους διαλόγους, ο Οδυσσέας προσπαθεί να σώσει το τομάρι του, επικαλούμενος για μία ακόμη φορά το αξιακό του σύστημα. Επικαλείται ότι οι Έλληνες πολέμησαν στην Τροία για να υπερασπιστούν τους θεούς, μεταξύ των οποίων και τον Ποσειδώνα, και επιπλέον επικαλείται τη φιλοξενία, και άλλα ελληνικά έθιμα. Ο Κύκλωπας δεν συμμερίζεται τις πολιτιστικές αξίες του Οδυσσέα, και αποφασίζει να γευματίσει με μενού το βασιλιά της Ιθάκης και τους συντρόφους του. Η σχετική περιγραφή του Οδυσσέα γίνεται με πολύ κωμικό τρόπο. Εξίσου κωμική, με πολλή αθυροστομία και υπονοούμενα, είναι η συνέχεια – η γνωστή μας ιστορία: η τύφλωση του Κύκλωπα ουσιαστικά είναι ένα πανηγύρι των σατύρων που τελειώνει με την απελευθέρωσή τους και τη φυγή τους μαζί με τον Οδυσσέα.

Οδυσσέας: ο σύγχρονος άνθρωπος

Αυτή η κωμική αντιπαράθεση μεταξύ Κύκλωπα και Οδυσσέα, που βλέπουμε στον «Κύκλωπα» είναι η σατυρική προβολή της αντιπαράθεσης δύο κόσμων, που είδαμε να συμβαίνει στις δυο «καθαρόαιμες» τραγωδίες, αυτές του Σοφοκλή. Στην τρίτη, στην «Εκάβη», ο ένας από τους δύο κόσμους βρισκόταν ήδη σε τακτική υποχώρηση, είχε χαθεί μαζί με τ’ αποκαΐδια της Τροίας. Ο Οδυσσέας είναι ο εκπρόσωπος μιας καινούριας πραγματικότητας, είναι ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί το μυαλό του για να επιτύχει το σκοπό του. Αυτός ο σκοπός δεν είναι πάντα υποδειγματικός. Και τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν είναι επίσης πάντα θεμιτά. Αν ο Κύκλωπας, ο Αίας, ο Φιλοκτήτης, η γκρεμισμένη Τροία είναι ΕΝΑ πράγμα, ο Οδυσσέας είναι ΠΟΛΛΑ πράγματα – είναι ένα κράμα στοιχείων αντίρροπων μεταξύ τους. Είναι ένας άνθρωπος ευφυής και ταυτόχρονα πανούργος, ένας άνθρωπος ευσεβής μέχρι ασεβείας, ένας ορθολογιστής μέχρι παραλογισμού, ένας άνθρωπος που δε διστάζει μπροστά σε τίποτα και ταυτόχρονα φοβάται, επιφυλάσσεται, κρατάει «καβάντζες». Ένας άνθρωπος που ελίσσεται, που προσαρμόζει την πραγματικότητα στις επιδιώξεις του, που δημιουργεί την πραγματικότητα με βάση ένα σύστημα αξιών ευμετάβλητο. Ο Οδυσσέας είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, ο άνθρωπος που ξέρει ότι πρέπει να επιβιώσει, ότι πρέπει να επιτύχει τους στόχους του, που δεν αγωνίζεται με βάση τα ιδανικά του, αλλά προσαρμόζει τα ιδανικά του στους αγώνες του. Ένας άνθρωπος με τεράστια δύναμη και φοβερές αδυναμίες. Ένας σύγχρονος άνθρωπος μέσα στην αρχαία τραγωδία.
Και εδώ εύλογα γεννιέται το ερώτημα: Είναι τραγικός ήρωας ο Οδυσσέας; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά: ΟΧΙ. Ο Οδυσσέας δεν είναι Προμηθέας. Ο Οδυσσέας δεν είναι Αίαντας, ούτε Φιλοκτήτης, ούτε Αντιγόνη. Ο Οδυσσέας δεν μπορεί να είναι τραγικός ήρωας. Είναι το πρότυπο της ελεύθερης βούλησης, αλλά δεν μπορεί να είναι τραγικός. Δεν έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με το υπερφυσικό, όπως οι τραγικοί ήρωες. Αντίθετα, φροντίζει ώστε άλλοι να συγκρουστούν με τις εξώκοσμες δυνάμεις, είτε να μη συγκρουστεί κανένας.
Ένας άνθρωπος ενός καινούριου κόσμου δεν μπορεί να είναι τραγικός. Το νόημα του τραγικού ήρωα ταυτίζεται με τον κόσμο που είναι ένα λείο, άθραυστο γυαλί. Μια άλογη ισορροπία που διαιωνίζεται νομοτελειακά. Ο Οδυσσέας είναι ο πρώτος ήρωας που σπάει αυτό το άθραυστο γυαλί – ο κόσμος μοιάζει ακόμη ολόκληρος, αλλά έχει σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Ο Αίαντας και ο Φιλοκτήτης καθρεφτίζονταν στον κόσμο πριν να σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Τώρα, δεν μπορούν πια ν’ αντικρίσουν τον εαυτό τους. Αντίθετα, ο Οδυσσέας δεν έχει πια πού να κοιταχτεί – αυτό που βλέπει είναι το είδωλό του κατακερματισμένο. Γι’ αυτό δε φοβάται ν’ αλλάξει κάτι στον εαυτό του ή στον κόσμο. Ό,τι κι αν αλλάξει, σε κάποιο κομμάτι αυτού του καθρέφτη, κάτι θα βρει ν’ αναγνωρίσει δικό του.
Σπάζοντας τον καθρέφτη του κόσμου με εργαλείο τον νου του, ο Οδυσσέας στερεί τον εαυτό του από την ιδιότητα του τραγικού ήρωα. Και στερεί και τον σύγχρονο κόσμο από την τραγωδία. Η κλασσική Αθήνα δεν είναι η εποχή του Αίαντα και του Φιλοκτήτη. Είναι η εποχή που εγκαινιάζει ο Οδυσσέας. Ο κόσμος του Ευριπίδη, της «Εκάβης», είναι αυτή, η καινούρια εποχή, είναι ο κόσμος όπου ζούμε μέχρι σήμερα. Ας αναλογιστούμε πόσα ανόσια πράγματα μπορούν να εξηγηθούν σήμερα με λογικό τρόπο. Ο κόσμος του Οδυσσέα δεν είναι καλύτερος ή πιο πολιτισμένος από τον κόσμο του Αίαντα. Απλά ο Οδυσσέας έχει δώσει στον άνθρωπο τα εφόδια για να επιζήσει σ’ έναν καινούριο κόσμο. Οι άλλοι, απλώς δεν επέζησαν. Οι τραγικοί ήρωες έχουν δύο επιλογές: να αφανιστούν, όπως ο Αίας ή η Αντιγόνη, ή να πάψουν να είναι τραγικοί, να συμβιβαστούν, όπως ο Φιλοκτήτης: να μεταμορφωθούν, τελικά, σε Οδυσσέα.
Δεν είμαι σε θέση να σας πω ότι ο Οδυσσέας μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για τον σύγχρονο άνθρωπο. Κι αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι ο Οδυσσέας είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, αυτός που είναι, όχι αυτός που πρέπει ή θα θέλαμε να είναι. Η τραγωδία δεν παρέχει αρετολογικά πρότυπα συμπεριφοράς. Ο Οδυσσέας μπορεί να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους, μόνο αν παρατηρώντας τον αναγνωρίσουμε κάτι από τον εαυτό μας: τις αρετές μας και τις αδυναμίες μας, τη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά μας. Όλα αυτά είμαστε εμείς. Κι ο κόσμος μας είναι εξίσου ορθολογισμένα παράλογος. Ίσως να μην έχουμε την δύναμη να τον αλλάξουμε – ούτε και ο Οδυσσέας την είχε, σίγουρα όμως έχουμε τη δύναμη, κοιτάζοντας στον σπασμένο καθρέφτη του κόσμου, ν’ ανακαλύψουμε εκείνο το κομματάκι, ίσως μικρό κι ασήμαντο, που μπορεί να μας οδηγήσει σε μια κάποια ισορροπία.
Όλα τα μεγάλα έργα είναι μεγάλα γιατί μπορούν να μας πουν απλά πράγματα για πολύ μεγάλα ζητήματα. Οι αρχαίοι τραγικοί μίλησαν για τις μεγαλύτερες αλήθειες της ανθρώπινης φύσης σ’ έναν κόσμο που, μέσα σ’ έναν αιώνα έζησε μια χρυσή εποχή και τον παραλογισμό ενός τρομακτικού πολέμου. Ας μη φοβούμαστε τα αρχαία κείμενα – ας τα προσεγγίζουμε με ανοιχτή καρδιά, και χωρίς φόβο. Όχι με την ψευδαίσθηση της αποκάλυψης της αλήθειας, αλλά με τη χαρά ότι, ξεκλειδώνοντας τα κείμενα αυτά, έστω κι ένα μικρό κομματάκι από τον σπασμένο καθρέφτη του κόσμου γίνεται δικό μας. Ας προσεγγίζουμε τα κείμενα με πάθος και με συναίσθημα, γιατί δεν υπάρχει ωραιότερο συναίσθημα απ’ αυτό που περιγράφει ο Παλαμάς, και που προσιδιάζει στην αισθητική εμπειρία της αρχαίας τραγωδίας: Σκαρφαλώνεις, σκαρφαλώνεις, κι εκεί που νομίζεις ότι έφτασες στην κορυφή, με τα πνευμόνια σου γεμάτα οξυγόνο, συνειδητοποιείς ότι βρίσκεσαι «σαν πρώτα, κάτω απ’ όλα τ’ άστρα».

Το κείμενο δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην επετηρίδα "Οδύσσεια Κεφαλλονιάς και Ιθάκης" - είναι επεξεργασμένη μορφή παλαιότερης ομιλίας σε εκδήλωση που είχε διοργανωθεί στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη από τον Σύλλογο "Αινήσιος Ζευς".




Ηλίας Α. Τουμασάτος

4/3/12

Ο γαμπρός πατάει τη νύφη (και άλλες κεφαλονίτικες γαμήλιες ιδιοτροπίες...)


Το σωτήριο έτος 1934 βρήκε το περιοδικό «Ιόνιος Ηχώ» (τεύχος 28, Δεκ. 1934, σ. 11) να ασχολείται με τα γαμήλια έθιμα της Κεφαλονιάς. Επειδή το απονενοημένο διάβημα του γάμου είναι ενδεχομένως στα προσεχή σχέδια πολλών εξ ημών, αποφάσισα με χαρά να φέρω μετά από 78 χρόνια στο φως τα συνταρακτικά στοιχεία αυτά που μας οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα - οδηγίες προς ναυτιλλομένους:

« Στην Κεφαλλωνιά συνηθίζουν να βάζουν μερικά ζαχαροκούλουρα μέσα στα στρώματα που στέλνονται μαζύ με τ' άλλα αντικείμενα της προίκας στο σπίτι του γαμπρού. Τα ζαχαροκούλουρα αυτά προορίζονται για τις κοπέλλες που θα στρώσουν το νυφικό κρεββάτι».

Προσέξτε καλά μήπως τριφτούν τα ζαχαροκούλουρα που θα ρίξουν για τις παράνυφες μέσα στα προικιά, και σας καταστρέψουν όλες τις ντεμέλες (η ζάχαρη δεν παχαίνει μόνο, λεκιάζει κιόλας). Εάν οι παράνυφες κάνουν δίαιτα, προτιμήστε κουλούρια ολικής αλέσεως, ή έστω κριτσίνια (χωρίς σουσάμι, γιατί τρίβει και αυτό).

«Συνηθίζουν επίσης να ρίχνουν ένα αρσενικό παιδί, που νάχη μάνα και πατέρα, επάνω στο νυφικό κρεββάτι, μόλις το στρώσουν, για ν' αποχτήση αρσενικά παιδιά το αντρόγυνο».


Ο αγώνας για την απόκτηση του διαδόχου είναι ιερός. Ποιος θα κληρονομήσει τη δυναστεία σας, αδέλφια; Προσέξτε τουλάχιστον το αρσενικό παιδί που θα ρίξετε στο κρεβάτι, να μην είναι υπέρβαρο και σας καταστρέψει τους σουμιέδες. Επίσης αν το μικρότερο αρσενικό παιδί που ξέρετε είναι 25 ετών, με 1.90 ύψος, γαλανά μάτια, θεληματικό πηγούνι, και συχνάζει στο γυμναστήριο επί τρίωρον ημερησίως, αποφύγετε το έθιμο, καθώς υπάρχει κίνδυνος αυτή να μην είναι η μοναδική φορά που ο νεαρός θα πέσει στο κρεβάτι σας.

«Για τον ίδιο επίσης σκοπό κατά τη διάρκεια του στεφανώματος, ο μεν γαμπρός έχει στην τσέπη του μια μικρή Σύνοψι, η δε νύφη ένα αρσενικό κλειδί».

Προτιμήστε την άλλη λύση (Σύνοψη σε pocket size) - αν δεν βρίσκετε, κατεβάστε τη από το Ίντερνετ και αποθηκεύστε τη σε φλασάκι (πιάνει λιγότερο χώρο στην τσέπη). Όσο για το «αρσενικό κλειδί», φροντίστε να μην εκνευρίσετε τη νύφη και το εκτοξεύσει εναντίον σας.

«Όταν συνοδεύεται στο σπίτι του γαμπρού η νύφη, δεν πρέπει να γυρίση το κεφάλι της πίσω, γιατί γρήγορα θα επιστρέψη στο σπίτι του πατέρα της χήρα».

Αν κατά το δρόμο προς το σπίτι σας η νύφη κοιτάξει προς το σπίτι του πεθερού, λίγα είναι τα ψωμιά σας. Μπορεί η γυναίκα του Λωτ να έγινε στήλη άλατος όταν κοίταξε πίσω της, η δικιά σας μάλλον επιδιώκει να δει εσάς οριζοντίως κάτω από στήλη, όχι άλατος, αλλά επιτύμβια. Η πηγή μας δεν διευκρινίζει τι θα συμβεί αν είστε σώγαμπρος (οπότε το σπίτι του πεθερού ταυτίζεται με το δικό σας) εκτός και αν τότε θεωρούσαν αυτονόητο το «όποιος παίρνει κληρονόμα μένει έξω το χειμώνα».

«Όταν αρχίση το μυστήριο του γάμου κι ακριβώς τη στιγμή που ο παπάς λέει το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός», ο γαμπρός πρέπει να πατήση το πόδι της νύφης, για να την έχη πάντοτε υπό την εξουσίαν του».

Το καλύτερο απ' όλα, όπως αντιλαμβάνεστε, βρίσκεται στην τελευταία αυτή παράγραφο του δημοσιεύματος. Με απύθμενη χαρά σας αποκαλύπτω πως, αν πιστέψουμε τα αναφερόμενα στο δημοσίευμα, η θεωρία καταρρέει: Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗ ΝΥΦΗ! Πάρτε λοιπόν το αίμα χιλιάδων αντρών πίσω! Με το «ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», πατήστε τη χωρίς ενοχές, πλην όμως τρυφερά, με το μαλακό, να μη χαλάσουν (προς Θεού!) και οι γόβες της (αφού έτσι κι αλλιώς εκείνη πρόκειται να σας πατήσει πολλάκις κατά το υπόλοιπο του βίου σας)...

Καλά στέφανα λοιπόν, και στα δικά μας οι λεύτεροι!