Αναζήτηση στο ιστολόγιο

25/5/12

Ο κύκλος των χαμένων "ποιητών"



Η Νίνα και ο Κώστια (Hattie Morahan και Ben Whishaw) από παράσταση του Γλάρου στο Λονδίνο, 2008
Κωνσταντίν Γκαβρίλοβιτς Τρέπλεφ – από τον «Γλάρο» του Α. Τσέχοφ
Έιλερτ Λέβμποργκ – Από την «Έντα Γκάμπλερ» του Χ. Ίψεν
«Αντόν Τσέχοφ» από την «Λαίδη Φθειροσόλ» του Τενεσί Ουίλιαμς
Κώστας Καρυωτάκης


Είναι πολύ παλιό το κείμενο. Είχε γραφτεί το 1998 ως εργασία στο μάθημα του αείμνηστου Μάριου Πλωρίτη «Το Ρωσικό Θέατρο Α΄» στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοιτούσα τότε… Αγαπημένος καθηγητής, αγαπημένο μάθημα, είπα να ξεθάψω αυτό το κείμενο από τη λήθη, αφήνοντάς το έτσι, όπως είναι, με τις ατέλειες ενός «φοιτητικού» γραψίματος…

[…] Του κόσμου η καταφρόνια τους βαραίνει
Κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
Στην τραγικήν αγάπη τους δομένοι
Πως κάπου πέρα η δόξα καρτερεί,
Παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τους ξεχνούνε,
Νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ‘ναι.

Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
Την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
Μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι πού ‘ναι;»
Κώστας Καρυωτάκης
Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(από τα «Νηπενθή», 1921[1])


Ο Κώστας Καρυωτάκης δεν έζησε αρκετά για να δει την τελευταία στροφή της μπαλάντας του να διαψεύδεται στους «μελλούμενους καιρούς». Αλίμονο όμως: Όσο ζούσε, δεν γνώρισε τη χαρά της ευρείας καταξίωσης των έργων του. Η μεγάλη απήχηση ήρθε μετά τον θάνατό του, ο οποίος πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων της εποχής:
            «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ., δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζα εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωή του».[2]
            Κάπως έτσι, χαμηλόφωνα και «απόμερα» ανακοινώνεται και ο θάνατος του
νεαρού επίδοξου συγγραφέα Κωνσταντίν Γκαβρίλοβιτς Τρέπλεβ, στο τέλος του «Γλάρου», του Άντον Τσέχωφ: Ο γιατρός Ντορν, που είχε βγει έξω για να διαπιστώσει από πού προέρχεται ο υπόκωφος θόρυβος που ακούστηκε πριν από λίγο, επιστρέφοντας στην οικογενειακή συγκέντρωση, θα καλέσει τον σύντροφο της Αρκάντινα, μητέρας του νεαρού, τον επίσης συγγραφέα, πλην όμως φτασμένο Μπόρις Αλεξέγιεβιτς Τριγκόριν και θα του πει χαμηλόφωνα:
            «Βρες έναν τρόπο να πάρεις την Ιρίνα Νικολάγιεβνα (ενν. την μητέρα) μακριά από δω. Το θέμα είναι.. Ο Κωνσταντίν Γκαβρίλοβιτς αυτοπυροβοληθηκε». Και η αυλαία του «Γλάρου» πέφτει.
            Όχι πως δεν θα περίμενε κανείς πως κι οι δυο αυτοί άνθρωποι – ο πραγματικός κι εκείνος που έζησε τον επί σκηνής σύντομο βίο, θα τελειώσουν κάπως έτσι τη ζωή τους. Μολαταύτα, οι πρώτες ενδείξεις τόσο στη ζωή όσο και στο έργο τους θα μας έπειθαν για το αντίθετο: Στην αρχή του «Γλάρου» ο Κωνστανίν (ο «Κώστια») είναι ένας παθιασμένος μετέφηβος, που έχει αρχίσει να νιώθει ότι μπορεί να δημιουργεί καλλιτεχνικά, και παλεύει να διοχετεύσει κάπου τη ατελείωτη ορμή του οίστρου του, που είναι ανακατεμένος με νεανικό ενθουσιασμό – εκρηκτικό μείγμα! Οργανώνει παραστάσεις κατ’ οίκον, στήνει τα σκηνικά, γράφει το έργο, διδάσκει τη Νίνα, πρωταγωνίστρια και μούσα του. Ο Καρυωτάκης πάλι, παράλληλα με την μοναχική ποιητική του πορεία προς το εκούσιο τέλος, κάνει και άλλα πράγματα που δεν συμβιβάζονται με την απόλυτα πεσιμιστική εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν στο μυαλό μας: Είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και κάνει τρομερές φάρσες – φτάνει να δημοσιεύει παραπλανητικές αγγελίες στις εφημερίδες. Για ένα μικρό διάστημα εξέδιδε μαζί με έναν φίλο του το σατιρικό περιοδικό «Η Γάμπα», ενώ είχε γράψει, μαζί με τον Χαρίλαο Σακελλαριάδη την επιθεώρηση «Πελ-Μελ»[3] (1921), που είχε τη μοίρα των έργων του Κώστια: Δεν παίχθηκε ποτέ.
            Ο Έιλερτ Λέβμποργκ της «Έντα Γκάμπλερ»(Χ. Ίψεν) αποτελεί αρκετά ιδιάζουσα περίπτωση. Ελπιδοφόρος νέος συγγραφέας, καταστρέφεται από την προσωπική του ζωή. Ξαναστέκεται στα πόδια του με τη βοήθεια μιας εγκαταλειμμένης από τον άντρα της γυναίκας, της Τέα. Ενώ το προηγούμενο βιβλίο του γνωρίζει ήδη κάποια επιτυχία, γράφει, με τη βοήθεια της Τέα ένα καινούριο – κάτι, εξ όσων φαίνεται, σπουδαίο. Το χειρόγραφο αυτό καίγεται από την Έντα Γκάμπλερ, που θα οδηγήσει τον Έιλερτ στο θάνατο.
            Ο τέταρτος της παρέας είναι ο «κύριος Τσέχωφ», όπως αυτοσυστήνεται στο τέλος του μονόπρακτου «Η Λαίδη Φθειροσόλ» του Τενεσί Ουίλιαμς. Ισχυρίζεται πως στο ενεργητικό του έχει ήδη έτοιμο ένα βιβλίο εκατοντάδων σελίδων. Στην πραγματικότητα, το μόνο που του απομένει είναι …να το γράψει.
            Ο Κωνσταντίν Γκαβρίλοβιτς είναι μόλις εικοσιπέντε χρόνων. Έχει την ατυχία να είναι γιος μιας μεγάλης – κάποτε – ηθοποιού, της Αρκάντινα, πράγμα που αυτομάτως του γεννά την υποχρέωση να σταθεί στο ύψος των γονιδίων του. Η δεύτερη ατυχία του είναι πως κατοικεί κάπου στα βαλτώδη νερά της ρωσικής επαρχίας, και η οικονομική του κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή. Λάσπη, κρύο και ημίφως – αυτά τα τρία πράγματα μας έρχονται συνειρμικά. Κανένα ερέθισμα, καμμιά πηγή φωτός. Η πρωτεύουσα, το κέντρο κάθε δραστηριότητας είναι πολύ πιο μακριά από την πραγματική χιλιομετρική του απόσταση. Η τρίτη ατυχία του είναι οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Θέλει να γίνει συγγραφέας. Και το θέλει με πάθος, όπως κάθε νέος άνθρωπος που έρχεται ενώπιος ενωπίω με το χαρτί και το μελάνι. Δεν γνωρίζει όμως την ανταπόκριη που (ο καθένας) θα ‘θελε. Ακόμη και το στενό του περιβάλλον, που σε άλλες περιπτώσεις επικροτεί με ενθουσιασμό τέτοιες προσπάθειες, τον αντιμετωπίζει με ειρωνία και απόρριψη, ως «ψώνιο». Κι εδώ έρχεται η τέταρτη ατυχία του: Ο σύντροφος της μητέρας του είναι ένας πετυχημένος συγγραφέας – ο ιδανικός αντίζηλος. Ο Φρόυντ θα πέταγε τη σκούφια του για ένα τέτοιο σύμπλεγμα… Επιστέγασμα των ατυχιών του: Είναι ερωτευμένος με τη Νίνα – είναι όμως πολύ μικρός για τα όνειρά της.
            Ο Κώστια λοιπόν πληροί όλες τις αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις για να καταχωριστεί στους «άδοξους ποιητές των αιώνων» που ύμνησε ο Καρυωτάκης. Και θα ‘ταν στ’ αλήθεια περίεργο αν είχε κάποια διαφορετική κατάληξη απ’ αυτήν του τέλους του «Γλάρου». Ακόμη και μετά την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας που είχε κάνει νωρίτερα, και τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του, η πορεία του φαίνεται προδιαγεγραμμένη. Ο ήρωας του Τσέχωφ είναι αδύνατο να συμβιβαστεί με το γεγονός ότι είναι (ή όλοι τον αντιμετωπίζουν σαν) μια μετριότητα, ότι τα γραφτά του δεν αναγνωρίζονται στο βαθμό που εκείνος τουλάχιστον θα ήθελε, ότι δεν μπορεί να ξεφύγει από τα στάσιμα νερά της λίμνης. Η μητέρα του είναι ιδιαίτερα σκληρή απέναντί του, η ζήλεια του ενάντια στον Τριγκόριν είναι απέραντη, μολονότι εκείνος τον αντιμετωπίζει περισσότερο με αδιαφορία παρά με εχθρότητα. Και αυτή η αδιαφορία είναι ακριβώς που τον πληγώνει, τον ισοπεδώνει, τον οδηγεί να τραβήξει τη σκανδάλη. Θα προτιμούσε να τον βρίζουν παρά να τον αποκαλούν μέτριο.
            Δεν μπορούμε να ξέρουμε αν από μόνη της η αποτυχία του νεαρού να γίνει καταξιωμένος συγγραφέας θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην αυτοχειρία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συγγραφή ήταν τα φτερά του ήρωα, για να πετάξει μακριά από εκείνο τον τόπο, από εκείνη τη ζωή. Ο Κώστια δεν είχε τίποτα, απ’ αυτά τουλάχιστον που θα ‘θελε να έχει, ούτε και από τους ανθρώπους που θα ‘θελε να τα έχει. Και, για τον λόγο αυτό, κλείνει τα μάτια και τ’ αυτιά του σχεδόν ερμητικά σ’ οποιανδήποτε μορφή αγάπης, συμπαράστασης, αποδοχής, που του προσφέρεται απλόχερα από ανθρώπους που δεν τον ενδιαφέρουν (τον γιατρό, τον γέρο-θείο, τους επιστάτες και τη Μάσα – κυρίως αυτήν). Ο Κώστια θα μπορούσε να ξεχάσει τα όνειρά του και να ζήσει μιαν ανέφελη ζωή, εκεί, γύρω από τη λίμνη. Έχει ξεκαθαρίσει όμως μέσα του ότι κάτι τον τραβά μακριά από κει. Δεν έχει όμως πού να πάει. Και δεν τολμά, (αντίθετα με τη Νίνα) να φύγει. Δεν αντέχει να «κουβαλάει το σταυρό του», όπως η Νίνα, μέσα σε μέτρια πράγματα. Και πληρώνει το τίμημα – που ο ίδιος έθεσε στον εαυτό του: τη ζωή του.
            Αν η πράξη του Κώστια ήταν φυσικό επακόλουθο μιας πορείας που ο ίδιος χάραξε, στην περίπτωση του Λέβμποργκ («Έντα Γκάμπλερ»), τα πράγματα είναι κάπως (όχι πολύ) διαφορετικά. Η δική του κατάσταση φαίνεται εξ αρχής χειρότερη από του νεαρού Ρώσου. Είναι άνθρωπος με δεδηλωμένα μεγάλο ταλέντο, που όλοι πιστεύουν (ή πίστευαν τουλάχιστον) σ’ αυτόν, σε αντίθεση με τον Κώστια, του οποίου το (όποιο) ταλέντο καταπνίγεται πριν κελαηδήσει, και σίγουρα κανείς από κείνους των οποίων την εκτίμηση θέλει να κερδίσει δεν τον παίρνει στα σοβαρά. Η ζωή του Έιλερτ, ωστόσο, έχει καταστραφεί από τη ροπή του προς το αλκοόλ και τις «ασωτείες». Ξαναστέκεται για λίγο στα πόδια του – με τη βοήθεια της Τέα. Το βιβλίο του γνωρίζει κάποια επιτυχία, αρχίζουν να τον ξαναθυμούνται, και, πάνω σ’ εκείνη τη στιγμή έρχεται η Έντα Γκάμπλερ να του δείξει το δρόμο για το θάνατο. Όμως, ας μη γελιόμαστε, η Έντα, ο μεγάλος, ανεκπλήρωτος έρωτας της ζωής του, όπως η Νίνα για τον Κώστια, είναι απλά ένα τροχιοδεικτικό μιας γνώριμης διαδρομής. Τον δρόμο τον ήξερε πολύ καλά από πριν και ο ίδιος. Και σ’ αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι τον οδήγησε στην αυτοκτονία – κι αλίμονο για τον Ίψεν αν ήμασταν σίγουροι (ακόμη και για την ίδια την πράξη της αυτοκτονίας). Ήταν η απώλεια του «παιδιού» του – του χειρογράφου που σηματοδοτούσε την προοπτική μιας δυναμικής επανένταξής του στον κόσμο; Ή μήπως ήταν η καταλυτική επιρροή της Έντας;  Εδώ, έχουμε να κάνουμε με κάποιον που βρίσκεται χαμηλά στην εκτίμηση της τοπικής κοινωνίας – ή μάλλον σε θέση επανεκκίνησης, για λόγους περισσότερο εξωλογοτεχνικούς, κοινωνικούς. Και κείνος, ωστόσο, είναι ίδιος κι απαράλλαχτος με τον Κώστια σ’ έναν τομέα: Είναι εκλεκτικός στο είδος της αγάπης και της εκτίμησης που επιθυμεί να εισπράττει, μα ιδίως στην προέλευσή της. Η Τέα τον λατρεύει – αυτή τον έφερε πίσω από την κόλαση – εκείνος όμως δεν δίνει δεκάρα. Μόνον η αντίδραση της Έντα τον αφορά. Έχει, κατά κάποιον τρόπο, ορίσει το προσωπικό του σύμπαν πολύ περιοριστικά: Εκείνος, η Έντα, τα βιβλία του (όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά). Όταν έχεις χαράξει τόσο στενά τα σύνορά σου, είναι φυσικό ότι κάποτε θα βρεθείς έξω απ’ αυτά. Και ο Λέβμποργκ, κακά τα ψέματα, ήδη από την αρχή του έργου έχει κάψει όλο το ζωτικό του χώρο, και μετά μάταια προσπαθεί να φυτέψει σ’ αυτόν μια καινούρια ζωή. Μπορεί το καμμένο χώμα να βγάζει υπέροχα λουλούδια, αυτά όμως χρειάζονται και νερό για να ζήσουν. Και βροχή στον κήπο του δεν λέει να πέσει.
            Ο «Αντόν Τσέχωφ» της «Λαίδης Φθειροσόλ», είναι η πιο λυπηρή περίπτωση από τις τρεις. Όλη κι όλη η εν θεάτρω ζωή του είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την κατά φαντασίαν ζάπλουτη κυρία Χάρντγουικ, κατά την επίθεση που δέχεται από την κυνική νοικοκυρά του άθλιου σπιτιού τους. Ο δικός του μικρόκοσμος είναι ακόμη πιο περιορισμένος, σε σχέση με των άλλων δύο: ένα καταβρώμικο δωμάτιο, πολύ αλκοόλ και πλήθος από ψείρες να συνοδεύουνε τη μοναξιά του. Η συγγραφική του δραστηριότητα υπάρχει μονάχα στη φαντασία του – ένα αριστούργημα 780 σελίδων και ποιητικές συλλογές που μονάχα το «τυπωθήτω» περιμένουν για να βγουν στις προθήκες. Ο κύριος «Τσέχωφ» στ’ αλήθεια δεν έχει τίποτα για να στηριχτεί. Ούτε καν την πρόχειρη σκηνούλα του Κώστια. Ούτε καν την παρηγορητική αγκαλιά της Τέα. Ο δικός του ο κήπος είναι ένας βάλτος από λάσπη και ψείρες, κι αντί για νερό βρέχει φτηνό ουίσκυ. Όμως ο φίλος μας δεν φτάνει μέχρι την αυτοχειρία – μένει εκεί, κολυμπάει φαρμακωμένα ανέμελος στο ψεύτικο κόσμο του. Η διέξοδος είναι το ψέμα. Υγιέστερη, ίσως, εκ πρώτης όψεως, σε σχέση με τους άλλους τρεις… Όμως, κακά τα ψέματα.. Κι αυτός είναι παραιτημένος.
            Και, ασφαλώς, ανά την υφήλιο και ανά τις εποχές, υπάρχουν χιλιάδες συρτάρια στα οποία κρύβονται ακόμη περισσότερα ποιήματα, πεζά, θεατρικά ή μουσικά έργα που δεν θα δουν ποτέ τα φώτα της δημοσιότητας. Χιλιάδες είναι επίσης τα έργα εκείνα που, αν και κατόρθωσαν να βγουν απ’ τα συρτάρια, πέρασαν απαρατήρητα, ανεξάρτητα από το αν άξιζαν ή όχι κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι δε σαν τον ήρωα του Τενεσί Ουίλιαμς είναι κι αυτοί πάρα πολλοί… Ο θεός ξέρει μονάχα πόσα έργα ξεκίνησαν χωρίς να τελειώσουν ποτέ, πόσα εκατομμύρια ιδέες πέθαναν προτού καν υλοποιηθούν, έστω και ως μουτζούρες πάνω σ’ ένα χαρτί ή μια παρτιτούρα. Όλοι έχουμε ακούσει κάποιον γνωστό μας να λέει: «Αχ, εγώ έπρεπε να γράψω ένα βιβλίο γι’ αυτά που έχω ζήσει….» Σαφώς λιγότεροι είναι εκείνοι που το επιχειρούν. Και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που τα καταφέρνουν. Ο κόσμος μας είναι γεμάτος από ποιητές και δυνάμει ποιητές.
            Οι πιο ηλικιωμένοι από τους συμπατριώτες μου θυμούνται τις (όχι μόνο) κεφαλονίτικες «μάσκαρες», γιορτές που γίνονταν κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, με μπόλικο χορό και τραγούδι. Εκεί, κάποιοι επιδέξιοι ριμαδόροι αυτοσχεδίαζαν επί ώρες, φτιάχνοντας, ανάμεσα στα τραγούδια, «ρίμνες» με σκωπτικό περιεχόμενο, τοπικού κυρίως ενδιαφέροντος. Οι ρίμες τους δεν καταγράφονταν ποτέ – χάνονταν με το τέλος της γιορτής. Κάποιοι απ’ αυτούς – πολύ λίγοι έχουν απομείνει – μπορούν ν’ ανακαλέσουν ορισμένα μόνο αποσπάσματα. Το αξιοπερίεργο είναι ότι πολλοί απ’ αυτούς κατόρθωναν να ριμάρουν όντας αναλφάβητοι. Μήπως λοιπόν η ανάγκη για «ηδυσμένο λόγο» και περαιτέρω η ανάγκη για ποιητική – λογοτεχνική έκφραση είναι «φύσει» και όχι «θέσει»;
            Πριν από μερικά χρόνια είχα την ευτυχία να μού χαρίσουν ένα πολύ μικρό βιβλιαράκι. Ο τίτλος ήταν «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» και συγγραφέας ο Rainer Maria Rilke.[4] Περιλαμβάνει επιστολές του συγγραφέα προς έναν φέρελπι ποιητή, τον Franz Xaver Kappus. Στην πρώτη επιστολή του Rilke, γραμμένη στις 17 Φλεβάρη του 1903, δίνει στον νεαρό την ακόλουθη συμβουλή, απαντώντας στα παράπονά του για την αδιαφορία που επιδεικνύουν τα περιοδικά της εποχής για τους στίχους του:
            «Ένας μονάχα δρόμος υπάρχει: Βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας. Αναζητήστε την αιτία που σας αναγκάζει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: Θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε; Τούτο, πρώτ’ απ’ όλα, αναρωτηθείτε την πιο σιγηλή ώρα της νύχτας σας: «Πρέπει να γράφω;» Σκαλίστε βαθιά μέσα σας να βρείτε την απόκριση. Κι αν η απόκριση τούτη αντηχήσει καταφατικά, αν απέναντι στο βαθυσήμαντο τούτο ρώτημα μπορείτε να υψώσετε ένα στέρεο και απλό «πρέπει», τότε να πλάσετε τη ζωή σας σύμφωνα μ’ αυτή την ανάγκη».
            Τα λόγια του Ρίλκε μοιάζουνε τόσο πολύ με τις κουβέντες της Νίνα, στο «Γλάρο», κατά την τελευταία συνάντησή της με τον Κώστια. Έχοντας και η ίδια αποτύχει σαν ηθοποιός, θα πει στον απελπισμένο νέο:[5]
            «Και τώρα, το ξέρω, το καταλαβαίνω, Κώστια, ότι σε δουλειές σαν τις δικές μας, στο παίξιμο ή στο γράψιμο, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η φήμη ή η δόξα, ή όλα τα πράγματα που ονειρευόμουν κάποτε, αλλά το ν’ αντέχεις να προχωράς. Να μπορείς να κουβαλάς τον σταυρό σου και να πιστεύεις. Εγώ πιστεύω, και δεν με πονάει πια….»
            Η συγγραφή πρέπει να ‘ναι λοιπόν βιολογική ανάγκη, όπως άλλωστε και η ηθοποιία. Είναι αναγκαία συνθήκη του ζην; Τότε οφείλει να καλλιεργηθεί. Κι αν δεν είναι; Τότε πρέπει να πάψει κανείς να προσπαθεί; Ίσως όχι. Είναι πολύ πιθανόν όμως ότι κάποτε θα πάψει να ονειρεύεται, όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό. Γιατί σίγουρα θα μπορεί να ζήσει με κάτι άλλο – να υποκαταστήσει το γράψιμο με κάτι άλλο… Κι αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Αν αυτό που κάνει κανείς δεν εκπηγάζει βαθιά απ’ την καρδιά του, τότε δεν θα ‘χει τη δυνατότητα να «προχωρά και ν’ αντέχει», όπως θα ‘λεγε η Νίνα Θα κουραστεί και θα σταματήσει στην πρώτη δυσκολία. Ούτε κι αυτό είναι απαραίτητα κακό. Είναι απόλυτα ανθρώπινο: Αν ένα κομμάτι του εαυτού μας μάς πονάει τόσο πολύ, ενώ εμείς το υπολογίζαμε για δεκανίκι της ευτυχίας μας, είναι καλύτερο να το κόβουμε οριστικά, ν’ ακρωτηριαζόμαστε, ειδάλλως θα πρέπει να υπομείνουμε τον πόνο. Για το αν θα επιζήσουμε του ακρωτηριασμού, καθοριστική είναι η πραγματική θέση αυτού του κομματιού στον «οργανισμό» μας. Αν για τον επίδοξο συγγραφέα, μουσικό, ηθοποιό η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένα μικρό δαχτυλάκι, δεν θα καταλάβει καν την απώλειά του. Αν είναι η καρδιά του, απλώς θα πεθάνει μαζί της.
            Συχνά, ο πόνος της αποτυχίας είναι δυσβάσταχτα μεγάλος. Και ο Κώστια δεν μπορούσε να τον αντέξει, όπως έκανε η Νίνα. Οι πρώτες αποτυχίες κάμπτουν συχνά πολλούς επίδοξους ποιητές, στιχουργούς, ηθοποιούς, που εγκαταλείπουν απογοητευμένοι την προσπάθεια. Κάποιοι άλλοι επιμένουν. Ο Stephen King, ο σημαντικότερος συγγραφέας μυστηρίου της εποχής μας, πολλά από τα έργα του οποίου έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο κι έχουν τιμηθεί με Όσκαρ, αναφέρει σε συνέντευξή του[6] ότι στα πρώτα βήματά του είχε φτιάξει στο γραφείο του μια ωραία ταπετσαρία από τις αρνητικές απαντητικές επιστολές των εκδοτικών οίκων στα χειρόγραφα που τους έστελνε. Είχε όμως την υπομονή να επιμένει. Εγκατέλειψε μάλιστα τη δουλειά του, επειδή δεν μπορούσε να σταματήσει να γράφει. Κι όταν ο εκδοτικός του οίκος τον δέσμευσε να βγάζει περιορισμένο αριθμό βιβλίων, αυτός, κρυφά απ’ όλους, εξέδιδε βιβλία του με ψευδώνυμο και εντελώς διαφορετικό ύφος. Δεν μπορούσε να σταματήσει…
            Ο Κώστια, στον «Γλάρο» δεν ήταν δυνατό να μπορέσει να συνεχίσει. Κι αυτό, γιατί ο νους του ήταν προσανατολισμένος στην έξωθεν αναγνώριση, σ’ αυτό που θα ‘λεγαν οι άλλοι για το έργο του. Τον πείραζε που τα φύλλα του δικού του διηγήματος έμεναν άκοπα, ακόμα και στο τεύχος που είχαν αγοράσει τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ο Τριγκόριν πάλι, ο επιτυχημένος συγγραφέας του έργου, λάτρευε το ψάρεμα – ωστόσο το μυαλό του ήταν ολότελα δοσμένο σ’ αυτό που έκανε: αναζητούσε την έμπνευση σε κάθε του ανάσα. Αυτό τον κούραζε – εκείνος όμως υπέμενε. Αυτή η αντίθεση, βέβαια, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Θα μπορούσαν να ισχύουν τα αντίστροφα για τον καθένα απ’ τους δυο. Το ολόψυχο «δόσιμο» δεν μπορεί ποτέ να εγγυηθεί την έξωθεν αποδοχή (αν και δεν θα πρέπει να συμμεριζόμαστε μια ακραία μετάλλαξη αυτού του ισχυρισμού, που χρησιμοποιείται από συγγραφείς που δεν ευτύχησαν να φθάσουν μέχρι την εμπορική επιτυχία, συχνά δε ούτε μέχρι το τυπογραφείο: Ότι η αποτυχία τους είναι συχνά αποτέλεσμα μιας «συνωμοσίας των μετρίων», που εξυφάνθηκε για να καταθάψει το ταλέντο τους). Όλοι οι σπόροι είναι γόνιμοι. Αν όμως θα δώσουνε καρπό, αν θα φυτρώσει κάτι, αυτό εξαρτάται από το χώμα που θα πέσουν, τον καιρό, τα ζιζάνια, τα πεινασμένα πουλιά. Η μοίρα κάθε σπόρου είναι μοναδική – τόσο, όσο και αβέβαιη…
            Η ποιήτρια Κική Δημουλά είχε πει:[7] «Ας μη λέμε ψέματα. Γράφουμε για να διαβαστούμε. Κανείς δεν θα έμπαινε στον κόπο να γράψει αν δεν περίμενε ότι κάποιος θα διαβάσει τα ποιήματά του […] Θέλω να μ’ αγαπήσουν, βεβαίως, αυτή είναι η απώτερη επιδίωξη». Μ’ έχει προβληματίσει ιδιαίτερα αυτή η φράση. Μέσα μου ξέρω πως έχει απόλυτο δίκιο. Γιατί δεν μπορεί καμμιά μορφή τέχνης να είναι απολύτως αυτιστική, δεν μπορεί αυτό το μήνυμα που εκπέμπεται να μην απευθύνεται σε κανέναν. Γιατί η ποίηση, η λογοτεχνία, το θέατρο, η κάθε μορφή τέχνης είναι ζωές παράλληλες – υποκαθιστούν αυτά που ζει ο καλλιτέχνης μ’ αυτά που θα ‘θελε να ζήσει. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος συγγραφέας είναι απλός θεατής της ιστορίας του. Κάπου, σε κάποια γωνίτσα έχει βάλει κάποια πτυχή του εαυτού του (αν δεν τον έχει κάνει πρωταγωνιστή). Στις ιστορίες που αφηγούνται, οι συγγραφείς μας λένε πράγματα για τα οποία δεν θα μπορούσαν ποτέ να μας μιλήσουν κατά μέτωπον. Αν κάποιος θέλει να τα πει στον εαυτόν του και μόνον, τότε δεν χρειάζεται να τα γράψει… Ωστόσο, καταλαβαίνω κι εκείνους που διατείνονται πως γράφουν «από προσωπική ευχαρίστηση και μόνον». Τους πιστεύω απόλυτα. Ξέρω όμως πως μέσα τους υπάρχει καλά κρυμμένη η ελπίδα ότι κάποιος, κάποτε, θα διαβάσει και θ’ αγαπήσει τα γραφτά τους, θα δώσει τέλος στην ορφάνια τους. Γιατί, κακά τα ψέματα, όλες οι λογοτεχνίες είναι γεμάτες ορφανά…
            Όπως λέει στην ίδια συνέντευξη, αποστασιοποιημένη (φαινομενικά) από τον Rilke, η Κική Δημουλά: «Υποπτεύομαι ότι ο εσωτερικός κοσμος με τον εξωτερικό είναι μ’ ένα πολύ υπόγειο τρόπο ενωμένοι […] Σήμερα, λέω ότι το μόνο πράγμα που με κρατάει όρθια είναι τα παιδιά μου, φυσικά αυτή η ενασχόλησή μου με την ποίηση… Αν αύριο το πρωί ξημερώσω και βρεθώ ν’ αγαπώ τον εξωτερικό κόσμο ενός ανθρώπου εγκαταλείπω την ποίηση, δεν εγκαταλείπω τα παιδιά μου». Η Κική Δημουλά δεν θα πέθαινε αν σταματούσε να γράφει – έτσι ισχυρίζεται… Η ίδια η ποίηση δίνει στον άνθρωπο τη δύναμη να σταματήσει να την κοινωνεί.
            Και τι γίνονται όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που αποτυγχάνουν, παραιτούνται, κι όμως συνεχίζουν να ζουν – επειδή το «πρέπει να ζήσω» είναι φύσει ισχυρότερο από το «πρέπει να γράφω»; Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι εγκαταλείπουν το γράψιμο για πάντα. Πρέπει κάπου κάπου να μουτζουρώνουν κάποιο χαρτί, έτσι, για να παίρνουν τη δόση τους απ’ το μεγαλείο. Να αναμετρώνται με τον Σαίξπηρ κατ’ ιδίαν, χωρίς την παρουσία κοινού, ενώπιον του οποίου η ήττα τους θα ήταν δεδομένη. Παλεύουν με το άπειρο σε ρηχά νερά, αφού στα βαθιά δεν μπόρεσαν να κολυμπήσουν. Είναι όμως αρκετό και σωτήριο για κείνους ότι βρέχουν τα πόδια τους στη θάλασσα, ότι η αλμύρα της δημιουργίας αναζωογονεί τα κύτταρά τους. Τι κι αν τα «παιδιά» τους κιτρινίζουν ορφανά στο συρτάρι; Τα όνειρά τους ακόμη βαριανασαίνουν… Έχουν ακόμα πνοή. Και, κάπου στο βάθος, εξακολουθούν να ελπίζουν. Γιατί ξέρουν πολύ καλά, έστω κι αν δεν το διάβασαν ποτέ, κάτι που έγραψε ο Μπωντλαίρ, κατακλείδα στο ποίημα του «Η φωνή» (La voix)[8]:
«Κράτησε τα όνειρά σου. Οι συνετοί δεν έχουν σαν τους τρελούς».





[1] Ειδικότερα, το ποίημα ανήκει στην ομάδα ποιημάτων «Πληγωμένοι θεοί».
[2] Βλ. το αφιέρωμα στον Κώστα Καρυωτάκη του περιοδικού ΜΕΤΡΟ (τ. 33., Ιούλ. 1998, σ. 154 επ.), σε επιμέλεια Αγγελικής Ξύδη.
[3] Βλ. Κ. Στεργιόπουλος, «Κ. Καρυωτάκης – η ζωή και το έργο του», εισαγωγή στην έκδοση των Απάντων Καρυωτάκη – Πολυδούρη, Αθήνα: Πάπυρος, 1995, σ. 14.
[4] Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μφρ. Μάριος Πλωρίτης, 9η έκδ., Αθήνα: Ίκαρος, 1987.
[5] Απόδοση από την αγγλική μετάφραση της Betsy Hulick (Bantam Classics, 1994).
[6] Συνέντευξη του Stephen King στον Kelvin Caddies, που αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΚΛΙΚ, αρ. 126, Οκτ. 1997, σ. 92 επ.
[7] Συνέντευξη της Κικής Δημουλά στην Αγγελική Ξύδη, περιοδικό ΜΕΤΡΟ, αρ. 36, Οκτ. 1998, σ. 70 επ.
[8] Μετάφραση Κ. Καρυωτάκη. Το ποίημα του Μπωντλαίρ χρησιμοποιήθηκε ως εισαγωγή στη συλλογή Νηπενθή (1921).

13/5/12

Αφιερωμένο στις μαμάδες (μητέρες, μανάδες, μάνες, μανούλες, κ.ο.κ.)


Το κείμενο εκφωνήθηκε στις 13 Μαΐου 2007, στο Αργοστόλι, σε εκδήλωση που διοργάνωσε το Λύκειο Ελληνίδων, Παράρτημα Αργοστολίου, για τη γιορτή της μητέρας...


Κυρίες και κύριοι, όταν η Πρόεδρος του Λυκείου Ελληνίδων με ρώτησε πώς θα μού φαινόταν αν ένας άντρας μιλούσε σε ένα ακροατήριο κατεξοχήν γυναικείο για ένα θέμα όπως η μητέρα, στην αρχή παραξενεύτηκα, και μετά κατάλαβα ότι κάτι δύσκολο με περιμένει. Στ’ αλήθεια είναι περίεργο ένας άντρας να μιλήσει σε γυναίκες, για τη μητέρα, είτε αυτές έχουν γίνει μητέρες είτε όχι, και να τους πει κάτι που δεν ξέρουν ήδη – εμείς οι άντρες άλλωστε μπορούμε να αντιληφθούμε την έννοια της μητρότητας από δυο θέσεις που είναι προνομιούχες: Αυτήν του γιου και αυτήν του πατέρα. Και τις λέω προνομιούχες, γιατί είναι θέσεις ασφαλείας. Νομίζω ότι στο έργο της μητρότητας εμείς οι άντρες, δεν μπορούμε να είμαστε τίποτε περισσότερο από θεατές ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, κομπάρσοι.

Από αυτή τη θέση λοιπόν, προσπάθησα να μαζέψω σε μια κόλλα χαρτί όλα αυτά που θα σας πω σήμερα. Σκέφτηκα πολλούς δρόμους, στην αρχή ασφαλείς: να μιλήσω για τη μάνα στη λογοτεχνία, αλλά στο θέμα της μητρότητας, είναι αδύνατο η λογοτεχνία να ξεπεράσει την ίδια τη ζωή. Οι μανάδες στην παγκόσμια λογοτεχνία, σαν κι αυτές του Γκόρκι, του Μπρεχτ, του Λόρκα, της Περλ Μπακ, του ΄Ιψεν, από τις «Μαμάδες Βορείων Προαστίων» μέχρι τις τραγικές μάνες του Ευριπίδη είναι τόσες πολλές και τόσο διαφορετικές, αλλά ταυτόχρονα και τόσο λίγες μπροστά στις αληθινές μανάδες, αυτές που βρίσκονται παντού γύρω μας, τις γυναίκες που αναλαμβάνουν αυτόν το ρόλο…

Είπα τη λέξη «ρόλος» και αμέσως σκέφτηκα ότι γρήγορα γρήγορα πρέπει να τη μαζέψω. Ο πατέρας είναι ρόλος. Είναι ένας από τους ρόλους που καλούμαστε να παίξουμε εμείς οι άντρες, και που η κοινωνία αλλά και η φύση μας, μας επιτρέπει ώρες ώρες να κάνουμε διαλείμματα από αυτόν το ρόλο για να παίξουμε κάποιον άλλο (αυτόν του επαγγελματία, για παράδειγμα). Η μητέρα δεν είναι ρόλος. Η μητέρα είναι κάτι άλλο. Η μητέρα είναι ταυτότητα.

Από τη στιγμή που μια γυναίκα γίνεται μητέρα, αισθάνομαι ότι φοράει ένα κοστούμι που δεν πρόκειται να ξαναβγάλει ποτέ. Δεν έχει κανένα περιθώριο για διάλειμμα στα παρασκήνια. Είναι πάντα επί σκηνής, πάντα πρωταγωνίστρια. Κι όταν καλείται να παίξει κι εκείνη άλλους ρόλους μέσα στη ζωή της, όπως κι ο άντρας, όταν για παράδειγμα πρέπει να δουλέψει, να σπουδάσει, να ταξιδέψει, είναι αναγκασμένη να φοράει πάντοτε κάτω από το καινούριο της κοστούμι  το κοστούμι της μητέρας, αυτό που την ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή της, την ταυτότητά της.

Αυτό μού ακούστηκε πολύ σκληρό σαν σκέψη. Μου φαίνεται ότι κανένας άντρας δεν θα μπορούσε να επιβιώσει φορώντας δυο κοστούμια δυο ή περισσότερων διαφορετικών ρόλων. Πολύ περισσότερο, να φοράει το κοστούμι της δουλειάς του και να ξέρει ότι από κάτω έχει μια στολή σαν αυτή της μητέρας. Στην αρχή μου ακούστηκε σαν «στολή αγγαρείας». Και σκέφτηκα ότι αυτή η αδικία επιτείνεται και από ένα άλλο γεγονός. Ο άντρας έχει, βιολογικά, πολύ μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια να επιλέξει τη στιγμή που θα γίνει πατέρας. Η γυναίκα έχει και σε αυτόν τον τομέα το χρόνο εναντίον της. Δύσκολος ρόλος… Με συγχωρείτε… Δύσκολη ταυτότητα…

Έπειτα σκέφτηκα ότι όλα δεν μπορεί να είναι έτσι… Σκέφτηκα ότι εγώ τα βλέπω έτσι επειδή τα βλέπω με τη ματιά ενός άντρα. Επειδή δεν βλέπω κάτι που βλέπετε εσείς οι γυναίκες. Έτσι σκέφτηκα να ρωτήσω κάποιες γυναίκες που έχουν γίνει μητέρες, να προσπαθήσω να κατανοήσω τη δική τους ματιά, να διαπιστώσω ποια είναι εκείνη η στιγμή που η μητρότητα γίνεται ταυτότητα και παύει να είναι προσδοκία, αποστολή, φυσική επιλογή, ανάγκη ή τυχαιότητα. Οι απαντήσεις που πήρα  παρουσίαζαν αρκετές διαφορές μεταξύ τους, σε σημείο που αρχικά ένιωθα ότι αυτό το χρονικό σημείο όπου συντελείται μια τέτοιου μεγέθους αλλαγή δεν είναι ίσως το ίδιο για όλες τις γυναίκες. Όλες οι κυρίες που μού μίλησαν όμως συνέκλιναν σε ένα σημείο: Η στιγμή της γέννησης του παιδιού, συχνά επώδυνη και τραυματική, είναι ίσως η πιο καθοριστική απ’ όλες.  Γιατί εκείνη τη στιγμή η γυναίκα αντιμετωπίζει επιτυχώς την πιο μεγάλη πρόκληση της φύσης: φέρνει στον κόσμο ζωή – γίνεται ένας μικρός θεός που δημιουργεί ένα θαύμα. Κι αυτό το μικρό θαύμα είναι δικό της, πρώτα απ’ όλα, και κατόπιν του πατέρα. Εκείνη το μεγάλωσε στα σπλάχνα της εννιά μήνες. Εκείνη πέρασε φοβερούς πόνους για να το φέρει στον κόσμο. Τόσο μεγάλους πόνους που πολύ συχνά στην αρχή αισθάνεται ακόμη και αποστροφή και μίσος γι’ αυτό το μικρό πλασματάκι.

Και μετά; Και μετά αντιλαμβάνεται ότι δεν τελειώνει εκεί η δοκιμασία. Ότι όλα αρχίζουν εδώ. Ότι έφερε στον κόσμο ένα πλάσμα απολύτως αδύναμο να επιβιώσει εδώ που το έφερε. Ότι από δω και πέρα άλλη μια ζωή εξαρτάται από κείνη. Ότι πλάι στη δική της ζωή υπάρχει κι εκείνη η άλλη, που δεν μπορεί να την αφήσει γιατί δεν ξέρει τι θα συμβεί… Ότι δεν είναι αρκετό που ξεπέρασε τον εαυτό της για να δημιουργήσει κάτι. Από δω και πέρα αρχίζει ένας καινούριος αγώνας. Από δω και πέρα τίποτα δεν μπορεί να είναι ίδιο.

Νομίζω ότι όλοι ξέρουμε τη συνέχεια της ιστορίας. Δεν έχω καμμία πρόθεση να την εξιδανικεύσω, γιατί την έχω ζήσει από αρκετά κοντά. Τον πρώτο καιρό οι έννοιες του ύπνου και των φυσικών αντοχών σχετικοποιούνται. Μια διαρκής αγωνία έρχεται να καταλάβει το σύνολο του χρόνου. Αναπτύσσεται σωστά το πλασματάκι; Τρώει; Κοιμάται τις ώρες που πρέπει; Η ζωή γεμίζει με καινούριες μυρωδιές, καινούρια χρώματα, καινούριες φωνές. Οι πρώτοι πυρετοί, τα κλάμματα που δεν ξέρουμε τι σημαίνουν, οι πρώτες τούμπες, η εξαφάνιση όλων των αιχμηρών αντικειμένων από το τραπέζι, τα πήγαινε έλα στους γιατρούς, τα εμβόλια, τα πρώτα βήματα, κι άλλες τούμπες, κανένα ραμματάκι πού και πού, οι παιδικές αρρώστειες, που ενίοτε τις περνάμε κι εμείς αναδρομικά, τα κλάμματα, το καυτό γάλα που ρίχνουμε στον καρπό μας και μας ζεματάει ενώ εκείνο διαμαρτύρεται ότι πεινάει, οι πάνες που πρέπει να αλλαχτούν στην πιο ακατάλληλη στιγμή, τα κοφτερά τους νυχάκια που μας σημαδεύουν ασυστόλως στα μάτια, στην μύτη, τα αυτά,  η γυναίκα ή ο σταθμός που θα το φυλάει όσο οι γονείς δουλεύουν, τα ρουχαλάκια που μικραίνουν διαρκώς, οι τούμπες της μαμάς στο πάτωμα από το ξεχασμένο αυτοκινητάκι, οι πασαλειμμένοι τοίχοι με τις κρέμες και το κραγιόν της μαμάς, και τους καινούριους ανεξίτηλους μαρκαδόρους, το σπίτι που βρίσκεται διαρκώς σε βομβαρδισμένη κατάσταση, τα παιχνίδια του που κάνουν φασαρία (και του αρέσει να τα βάζει μπρος μέσα στο καταμεσήμερο), τα πρωτότυπα παιχνίδια του τύπου «αδειάζουμε τη ντουλάπα», «πετάμε όλες τις κατσαρόλες στο πάτωμα», «βάζουμε μπρος το αυτοκίνητο του μπαμπά», «βάζουμε πράγματα στις μπρίζες, στη θήκη του dvd, στο πλυντήριο, ανάβουμε όλους τους διακόπτες» κι άλλα κλάμματα, οι πρώτοι καυγάδες κι ανυπακοές, η γκρίνια του για να μην πάει σχολείο και οι ψευτοαρρώστιες που επινοεί,  κι άλλες τούμπες στο σχολείο, κι άλλες αρρώστειες, αληθινές, που κολλάει, ιδίως τον πρώτο χρόνο, από τα άλλα παιδάκια, οι βόλτες με τα καροτσάκια που φαντάζουν παράδεισος μπροστά στο κυνηγητό που ακολουθεί όταν αρχίσει να περπατάει μόνο του, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί «ποιος θα το κρατήσει για να πάμε ένα σινεμά, ποιος θα το πάει στο σχολείο, στα γαλλικά», οι οδυρμοί στα παιχνιδάδικα, τα «θέλω» που διαδέχονται το ένα το άλλο με καταιγιστική μορφή, οι αντιδράσεις σε όποιον περιορισμό του τύπου «σήμερα είδες πολύ τηλεόραση», «δε θα παίξεις με τον Γιωργάκη αν δεν κάνεις τα μαθήματά σου», «Δε θα βγεις αν δε φορέσεις το γκρι πουλοβεράκι» οι εχθροπραξίες που ακολουθούν κάθε απαγόρευση, τα πάρτυ που αφήνουν το σπίτι σε κατάσταση μόλις πριν την κατεδάφιση, οι πρώτες νυχτερινές έξοδοι, τα πρώτα σκιρτήματα…. 

Και σε όλα αυτά, η μαμά μπροστά. Διότι ο μπαμπάς συνήθως λείπει περισσότερο και ενίοτε του είναι πιο βολικό να το υποδυθεί τον καλό της παρέας και να αφήσει τη μαμά να ξελασπώνει. Όσο κι αν οι πατεράδες τελευταία έχουν αρχίσει να ασχολούνται περισσότερο (και το διαπιστώνουμε από τον αυξανόμενο αριθμό μπαμπάδων που κρατούν καροτσάκια με μωρά στους δρόμους και μπαμπάδων στις αίθουσες αναμονής των παιδιάτρων), και σε αυτό το καινούριο έργο, με τις καθημερινά απρόβλεπτες εξελίξεις, πρωταγωνίστρια είναι η μητέρα. Πότε τελειώνει όλη αυτή η ιστορία; Ρώτησα τη δική μου μητέρα, πότε έπαψε να ανησυχεί για τα βλαστάρια της και μου απάντησε: «Και ποιος σου είπε ότι σταμάτησα να ανησυχώ;». Αυτή η απάντηση με έκανε να πιστεύω ότι η ζωή της μάνας μοιάζει με ηλεκτρονικό παιχνίδι: Έχει πολλές πίστες, δεν ξέρεις σχεδόν ποτέ ποια είναι η επόμενη, πρέπει να περάσεις από όλες, και δυστυχώς έχεις μόνο μια ζωή. Και, δεν έχεις επιλογή να διακόψεις το παιχνίδι, μια και οι άλλοι παίκτες εξαρτώνται αποκλειστικά σχεδόν από εσένα. Στο παιχνίδι της ζωής, η μητέρα είναι ο βασικός ήρωας –  πρέπει να τρέχει διαρκώς, να προλαβαίνει ακατάπαυστα, να προβλέπει, να φροντίζει…

Αναρωτιέμαι ώρες ώρες ποια είναι η δύναμη που μπορεί να κάνει μια γυναίκα να ταχθεί σε αυτή την αποστολή. Όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκε και πάλι να ρωτήσω για να μάθω. Η πρώτη μου ερώτηση προς τις γνωστές μου μαμάδες ήταν αν τι θα έκαναν αν είχαν την ευκαιρία να ξαναρχίσουν το παιχνίδι της ζωής από την αρχή. Θα επέλεγαν και πάλι να είναι μητέρες; Η απάντηση ήταν απολύτως ομόφωνη και ομόθυμη από όλες: «Ασφαλώς και θα το ξανάκανα». Ζήτησα περισσότερες εξηγήσεις. Πήρα πολλές απαντήσεις: «Είναι ένας σκληρός και δύσκολος αγώνας. Αλλά η γυναίκα μπορεί να το κάνει. Και αξίζει να το κάνει, με το όποιο τίμημα» ήταν η πιο μετριοπαθής απάντηση. Και η πιο θερμή: «Το ρωτάς επειδή είσαι άντρας και δεν μπορείς να φανταστείς τι αισθάνεται μια μητέρα όταν κρατά στα χέρια της το παιδί της». «Τι αισθάνεται;» ρώτησα κι εγώ. «Δεν περιγράφεται αυτό που αισθάνεται».

Όσο καλός και να είναι κανείς στις περιγραφές, δεν μπορεί να περιγράψει τη φύση. Όσα και να πει για το αίσθημα της μητρότητας δεν νομίζω ότι μπορεί να ξεπεράσει τη φλούδα, την επιφάνειά του. Υπάρχουν αισθήματα που είναι απόλυτα, και μόνο μερικά στοιχεία τους μπορούμε να προσδιορίσουμε – η μεγαλύτερη περιοχή τους είναι άγνωστη – οι λέξεις δεν αρκούν για να την σηματοδοτήσουν. Γιατί είναι ένα αίσθημα που δεν είναι διανοητικό, προέρχεται από τη φύση. Η λογική δεν μπορεί να το περιγράψει γιατί το γεννά η φύση. Και οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να το περιγράψουν, γιατί αυτό που γεννά η φύση διαχέεται με έναν τρόπο μαγικό σε μια διαδικασία υπερφυσική: σε ένα αίσθημα απέραντης αγάπης και στοργής, και όχι μόνο αυτά, όπως είπαμε. Οι λέξεις δεν μπορούν να τα περιγράψουν. Και με τη σειρά τους γεννούν κι αυτά την υπεράνθρωπη, αλλά απολύτως φυσική δύναμη της μάνας να ανταπεξέρχεται σε πόνους, αγωνίες, καθημερινές και έκτακτες δυσκολίες.

Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο να βλέπουμε γυναίκες οι οποίες στα μάτια μας φαντάζουν αδύναμες και εύθραυστες να αποκτούν τεράστια δύναμη και αντοχή, όποτε το απαιτεί η μητρική τους ταυτότητα. Νομίζω ότι σε αυτό το σημείο μπορούμε να ανακαλύψουμε ότι το μεγαλείο της γυναικείας φύσης είναι εκεί: αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της μητρότητας, με μόνο όπλο της το μητρικό αίσθημα, τη φύση της ουσιαστικά, να καταλαβαίνει ότι στη δύναμή της δεν υπάρχουν όρια. Ότι μπορεί να το ζήσει αυτό και να ανταπεξέλθει και  επειδή μπορεί να ζήσει αυτό μπορεί να κάνει τα πάντα στον κόσμο. Η δύναμη να δίνεις τη ζωή είναι μέσα στη φύση της. Είναι απόλυτη και τίποτα δεν μπορεί να την κατανικήσει. Μπορεί να αντιμετωπίσει τα πάντα. Είναι μαγικός ο τρόπος με τον οποίο μέσα από μια διαδικασία που σε οδηγεί στα όρια των φυσικών και ψυχικών της αντοχών, να μετατρέπεις το αίσθημα της μητρότητας σε μια τρομακτική δύναμη, μια δύναμη που έρχεται κατευθείαν από τη δύναμη της ζωής. Στα δικά μας, αντρικά μέτρα, θα μπορούσε να παρομοιαστεί (χωρίς ούτε καν να πλησιάζει) με το να κατακτάς μια απάτητη κορυφή, ή να πέφτεις με αλεξίπτωτο από τεράστιο ύψος. Όταν το πετυχαίνεις νιώθεις Θεός. Πόσοι από εμάς τους άντρες μπορούν να το κάνουν; Ελάχιστοι. Πόσες γυναίκες μπορούν να το ζήσουν αυτό;

Όπως καταλαβαίνετε, χρειάστηκε και πάλι να ρωτήσω. «Πότε νιώθετε έτοιμες;». Και «Το νιώθετε όλες;». Είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι αυτό το ερώτημα πρέπει να συνδυαστεί με το γεγονός ότι υπάρχει κι ένα ρολόι, αυτό του χρόνου, που κυλάει αντίστροφα και σε βάρος των γυναικών. Η δεύτερη ερώτηση απαντήθηκε πιο εύκολα: Όλες οι γυναίκες μπορούν. Όλες έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Κι ας μην το νιώθουν τη δεδομένη στιγμή. Κι ας νιώθουν ότι ακόμα δεν είναι έτοιμες. Η φύση τις έχει οπλίσει με τη δύναμη να μπορούν, να αντέξουν, να επιτύχουν… Και εκείνη τη στιγμή, κάθε ανασφάλεια και αβεβαιότητα της γυναικείας ψυχής (που οφείλεται κι αυτή στη φύση της), εξανεμίζεται και γίνεται μια απίστευτη δύναμη, που έχει μέσα της αγωνία, έχει όμως και την απέραντη χαρά, που όπως είπαμε οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν.

Σε κάποια συζήτηση άκουσα και την ατάκα που με βοήθησε περισσότερο να καταλάβω: Αν ήθελα να νιώσω τη δύναμη του αισθήματος της μητρότητας, θα έπρεπε να συλλογιστώ το κενό της απουσίας του. Να σκεφτώ τις γυναίκες που δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να γίνουν μητέρες. Ακόμη περισσότερο, εκείνες που θέλησαν και η φύση ή οι περιστάσεις δεν τους επέτρεψαν.  Και κατόπιν να σκεφτώ τα παιδιά που δεν μπόρεσαν να μεγαλώσουν κοντά σε μια μητέρα. Να σκεφτώ εκείνο το κενό, και πόσο δύσκολα γεμίζει. Και δεν λέω ότι δεν είναι δυνατό να γεμίσει με κάποιο τρόπο αυτό το κενό, ούτε ότι δεν έχει δικαίωμα μια γυναίκα να κάνει άλλες επιλογές. Έχω την αίσθηση ότι αυτή τη σχέση μητέρας και παιδιού δεν μπορεί να την υποκαταστήσει.

Δεν μπορεί «κάτι άλλο» να κάνει τη ζωή πιο συναρπαστική από την ιστορία που σας αφηγήθηκα πιο νωρίς, με τις πάνες, τους παιδιάτρους, και τις τούμπες, αλλά και με τα πρώτα τους λογάκια, τα φιλιά στη μαμά, τα πρώτα βήματα, τον μαγικό τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτουν τον κόσμο, τη στιγμή που θα αρχίσουν να μασουλούν με τα ούλα το φαγητό τους, το αίσθημα ότι είσαι ο ξεναγός τους σ’ αυτόν τον καινούριο κόσμο που πρωταντίκρισαν σαν ένα τεράστιο φως. Κι όχι μόνο ο ξεναγός τους. Ότι εσύ μέχρις ενός σημείο θα τους φτιάξεις αυτόν τον καινούριο κόσμο: Από τα φεγγαράκια που κρέμονται πάνω από την κούνια τους και θα είναι τα πρώτα πράγματα που θα βλέπουν κάθε πρωί, τις κουβέρτες που θα τα σκεπάζεις κάθε βράδυ όταν δεήσουν να αποκοιμηθούν, το αλάτι στο φαγητό που θα τους μάθει την γεύση του νόστιμου, τα νανουρίσματα που θα τους μάθουν τους πρώτους ήχους, το μάγουλο της μαμάς που θα τους μάθει την αίσθηση της αφής, το φιλί που θα δώσεις στο γρατσουνισμένο γόνατο για να περάσει, τα πρώτα γράμματα που θα γράφουν παντού, η πρώτη βόλτα με το καρότσι, έξω, και τα μάτια τους που θα κοιτάζουν παντού,  σ’ έναν κόσμο γεμάτο εικόνες που εσύ θα τους χαρίζεις. Τις αγκαλιές που θα κατευνάσουν τα κλάματα και θα συμπαρασταθούν στις μικρές και μεγάλες τους αταξίες και ατιμίες, η κουβεντούλα που θα τα κάνει να ξεπεράσουν τους φόβους τους, η καταλλαγή απέναντι στα στραβοπατήματά τους. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που μπορεί να τα υποκαταστήσει αυτά.  Εγώ, από την σχετικά ευκολότερη θέση του άντρα, μπορώ να σας απαντήσω ότι πιστεύω ότι ακόμη και για έναν άντρα δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να γεμίσει αυτό το κενό. Καμμιά επαγγελματική ή άλλη καταξίωση, καμμιά προσωπική επιτυχία, καμμία τέχνη ή επιστήμη δεν μπορούν να γεμίσουν τη ζωή μας περισσότερο από την ίδια τη ζωή. Γιατί έχει να κάνει με αισθήματα έμφυτα, με δυνάμεις που δεν τις αποκτάς, αλλά τις ανακαλύπτεις.

Για τη γυναίκα, η μητρότητα είναι μια παράσταση με σκηνοθέτη και πρωταγωνίστρια την ίδια. Ένα έργο με αγωνία, με ανατροπές, με απρόβλεπτες εξελίξεις, με πολύ συναίσθημα, με συναρπαστική πλοκή.  Ένα έργο στο οποίο κάθε γυναίκα μπορεί και αξίζει να παίξει, ακόμη κι αν δε νιώθει έτοιμη. Ένα έργο που το να παίζεις σ’ αυτό είναι ασύγκριτα καλύτερο απ’ ό,τι να το βλέπεις. Ένα έργο που καταλαβαίνεις πόσο υπέροχο είναι να  το ζεις μόνο τη στιγμή που το ζεις.

Κάτι μέρες σαν κι αυτή σκέφτομαι πόσα έχει τραβήξει η μάνα μου για το βλαστάρι της. Τους ομηρικούς καβγάδες μας όταν κάποτε παράτησα το πανεπιστήμιο. Σκέφτομαι κάτι ξενύχτια της σ’ ένα νοσοκομείο, πάνω σε μια καρέκλα για πολλές μέρες, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι, σε μια στιγμή που, κανονικά, ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν θα ήθελε να μου ξαναμιλήσει. Ή, ότι, εφαρμόζω κατά γράμμα εκείνον το στίχο της Λίνας Νικολακοπούλου που λέει ότι «τα ρούχα που δεν έμαθα να πλένω τα βάζω σε σακούλες και στα φέρνω» κι εκείνη δεν διαμαρτύρεται… Και μπορεί να μην της λέω πια «πεινάω, μαμά» και «φοβάμαι, μαμά», όπως λέει παρακάτω το τραγούδι, αλλά έχω αρχίσει να της λέω «γερνάω, μαμά», κι αυτή κάθεται ακόμη κι ακούει τις γκρίνιες μου, αδιαμαρτύρητα πάλι…

Και κάτι τέτοιες μέρες γυρίζω στη δισκοθήκη μου και βρίσκω το παλιό εκείνο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι από την «Οδό ονείρων», το «Μανούλα μου» κι έπειτα ψάχνω την «Προσωπογραφία της Μητέρας» από το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» του ίδιου συνθέτη. Λίγο πριν το τέλος, θα ‘θελα να σας διαβάσω ένα σημείωμα που συνοδεύει το συγκεκριμένο κομμάτι στον δίσκο, που αναφέρεται στη μητέρα του Χατζιδάκι, στο διάστημα της παραμονής τους στην Αμερική. Είναι πολύ απλό, σαν παιδική έκθεση, όμως νομίζω ότι είναι αυτό που κάθε μητέρα θα ήθελε να ακούσει από τα παιδιά της.  

Τρίτη 30 Ιουλίου πριν βγούμε το βράδυ να φάμε στο Ροκφέλλερ Πλάζα, της βγάζω φωτογραφίες με το ροζ φόρεμά της.

Η μητέρα μου είναι γλυκειά και τρυφερή και μ’ αγαπάει.
Θα ‘θελε να ‘χε σταματήσει ο χρόνος εκείνος τη στιγμή που μ’ έχει αντίκρυ της και με κοιτάζει. Γνωρίζω εκείνη τη στιγμή καλά, μα δεν μπορώ ούτε μπορεί να τηνε σταματήσει. Κι έτσι θα μείνει πάντα στη μνήμη μας, ευγενικιά και τρυφερή ν καρτεράει μια δυο στιγμές που πέρασαν, μια δυο στιγμές που έζησα μοναδικά για εκείνη.
           
Θα ‘θελα, τελειώνοντας, να ευχηθώ «Χρόνια πολλά» σε όλες τις μητέρες που γιορτάζουν σήμερα. Ελπίζω αυτές οι λίγο «αντρικές» και αποστασιοποιημένες σκέψεις να μην σας ξένισαν και να βοήθησαν κάποιες να συλλογιστούν έστω για λίγο αν και πότε θα γίνουν μητέρες, όσο τουλάχιστον βοήθησαν κι εμένα να αναρωτηθώ πότε θα γίνω πατέρας.
Ηλίας Τουμασάτος

9/5/12

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος στη γραμμή του χρόνου

Καθώς σήμερα (9/5) γιορτάζεται η ημέρα της αντίστασης και νίκης των λαών της Ευρώπης κατά του ναζισμού, ας θυμηθούμε μερικά από τα πιο σημαντικά γεγονότα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου...