Αναζήτηση στο ιστολόγιο

25/6/12

Η ζωή σου ΔΕΝ είναι μηχανογραφικό...



Είναι πάντα δύσκολες οι μέρες που βγαίνουν οι βαθμοί των Πανελληνίων στο σχολείο. Γιατί είναι η πρώτη δοκιμασία στη ζωή των παιδιών – και γιατί δεν είναι μόνο τα ίδια τα παιδιά που έχουν επενδύσει σ’ αυτές. Είχα κατά νου να γράψω αυτό το κείμενο, όχι για να απαξιώσω τη διαδικασία, αλλά απλά για να περιγράψω τη δική μου εμπειρία, που ξεκινάει από είκοσι χρόνια πριν, προσπαθώντας να δείξω ότι οι πανελλήνιες δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα για τη ζωή του ανθρώπου. Ίσως αυτό το κείμενο είναι επιπλέον ένα αποδεικτικό για την αποτυχία του εκπαιδευτικού συστήματος ή ακόμη για το πώς ένας ανώριμος και ανερμάτιστος άνθρωπος διαχειρίζεται τη ζωή του. Είναι χρήσιμο και ως παράδειγμα προς αποφυγήν, δηλαδή. Πάντως δεν έχει καμία πρόθεση περιαυτολογίας…

            Στο σχολείο είχα καλούς βαθμούς σε όλα – και συνακόλουθα μια μεγάλη δυσκολία στο ν’ αποφασίσω τι δρόμο να διαλέξω για τη ζωή μου. Ήξερα μόνο ότι ο μόνος δρόμος που είχα ήταν οι σπουδές – δεν υπήρχε ούτε οικογενειακή περιουσία, ούτε οικογενειακή δουλειά, αλλά, ευτυχώς, και καμία παραίνεση ή πίεση από τους γονείς. Λάτρευα τα μαθηματικά, ήξερα όμως καλά ότι το αρρωστημένο άγχος μου δεν θα με άφηνε να γράψω καλά στις πανελλήνιες. Είπα λοιπόν το πρώτο μεγάλο «όχι» σε κάτι που αγαπούσα. Και πήγα στην τρίτη δέσμη (τη σημερινή θεωρητική κατεύθυνση), παρότι κατά βάθος αδυνατούσα να αποστηθίσω. Ο μόνος λόγος που με κρατούσε εκεί είναι ότι η δέσμη αυτή νομιμοποιούσε το μοναδικό σχηματοποιημένο και αμετροεπές όνειρο-ψώνιο που είχα: να γράφω.

 Στην Τρίτη λυκείου τα μηχανογραφικά τα υποβάλλαμε πριν μάθουμε τους βαθμούς των εξετάσεων – από τον Μάρτιο, μόλις είχα κλείσει τα 17 έπρεπε να αποφασίσω «τι θα κάνω στη ζωή μου». Διάλεξα την πεπατημένη. Σχολές με τη σειρά των βάσεων. Πρώτα όλες οι Αθήνες, μετά τα Γιάννινα, μετά οι Θεσσαλονίκες (Πάτρες τότε δεν πολυβρίσκονταν για μας τους θεωρητικούς), το όλον 58 σχολές. Νομική Αθήνας, Αγγλική Αθήνας, Φιλολογία Αθήνας, και Νο 58 … Μαιευτική Θεσσαλονίκης. Υπολόγιζα ότι θα έπιανα τις επιλογές μου από το 5 και κάτω: Δηλαδή το Φ.Π.Ψ… (που μου άρεσε γιατί δεν είχε πολλά αρχαία και πολλά λατινικά, αλλά είχε λογοτεχνία).

Ήδη τον καιρό των εξετάσεων είχα μετανιώσει για τη σειρά. Ο βαθμός που έγραψα (19,2) με έστειλε σούμπιτο στην πρώτη (τον Μάρτιο, αλλά όχι τον Αύγουστο) επιλογή: Νομική Αθήνας, και με υποτροφία. Ωχ. Κανονικά έπρεπε να πανηγυρίζω, ο αχάριστος. Πηγαίνω και γράφομαι σε μια σχολή για την οποία εκ των προτέρων είχα μετανιώσει, μια σχολή σκληρή την οποία μαζοχιστικά παρακολουθούσα και μισούσα όλο και περισσότερο. Στο δεύτερο έτος την παρατάω, και γυρίζω στο νησί, ξανακάνω μηχανογραφικό, αυτή τη φορά με πρώτη τη Φιλολογία. Δεν δίνω πανελλήνιες. Δεν δίνω ούτε εξετάσεις στη Νομική. Στο τρίτο έτος, χρωστάω όλο το δεύτερο. Και, όταν ένας φίλος μου λέει «εσύ δεν θα πάρεις πτυχίο ποτέ» αποφασίζω ότι ο μόνος τρόπος να ξεφορτωθώ αυτή τη σχολή είναι να την τελειώσω. Από συστηματικός κοπανατζής των εξετάσεων αρχίζω και δίνω με λύσσα όλα τα μαθήματα, παλιά και τρέχοντα. Τελειώνω ακριβώς στα 4 χρόνια, σαν να μην την είχα παρατήσει ποτέ. Και τώρα;

Το σχέδιο είχε πλέον αλλάξει: Ήθελα να πάω έξω, να σπουδάσω λογοτεχνία (πάντα υστεροβούλως σκεπτόμενος: για να γράψεις ωραία πρέπει να μελετήσεις τους άλλους). Αντί γι’ αυτό, μου προσφέρουν δουλειά σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, ως ασκούμενος δικηγόρος. Εξαίρετοι άνθρωποι, δεν θα τους ξεχάσω ποτέ. Μισούσα όμως τόσο τη δικηγορία (λάτρευα μόνο να βγάζω φωτοτυπίες και να κολλάω μεγαρόσημα, πράγματα που δεν εγγυώνται μια λαμπρή καριέρα στα δικαστήρια) που εγκαταλείπω το γραφείο και πάω φαντάρος. Το σχέδιο παραμένει. Θα τελειώσω το στρατό, και μετά στην Αγγλία για μεταπτυχιακό. 

Αλλά, όταν εμείς σχεδιάζουμε, ο θεός γελάει. Ένα πρόβλημα υγείας αναβάλλει οριστικά τα σχέδια για «έξω». Καθώς αυτό εξελισσόταν, και (ενδεχομένως ευτυχώς) μ’ έκανε να βλέπω τα πράγματα κάπως αλλιώς, παίρνω την άλλη απόφαση: Θα δώσω κατατακτήριες στη Θεατρολογία, σε μια σχολή που σε εκείνο το πρώτο μηχανογραφικό την είχα βάλει πολύ-πολύ χαμηλά, ενώ ταυτόχρονα κάνω τη χάρη στη μάνα μου και γράφομαι στον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας, χωρίς να πατήσω ποτέ το πόδι μου στο δικαστήριο, και δουλεύω και λίγο ως δημοσιογράφος, σε μικρό κανάλι της Αθήνας (σαν τον «Τηλεβόα» του «Παρά 5» ένα πράγμα) αλλά και αυτή η λαμπρή καριέρα μου τερματίζεται άδοξα εντός τριμήνου χάρη σε μια πνευμονία. 

Ευτυχώς, γιατί άρρωστος με πνευμονία προλαβαίνω να διαβάσω και περνάω στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Αθήνας – και εκεί λέω «αυτό είναι, τώρα βρήκες τον δρόμο σου». Περνάω απίστευτα όμορφα εκεί, γνωρίζω σπουδαίους δασκάλους, η ζωή μου αλλάζει ολοκληρωτικά, εκεί που ως 17άρης δεν σκεφτόμουν ποτέ ότι θα πήγαινα…  Και ενώ σχεδιάζω να συνεχίσω για μεταπτυχιακό στη Θεατρολογία, έρχεται άλλη μία αναπάντεχη πρόταση: Να γυρίσω στην Κεφαλονιά (κάτι που ονειρευόμουν ότι θα έκανα κάποτε, μάλλον ως συνταξιούχος) και να αναλάβω τη διεύθυνση της Βιβλιοθήκης στο Αργοστόλι. Ήμουν 25, απένταρος και είχα φάει στα μούτρα άπειρες πόρτες από δουλειές που επιχείρησα να κάνω στην Αθήνα. Λέω ναι στην Κεφαλονιά, και τη Βιβλιοθήκη, όχι στη Θεατρολογία, και στην Αθήνα, και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Με χαρά θυμάμαι τη μέρα που πήγα και παραιτήθηκα από το Δικηγορικό Σύλλογο. Ήταν μάλλον η οριστική απελευθέρωση από τα δεσμά της νομικής επιστήμης και της δικηγορίας… Με θλίψη,  θυμάμαι την τελευταία μέρα στη σχολή μου.

 Και επιστρέφω στο νησί. Προσωρινά. Καθώς, όπως μου είχαν πει, θα παραμείνω «υπό δοκιμήν».
Αυτή η δοκιμαστική περίοδος κράτησε 9 χρόνια. Εργάστηκα σε μια δουλειά που δεν σπούδασα, δεν γνώριζα, που ποτέ δεν φαντάστηκα ούτε ονειρεύτηκα ότι θα έκανα (Είμαι βέβαιος ότι σ’ εκείνο το μηχανογραφικό δεν είχα δηλώσει Αρχειονομία ή Βιβλιοθηκονομία). Κι όμως, πέρασαν 9 χρόνια, και δημιουργικά και δύσκολα, σ’ ένα αντικείμενο που ανακάλυψα πως ήταν συναρπαστικό. Σ’ αυτά τα χρόνια, βοηθώντας τις έρευνες των άλλων, έμαθα κι εγώ ν’ αγαπώ την έρευνα. Σ’ αυτά τα χρόνια είδα επίσης για πρώτη φορά και κάποια κείμενά μου να τυπώνονται. Και επιστημονικά (πράγμα το οποίο επίσης δεν υποψιαζόμουν ότι θέλω στα 17) και λίγο λογοτεχνικά (πράγμα που μάλλον αντανακλούσε το εφηβικό μου ψώνιο). Λεφτά βέβαια, δεν έβγαλα από τίποτα εκ των ανωτέρω, αλλά το ψώνιο, ψώνιο...

 Στα πρώτα χρόνια στην Κεφαλονιά, και ψιλοασφυκτιώντας, βρίσκω μέσω διαδικτύου και μια καθηγήτρια στην Αγγλία που ενδιαφέρεται να επιβλέψει ως διδακτορικό μια ερευνητική μου πρόταση. Δειλιάζω και δεν το προχωράω (άλλο ένα «όχι»), αλλά λίγα χρόνια μετά ξεκινάω το διδακτορικό (αλλάζοντας θέμα), όχι στην Αγγλία, αλλά στην Κέρκυρα μ’ έναν εξαιρετικό καθηγητή ο οποίος έδειξε απεριόριστη υπομονή στην εκνευριστική ασυνέπειά μου. Η δουλειά στη Βιβλιοθήκη  δεν μ’ αφήνει να χαρώ την έρευνα, καθυστερώ, κι έτσι πείθομαι ότι κι αυτός ο νεανικός στόχος δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, τώρα που πατήσαμε και τα τριάντα κάτι.

Κι εκεί που πίστευα ότι  θα πεθάνω ανάμεσα στα βιβλία, ότι θα είμαι για πάντα ένας ποντικός της έρευνας, των αρχείων και των παλαιτύπων, κι εκεί που πίστευα ότι τα πτυχία της Νομικής και της Θεατρολογίας ήταν άχρηστα χαρτιά που η μάνα μου απλώς είχε κορνιζάρει στο παιδικό μου δωμάτιο, τα πράγματα στη Βιβλιοθήκη γίνονται ζόρικα, εγώ πάλι σε αδιέξοδο, και τότε ένας καλός φίλος που του χρωστάω πολλά, σχεδόν εκβιαστικά με στέλνει να δώσω εξετάσεις στον ΑΣΕΠ για τους εκπαιδευτικούς. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα σκεφτεί ότι θα δουλέψω σε σχολείο. Ποτέ. Είχα όμως ζηλέψει με την καλή έννοια τη δουλειά των εκπαιδευτικών βλέποντας στη Βιβλιοθήκη τις δραστηριότητές τους… Δίνω εξετάσεις με λιγοστές ελπίδες και περνάω… Για να περάσω, χρειάστηκαν και τα δύο πτυχία που είχα πάρει, και της Νομικής και της Θεατρολογίας, εκείνα που είχαν ξεχαστεί επί δεκαετία και πλέον στην κορνίζα… Και, τα τελευταία τρία χρόνια, βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα σχολείο. Κι είναι και πολύ ωραία, εκεί. Και η ζωή συνεχίζεται. Και να που το αιωνόβιο διδακτορικό τελειώνει κι αυτό…

Τι θέλω να πω με όλη αυτή τη σπαραξικάρδια ιστορία; Στα 17 μου δεν μπορούσα να φανταστώ ότι όλα αυτά θα είχαν συμβεί, χωρίς να προσπαθήσω, η αλήθεια είναι, πολύ. Η ζωή πήγε τα πράγματα εδώ, εκεί, παραπέρα, τα ξανατούμπαρε. Κι εγώ μαζί της, πήρα αποφάσεις, είπα ναι, είπα όχι, κλώτσησα ευκαιρίες, έκανα βλακείες, λάθη, αλλά δεν ξέρω, στ’ αλήθεια, ποια επιλογή θα ήταν σωστή. Πέτυχα κάποια μικροπράγματα, μάλλον μπορώ να πω ότι απέτυχα σ’ αυτά που πραγματικά επιθυμούσα, μα τα έχει αυτά η ζωή. Δεν σε ρωτάει πού σε πάει, καμιά φορά. Και μπορεί να σε πηγαίνει, άθελά σου, κάπου που τελικά να είναι και ωραία.

Αν το 19,2 των πανελλαδικών και το μηχανογραφικό μου είχαν καθορίσει τη ζωή, τώρα θα ήμουν δικηγόρος παρ’ Εφέταις. Ή. θα είχα γίνει συμβολαιογράφος (όπως με συμβούλευε ένας φίλος μου) ή δικαστής. Νομίζω ότι αυτό που ζω τώρα, αυτό που ποτέ δεν επιθύμησα και ποτέ δεν ονειρεύτηκα, μου αρέσει πιο πολύ απ’ αυτό που περιέγραψαν ως μέλλον μου οι βαθμοί μου και το μηχανογραφικό μου. Ευτυχώς, δεν έγινα αυτό. Για την ακρίβεια, μάλλον δεν έγινα τίποτα. Αλλά αυτό το τίποτα είναι καλύτερο απ’ αυτό που προδιέγραφε εκείνη η επιλογή, τότε, στα 17. Αλλά και εκείνο το πτυχίο της Νομικής, που μισούσα και δεν ήθελα με τίποτα να πάρω, μου έδωσε αυτή τη σημερινή δουλειά μετά από 15 χρόνια στο συρτάρι…Ειρωνεία;

Έτσι, και όσοι κάνετε τώρα μηχανογραφικό, να το κάνετε με βάση αυτό που αληθινά επιθυμείτε, έχοντας κατά νου ότι ο μεγάλος βαθμός δεν εγγυάται ευτυχία και επιτυχία, και ο μικρός δεν σημαίνει τελεσίδικη δυστυχία και αποτυχία. Και να το συμπληρώσετε, όχι ανεύθυνα, αλλά με ελαφριά καρδιά, ξέροντας ότι η ζωή είναι τόσο απρόβλεπτη, που κανένα λάθος δεν είναι ανεπανόρθωτο και κανένα σωστό δεν είναι επιβεβλημένο. Η ζωή είναι εκεί, μπροστά σας, και χαρείτε την με όλα σας τα λάθη και τα σωστά… Ποτέ δεν ξέρεις εκ των προτέρων ποια είναι η σωστή επιλογή… Ρισκάρεις και  προχωράς. Απλά, όπου κι αν προχωρήσεις, φρόντισε να το πιστέψεις, να το ευχαριστηθείς, κι ας μην ήταν το «απόλυτο» όνειρό σου, ας είναι μια επιλογή «λίγο παρακάτω». Κι αυτή, μια ευκαιρία είναι. Ένα εισιτήριο. Το επόμενο σκαλοπατάκι δεν το ξέρεις, ούτε κι εσύ ούτε κι εγώ. Μπορεί να σε πάει πιο πάνω, μπορεί και πιο κάτω. Ζήσε το λοιπόν, με συνείδηση ότι η ζωή είναι απείρως πιο απρόβλεπτη από τη σειρά των σχολών του μηχανογραφικού σου!

Τώρα, αν με ρώταγε κανείς «τι θα έκανες αν ήσουν τώρα, πάλι 17», θα απαντούσα: «Θα σπούδαζα μαθηματικά, ασφαλώς!!!»
         



20/6/12

Νίκη Δενδρινού-Αντωνακάκη: Μια κεφαλονίτισσα πρωτοπόρος της εκπαίδευσης

Δεκαπέντε χρόνια συμπληρώνονται από τον θάνατο της Νίκης Δενδρινού-Αντωνακάκη (1908-1997), μιας ακόμη σπουδαίας κεφαλονίτισσας, που θεμελίωσε την επαγγελματική εκπαίδευση στην Ελλάδα και εμπνεύστηκε τον θεσμό των σημερινών ΤΕΙ. Το κείμενο είναι ένα μικρό αφιέρωμα στη ζωή της. Μέρος του είχε δημοσιευθεί πριν από μερικά χρόνια στην εφημερίδα "Η βοή της Πυλάρου", τόπου καταγωγής της Νίκης Δενδρινού. Για να μην ξεχνάμε τους σπουδαίους ανθρώπους που γέννησε το νησί μας...

  
            Η Καλλινίκη Δενδρινού - Αντωνακάκη γεννήθηκε το 1908 στο Αργοστόλι. Ήταν κόρη της Τζόγιας, το γένος Ζαφείρη – Μακρή και του φημισμένου επιπλοποιού του Αργοστολίου Γεράσιμου Δενδρινού,  με καταγωγή από τα Μακρυώτικα της Πυλάρου. Η Καλλινίκη ήταν η δεύτερη από τις πέντε συνολικά κόρες της οικογένειας, που συμπληρωνόταν από έναν γιο, τον Μπάμπη. Έζησε στα Μακρυώτικα για πολύ λίγα χρόνια (από τη γέννηση της τρίτης αδελφής της ως το 1914) και εκεί πέρασε τα τρία πρώτα χρόνια του σχολείου. Το 1914 επέστρεψε στο Αργοστόλι και γράφτηκε στο Παρθεναγωγείο, και στη συνέχεια στο Ελληνικό Σχολείο (1916-1919), και έπειτα στο Γυμνάσιο του Αργοστολίου (1919-1923), απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα. Η «Νικούλα Δενδρινού» το Σεπτέμβριο του 1923 φεύγει για την Αθήνα όπου εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου αποφοιτά με άριστα το 1928. 

Εργάστηκε ως φιλόλογος σε ιδιωτικά σχολεία στην Αθήνα (1929-1932) και σε Δημόσια σχολεία, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Το 1932  γνωρίζεται στενά με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Αντώνιο Αντωνακάκη – Αργυρόπουλο. Ο γάμος τους θα γίνει το 1938. Το 1939 παίρνει απόσπαση για το Υπουργείο Παιδείας όπου θα παραμείνει σε όλη τη διάρκεια της κατοχής, υποβοηθώντας την αντιστασιακή δράση του συζύγου της. Με την απελευθέρωση εργάζεται στο πλευρό του Ευάγγελου Παπανούτσου, ενώ το 1946 φεύγει  με εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Columbia, με την ευκαιρία του διορισμού του συζύγου της στο εκεί γραφείο τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας. 

Στην Αμερική θα παραμείνει από το 1946 έως το 1954 κάνοντας μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην εκπαίδευση. Το θέμα του διδακτορικού της είχε να κάνει με την διοικητική αναδιοργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, προτείνοντας πρωτοποριακές για την εποχή της μεθόδους, και ήταν η πρώτη ελληνίδα που απόκτησε ποτέ τον τίτλο του διδάκτορα σε αμερικανικό πανεπιστήμιο (Δυστυχώς η διατριβή της δεν έχει εκδοθεί ακόμη στα ελληνικά). Το 1955 επιστρέφει στην Ελλάδα και αναλαμβάνει τη διεύθυνση της νεοϊδρυθείσας Υπηρεσίας Μελετών και Συντονισμού του Υπουργείου Παιδείας, όπου θα εκπονήσει και θα εφαρμόσει πολλές μελέτες πειραματικής αναδιοργάνωσης της μέσης εκπαίδευσης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τεχνική εκπαίδευση. Θα πρωτοστατήσει στην ίδρυση της ΣΕΛΕΤΕ, ανώτερης σχολής για την εκπαίδευση των διδασκόντων στην τεχνική εκπαίδευση (σημερινή ΑΣΠΑΙΤΕ). Εισάγει στην Ελλάδα τον θεσμό της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών μέσω σεμιναρίων. Συμμετέχει επίσης στη νομοθετική επεξεργασία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1959, ενώ θα θέσει το θεμέλιο λίθο για την ανέγερση του κτιριακού συγκροτήματος της ΣΕΛΕΤΕ στο Μαρούσι.

 Το 1964 με την νέα μεταρρύθμιση της κυβερνήσεως Γεωργίου Παπανδρέου ανατρέπεται η μεταρρύθμιση του 1959 και η Νίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη τοποθετείται στη θέση της επιθεωρήτριας σχολείων αλλοδαπής, και περιοδεύει στη Μέση Ανατολή. Το 1966 γίνεται μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και προτείνει την ίδρυση των ΚΑΤΕ (Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως), τα οποία ιδρύονται τελικά το 1976 και αποτελούν πρόδρομο των σημερινών ΤΕΙ. Το 1970 αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας. Το 1973  πεθαίνει ο σύζυγός της από καρκίνο. Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας ορίζεται Πρόεδρος του Δ.Σ. της ΣΕΛΕΤΕ, απ’ όπου αποχωρεί το 1978, έχοντας επανασχεδιάσει το πρόγραμμα και βελτιώσει τις υποδομές της Σχολής. Έτσι ολοκληρώνεται η θητεία της στην εκπαίδευση. 

Από το 1977 έως το 1986 διετέλεσε πρόεδρος της AEDE (Ένωσης Εκπαιδευτικών της Ευρώπης).
Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της  συμμετείχε σε πολλά διεθνή επιστημονικά συνέδρια με παιδαγωγικά θέματα σε ολόκληρο τον κόσμο, συμμετείχε σε πολλές επιστημονικές επιτροπές και έδωσε πολλές διαλέξεις αλλά και ραδιοφωνικές ομιλίες για θέματα παιδείας. 

Η Καλλινίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη δημοσίευσε τα ακόλουθα βιβλία:
1.      Αντιφώντος Λόγοι (1939)
2.       Greek education. Reorganization of the Administrative Structure (1954)
3.      Ο ρόλος του σχολείου εντός της Ατλαντικής Κοινότητος (1958)
4.      Μόρφωσις Διδακτικού Προσωπικού. Δια την επαγγελματικήν εκπαίδευσιν και ιδία την τεχνικήν
5.      Τα βασικά προβλήματα της ελληνικής παιδείας ενόψει της εκπαιδευτικής μεταρρυθμίσεως (1958)
6.      Κλασσική και τεχνική παιδεία (1959)
7.      Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1959 (1959)
8.      Η ελληνική εκπαίδευση του 1959. Προπαρασκευή τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού (1960)
9.      Η εξέλιξη της ελληνικής εκπαιδεύσεως από της μεταρρυθμίσεως του 1959 (1962)
10. Η διάρθρωσις της τεχνικής εκπαιδεύσεως εις το εξωτερικόν (με προτάσεις για την Ελλάδα) (1964)
11.  Πεπραγμένα (28ο Δελτίο, 1964)
12.  Η εκπαιδευτική μεταρρύθμισις του 1959. Επανέκδοση με νέα στοιχεία (1976)
13.  Η επαγγελματική εκπαίδευση και η διδασκαλία της (1987)
14.  Εισαγωγή στην επαγγελματική εκπαίδευση (1970)
15.  Γενικαί Αρχαί προγράμματος τεχνικής παιδείας (παραδόσεις στη ΣΕΛΕΤΕ)
16.  Ιστορική εξέλιξη της επαγγελματικής παιδείας (1970)
17.  Κείμενα επιστημονικής ενημερώσεως (1987)
18.  Αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητος για την Παιδεία (1986)
19.  Συγκριτική θεώρηση της παιδείας των χωρών της AEDE (1982)
20. Κοινοτικο-κεντρική παιδεία (1989)
21.  Μνήμη του Δημοσιογράφου Αντωνίου Αντωνακάκη – Αργυρόπουλου  (χ.χ.)
22. Θέσεις και Αντιθέσεις. Βιογραφία Νίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη (1993)
23. Νεανικά ποιήματα (1994)

Δημοσίευσε επίσης πολλά άρθρα σε εγκυκλοπαίδειες, περιοδικά και εφημερίδες. Ο ελληνικός και ο διεθνής τύπος έγραψαν για το έργο της, με αποκορύφωμα το μεγάλο αμερικανικό περιοδικό “Time” (10-8-1959) όπου σε άρθρο του με τίτλο «Μια θυγατέρα του Οδυσσέως» αναφέρεται στο έργο της.

Το 1992, και ενώ ήδη ήταν βαριά άρρωστη,  με παραίνεση του γραμματέως του Κοργιαλενείου Ιδρύματος Κεφαλληνίας κ. Γερασίμου Ι. Σταματάτου, η Καλλινίκη Δενδρινού – Αντωνακάκη, ορμώμενη από τη μεγάλη αγάπη της για την ιδιαίτερη πατρίδα της Κεφαλονιά, προχωρεί στην πώληση ενός οικοπέδου της στην Πολιτεία Αττικής, με σκοπό τη δημιουργία ενός Ιδρύματος για την χορήγηση Υποτροφιών σε μαθητές και φοιτητές άπορους μεν αλλά υψηλής βαθμολογικής επίδοσης από την Κεφαλονιά. Πράγματι, από την πώληση του οικοπέδου ποσό 100.000.000 δραχμών συνιστά το αρχικό κεφάλαιο του «Ιδρύματος Υποτροφιών Καλλινίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη», κεφαλαίου αυτοτελούς διαχείρισης υπό την διοίκηση του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου Κεφαλληνίας. 

Το Ίδρυμα Υποτροφιών Καλλινίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη συνιστάται τελικά με Προεδρικό Διάταγμα το 1993, εις μνήμην των γονέων της Ιδρύτριας και του θείου της, αρχιμανδρίτη Γερμανού Μακρή, και απονέμει για πρώτη φορά υποτροφίες κατά το Πανεπιστημιακό Έτος 1994-1995. Δεκάδες μαθητές και φοιτητές από την Κεφαλονιά έτυχαν της ετήσιας υποτροφίας που χορηγούσε.  Η δωρήτρια ανακήρυχθηκε μεγάλη ευεργέτις του Κοργιαλενείου Ιδρύματος, πλάι στους ευεργέτες Μαρίνο Κοργιαλένιο, Γεώργιο Βεργωτή και Ευάγγελο Τυπάλδο – Μπασιά. Η χορήγηση των υποτροφιών ανεστάλη προσωρινά το 2000, λόγω εγκληματικής κατάχρησης εις βάρος των κεφαλαίων του Ιδρύματος, ωστόσο, μετά από μακρόχρονους δικαστικούς αγώνες του Ιδρύματος η περιουσία του αποκαταστάθηκε και πρόσφατα ξεκίνησε και πάλι τη χορήγηση Υποτροφιών.

Η Νίκη Δενδρινού Αντωνακάκη έφυγε από τη ζωή, νικημένη από τη μακρόχρονη αρρώστια της,  στις 23 Ιουνίου του 1997. Είναι συγκινητικές οι επιστολές τις οποίες αντάλλασσε με τη διοίκηση του Κοργιαλενείου Ιδρύματος και η λαχτάρα που εξέφραζε για να χορηγούνται περισσότερες και μεγαλύτερες υποτροφίες στους φοιτητές. Μια ζωή αφιερωμένη στην εκπαίδευση δεν θα μπορούσε να λοξοδρομήσει στο σούρουπό της...

Ένα από τα νεανικά της ποιήματα, γραμμένο σε ηλικία 14 χρονών (το 1922) είναι χαρακτηριστικό της μεγάλης αγάπης της για τον τόπο καταγωγής της – κι ας μην ευτύχησε στα γηρατειά της να «ξαναζήσει πάλι την ωραία εξοχή» της Πυλάρου.

Πύλαρος

Αχ! Πύλαρος πατρίς μου
πότε θα ξαναϊδώ
τα  ωραία θέλγητρά σου
που τόσο τα ποθώ.

Πότε θα αντικρύσω
τα υψηλά βουνά,
τ’ ολόλευκα αυλάκια
και την ακρογιαλιά.

Το δροσερό σου αγέρι
που τόσο το ποθώ,
τους υψηλούς σου βράχους
και τον ευώδη ανθό.

Το γαλανό ουρανό σου
τα πράσινα δεντριά,
τ’ αμπέλια, τις ελιές σου
τα ωραία σου νερά.

Αχ! πόσο περιμένω
εκείνη τη στιγμή,
όπου θα ξαναζήσω πάλι
την ωραία σου εξοχή.

(30-9-22)
(από τη συλλογή της «Νεανικά Ποιήματα», Αθήνα 1994)


Τα βιογραφικά στοιχεία του κειμένου προέρχονται από την αυτοβιογραφία της Νίκης Δενδρινού – Αντωνακάκη «Θέσεις και Αντιθέσεις» (Αθήνα 1993) και από το αρχείο του Κοργιαλενείου Διοικητικού Συμβουλίου..

Ηλίας Τουμασάτος
Αύγουστος 2003.

10/6/12

Η στρατηγική του μίσους [ή, η Δημοκρατία και το φίδι]



ο Ed. Norton στην ταινία American History X

Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει τη Δημοκρατία με μια μάνα. Μια μάνα που έχει πολλών λογιών παιδιά. Κι επειδή είναι μάνα, κι είναι μάνα όλων των παιδιών της, από μέσα της πηγάζει η ανάγκη να φροντίζει, αλλά και να ανέχεται, όλα τα παιδιά της. Όλα. Ακόμη κι εκείνο που ονειρεύεται κάποτε να τη σκοτώσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της, και ταυτόχρονα η τραγωδία της. Τραγωδία γιατί από τη μία δεν έχει καμιά άλλη επιλογή.  Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς για τα παιδιά της. Κι από την άλλη, γιατί η Δημοκρατία οδηγείται σ’ αυτή τη μία και μοναδική επιλογή με την ελεύθερη βούλησή της. Επειδή ΘΕΛΕΙ να αγαπάει όλα τα παιδιά της.
            Έτσι δεν είναι λίγες οι φορές που η Δημοκρατία θρέφει στον κόρφο της το φίδι. Και το βλέπει το φιδίσιο του μάτι, αισθάνεται το δηλητήριο που είναι έτοιμο να σκορπίσει. Μα το κρατάει εκεί, στην αγκαλιά της, και μόνο όταν είναι αργά, όταν έχει μολυνθεί από το δάγκωμά του, αναγκάζεται να προσπαθήσει να τιμωρήσει το φίδι. Να το τιμωρήσει με βαριά καρδιά, στερώντας του αυτό που προστατεύει για όλα τα παιδιά της: την ελευθερία.
            Η Δημοκρατία δεν σε τιμωρεί ποτέ γι’ αυτό που είσαι, ή γι’ αυτό που σκέφτεσαι. Κάθε ιδέα είναι επιτρεπτή, όσο ειδεχθής, τρομακτική, αποκρουστική, απειλητική κι αν είναι για την ύπαρξη της ίδιας της Δημοκρατίας. Η Δημοκρατία τιμωρεί μόνο πράξεις. Τιμωρεί την ιδέα, μόνο όταν γίνεται πράξη η οποία στρέφεται ενάντια στο κοινωνικό σύνολο, με βάση ένα δημοκρατικά καθορισμένο πλαίσιο αρχών.  Η Νορβηγία δικάζει τον Αντερς Μπρέιβικ με όλα τα εχέγγυα μιας δίκαιης δίκης, εκείνον που καταδίκασε χωρίς δίκη σε θάνατο και εκτέλεσε χωρίς κανένα δισταγμό και καμία διάκριση δεκάδες ανθρώπους. Θα καταδικαστεί για τις πράξεις του, όχι για το φρικτό ιδεολογικό μανιφέστο του. Η Δημοκρατία σε τιμωρεί, λοιπόν, γι’ αυτό που κάνεις. Όχι γι’ αυτό που πιστεύεις, όχι γι’ αυτό που είσαι.
            Από την άλλη, εκείνοι που ευαγγελίζονται το μίσος, γνωρίζουν καλά ότι κατά βάθος βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση. Παρότι απεχθάνονται τις ιδέες της ελευθερίας και της Δημοκρατίας, αξιοποιούν το περιβάλλον ανοχής που αυτές προσφέρουν για να γεμίσουν την κοινωνία με μίσος και φόβο. Αυτό είναι το πρώτο βήμα της στρατηγικής του μίσους: Ότι γεννιέται μέσα σ’ ένα περιβάλλον που είναι υποχρεωμένο, ως ιδέα, να το ανέχεται.
            Το μίσος είναι πάντα εκεί, περιμένει υπομονετικά στο περιθώριο για χρόνια, εξυφαίνοντας τα σχέδιά του. Και τα θέτει σε εφαρμογή όταν η μάνα Δημοκρατία βρίσκεται σε κρίση, σε αδιέξοδο. Όταν όλα πηγαίνουν καλά, είναι δύσκολο το μίσος να μεταδοθεί στις ψυχές των ανθρώπων. Όταν δεν πηγαίνουν καλά, όταν η μάνα σου δείχνει να πονάει, εκεί είναι η ευκαιρία  να την στείλεις στον άλλο κόσμο και να την κληρονομήσεις. Όταν δεν πηγαίνουν καλά τα πράγματα, ο κόσμος νιώθει (δικαιολογημένα) αγανακτισμένος. Κι εκεί πιάνει δουλειά το φίδι. Που θέλει να μετατρέψει την αγανάκτηση όχι σε αντίσταση, όχι σε αλλαγή, όχι σε ανατροπή, αλλά σε ένα μόνο πράγμα, που δεν είναι τίποτα από τα τρία που προαναφέρθηκαν: Σε μίσος. Τυφλό μίσος.
            Το επόμενο βήμα των στρατηγών του μίσους εκμεταλλεύεται κι αυτό ένα από τα βασικά εργαλεία της  Δημοκρατίας: τη ρητορική, το επιχείρημα. Το πώς λες κάτι, που ενίοτε απηχεί στον κόσμο περισσότερο από την ουσία των λόγων σου. Στο στρατηγείο τους υπάρχουν καλοί ρήτορες, με ευφράδεια λόγου και επικοινωνιακά χαρίσματα, που ξέρουν να περνούν απέναντι τις αποκρουστικές ιδέες τους με λαϊκό τρόπο, για την ακρίβεια, με φιλολαϊκό περιτύλιγμα.
            Ο βασικός άξονας αυτού του κόλπου έχει έναν πρώτο στόχο: Να χαϊδέψει τα αυτιά σε όσο το δυνατόν περισσότερους. Να τους πει αυτά που θέλουν να ακούσουν. Να ακούσουν τη φωνή τους μέσα από τα λόγια του ρήτορα. Κι αυτό θα γίνει με στερεότυπα και γενικεύσεις. Γενικεύσεις που υποδόρια βασανίζουν το υποσυνείδητο της κοινωνίας για πολλά χρόνια, αλλά περιμένουν τη στιγμή της κρίσης για να συνθέσουν ένα τοξικό μίγμα – το πρώτο αντιδραστήριο του μίσους: Οι πολιτικοί είναι κλέφτες. Το πολιτικό σύστημα είναι σάπιο. Οι λαθρομετανάστες είναι εγκληματίες. Ο λαός δεν αντέχει άλλο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι τεμπέληδες. Η αστυνομία δεν μπορεί να μας φυλάξει.  Η δικαιοσύνη είναι διεφθαρμένη. Όλοι είναι διεφθαρμένοι. Οι ευρωπαίοι μας μισούν. Οι ξένοι έχουν σχέδιο να μας αλώσουν. Η παιδεία μας είναι προδοτική. Οι ξένοι μας παίρνουν τις δουλειές. Οι πλούσιοι ξένοι θέλουν να μας πάρουν την εθνική περιουσία. Πολλές, ετερόκλητες, ανακατεμένες μεταξύ τους γενικεύσεις, σύμφωνες επί το πλείστον με όσα θέλει να ακούσει η κοινή γνώμη, μπερδεμένα τεχνηέντως ψέματα και αλήθειες. Κυρίως, μισές αλήθειες. Απ’ αυτές που σε κάνουν να σκεφτείς «Μα κοίτα να δεις, λέει και μερικά σωστά πράγματα». Αυτές δηλαδή, που είναι πιο επικίνδυνες από τα ψέματα.
            Και εκεί που άκουσες απ’ αυτούς τον πόνο σου, εκεί που σου σέρβιραν ένα καλοφτιαγμένο «κομμάτι» ρητορείας που άκουσες  με συγκατάνευση, δεν έχεις καταλάβει ότι στο κέντρο του «κομματιού», κάτω από τη σαντιγύ και το κερασάκι που γλύκαναν τον πόνο σου, κρυβόταν και η φόλα που εσύ δεν κατάλαβες καλά καλά ότι κατάπιες : Το μίσος, ως απάντηση στον πόνο σου. Το μίσος, που καλλιεργείται με την διαρκή αίσθηση της απειλής. Ο στρατηγός του μίσους, για να μπορεί να σε ελέγξει, θέλει να σου γιγαντώσει τον φόβο. Κάποιος είναι εκεί έξω, σαν τον τύπο με την κουκούλα του Scream, κι εσύ πρέπει να φοβάσαι και να αμύνεσαι. Και, αφού έχει γεμίσει η ψυχή σου φόβο, θέλει να σε στρέψει ενάντια σε κάποιον. Σε κάποιον «άλλο». Αλλά και στο «σύστημα» στο σύνολό του. Προσπαθεί να σε πείσει ότι εσύ είσαι έξω απ’ όλο αυτό που είναι τόσο χαλασμένο που δεν μπορείς να το φτιάξεις. Δεν μπορείς. Και ποια είναι η λύση; Μα, να στρατευτείς στη φάλαγγα του μίσους.
            Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τον όρο «στράτευση». Πώς θα σε πάρει με το μέρος του ο στρατηγός του μίσους, αφού σε έχει πείσει ότι πρέπει να φύγεις από τη γριά και άρρωστη μάνα σου, τη Δημοκρατία; Θα σε κάνει στρατιώτη του.  Θα σε βάλει σε μια ομάδα τακτοποιημένη, πειθαρχημένη, οργανωμένη, όπως ο στρατός. Μια ομάδα όπου θα έχεις και στολή και αποστολή. Το πρόγραμμα θα σού το φτιάχνουν άλλοι, εσύ μη σκοτίζεσαι, δεν χρειάζεται ν’ αποφασίσεις. Και στην οποία, βεβαίως, εσύ θα απαρνηθείς την ελεύθερή σου βούληση, και θα υπακούς στην ιεραρχία. Θα βαράς προσοχές στον αρχηγό, στον στρατηγό του μίσους. Όταν μπεις εκεί, δεν υπάρχει διαφωνία, δεν υπάρχει «αλλά», ψάρακα, είσαι φαντάρος, δεν είσαι στη μανούλα σου τη Δημοκρατία για να φέρνεις αντιρρήσεις. Είσαι πια σε πόλεμο. Οπότε, κάνεις ό,τι λέει ο αρχηγός.
            Αν δεχόμαστε ότι ο στρατός μιας χώρας σε έναν πραγματικό πόλεμο έχει εθνικό καθήκον να είναι ιεραρχικά και άρτια οργανωμένος για να διαχειριστεί μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που βρίσκεται πέρα από τα πλαίσια της καθημερινότητας, ο στρατός του μίσους  στρεψόδικα σε καλεί να είσαι πειθήνιο όργανο του «Αρχηγού» μέσα στην ίδια σου την καθημερινότητα.
Αλλά ένας τέτοιος πόλεμος θέλει κι αυτός εχθρούς, «άλλους», βγαλμένους από την καθημερινότητα. Κατά προτίμηση εκείνους που δεν μπορούν να καταταγούν στο στρατό του μίσους, επειδή είναι διαφορετικοί ή έχουν διαφορετικές ιδέες. Οι εχθροί κατασκευάζονται, όπως είδαμε, με στερεότυπα και γενικεύσεις. Είναι οι «εγκληματίες» ξένοι, οι άγνωστοι, είναι οι «κουλτουριάρηδες» και «άπλυτοι» ιδεολογικοί αντίπαλοι, είναι οι «κλέφτες» πολιτικοί που μπορείς ελεύθερα να προπηλακίσεις και να εξευτελίσεις, ακόμη κι αν μέχρι πριν λίγο καιρό εσύ ο ίδιος πήγαινες στα γραφεία τους για να σου βρουν δουλειά ή για να εισπράξεις κάποια επιδότηση, ή για να τηλεφωνήσουν στην τράπεζα να μη σου πάρει το σπίτι.
Ο στρατός του μίσους φροντίζει, με τα εργαλεία της Δημοκρατίας και εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες και τις παθογένειές της, να εμφανιστεί τελικά ως δύναμη κρούσης σε αυτόν τον πόλεμο, ως τιμωρός που κραδαίνει τη ρομφαία της δικαιοσύνης. Αλλά αποδίδει τη «δικαιοσύνη» του διαστρέφοντας τη βασική αρχή της Δημοκρατίας στην οποία αναφερθήκαμε ξεκινώντας αυτό το κείμενο: Η Δημοκρατία τιμωρεί πράξεις, όχι πρόσωπα. Το Μίσος προσωποποιεί την τιμωρία. Στη Δημοκρατία ο λαθρομετανάστης που σκότωσε κάποιον θα τιμωρηθεί επειδή άνθρωπος σκότωσε άνθρωπο. Ο φόνος είναι αυτό που τιμωρείται. Το Μίσος δεν θα στραφεί ενάντια στον φόνο, αλλά ενάντια στον λαθρομετανάστη. Κι όχι μόνον σ’ εκείνον που σκότωσε, αλλά σε όλους. Και σ’ αυτούς, τους πολλούς, που δεν σκότωσαν.
Η Δημοκρατία σε τιμωρεί γι’ αυτό που κάνεις.  Το Μίσος τιμωρεί γι’ αυτό που είσαι. Και, επομένως δεν στρέφεται μόνο ενάντια σ’ εσένα. Πολλαπλασιάζεται. Και στρέφεται ενάντια και σε όλους εκείνους που σου μοιάζουν. Χωρίς να έχουν κάνει τίποτα. Πράγμα που εύκολα μπορεί και σ’ εκείνους να γεννήσει ένα αντίστοιχο, αντίπαλο μίσος. Το μίσος, και μαζί του η βία, μεταδίδονται αλυσιδωτά.
            Το Μίσος θέλει να μισείς πολλούς. Να μισείς επίθετα, όχι ουσιαστικά. Ανθρώπους και όχι πράξεις. Αλλά θέλει να βρει και πολλούς που να μισούν. Πιστεύω βαθιά πως δεν πρέπει να μας ανησυχεί τόσο η ύπαρξη των ίδιων των στρατηγών του μίσους και οι γεμάτες μίσος ιδέες τους (πάντοτε τέτοιοι κήρυκες θα υπάρχουν, όσο υπάρχουν άνθρωποι). Αυτό που θα πρέπει να μας τρομάζει είναι το μέγεθος της απήχησής του Μίσους στην κοινωνία. Πιστεύω ότι οι θιασώτες (συνειδητοί ή από άγνοια ή από βλακεία) του μίσους είναι πιο επικίνδυνοι κι από τους ίδιους τους στρατηγούς του μίσους. Γιατί στρατηγός χωρίς στρατό δεν υφίσταται.
            Πού θα τον βρουν τον στρατό οι επίδοξοι στρατηγοί του Μίσους; Το πιο εύφορο λιβάδι είναι η νεολαία. Τα παιδιά, που σύμφωνα με το τραγούδι του Χατζιδάκι «δεν έχουν μνήμη», που δεν μπορούν τόσο εύκολα όσο εμείς να διαπιστώσουν ότι η ιστορία του μίσους επαναλαμβάνεται στους αιώνες. Ότι αυτό που οι στρατηγοί του μίσους μοστράρουν ως λύση δεν είναι καινούριο, αλλά είναι κάτι παλιό όσο και ο άνθρωπος, είναι αυτό που σε ολόκληρη την ιστορία έχει επανειλημμένα αποδειχθεί ότι φέρνει στην ανθρωπότητα τη διχόνοια, τον πόλεμο, το αδιέξοδο. Η ιστορία, άλλωστε, στα μάτια των νέων είναι συχνά (και με δικιά μας ευθύνη) ένα βαρετό μάθημα για κάτι πολύ μακρινό.
Τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται το παρελθόν όπως εμείς, γιατί τα ίδια δεν έχουν παρελθόν. Έχουν μόνο ένα παρόν που σε περίοδο κρίσης φαντάζει στα μάτια τους φρικτό κι αδιέξοδο, κι ένα μέλλον που εμείς οι μεγάλοι φροντίσαμε ώστε να τους φαίνεται σκοτεινό και ανασφαλές. Το σκοτεινό και ανασφαλές δωμάτιο που τους φτιάξαμε είναι το καλύτερο εκκολαπτήριο του φόβου, της αίσθησης της απειλής, της ανασφάλειας, και τελικά, του μίσους.  Ένα νέο παιδί που φοβάται το σκοτάδι είναι πιο πρόθυμο και πιο έτοιμο να γίνει στρατιώτης του μίσους – φτάνει να το πείσεις ότι εσύ θα το πάρεις από το χεράκι και θα το οδηγήσεις στα τυφλά, εκτελώντας παραγγέλματα, στην αντιμετώπιση των εχθρών. Σαν μια παρτίδα Call of Duty με αληθινούς παίχτες. Έως και πλάκα μπορεί να έχει αυτό, άσε που «αυτό» σε κάνει να νιώθεις δυνατός και ελκυστικός, σημαντικός, πουλάς μούρη, μαγκιά και τσαμπουκά. Άσε που τη μάνα σου (και τη Δημοκρατία μαζί της) ούτε που θέλεις να τη βλέπεις, αφού σε πρήζει, σε βρίζει, δεν νοιάζεται για σένα. Άσε που οι δάσκαλοί σου (όργανα κι αυτοί του συστήματος) σού λένε κι αυτοί ένα σωρό αηδίες – πολιτική, ιστορία και βλακείες…
            Έτσι νομίζουν οι στρατηγοί του μίσους και γι’ αυτό προσεταιρίζονται (ενίοτε επιτυχώς) τους νέους ανθρώπους. Σαν άγραφες πλάκες, εύπλαστες, που πάνω τους θα γράψουν εντολές μίσους.
Εγώ πάντως, ελπίζω. Ελπίζω και πιστεύω ότι οι νέοι άνθρωποι δεν θα πέσουν στην παγίδα του Μίσους. Ελπίζω ότι οι νέοι άνθρωποι θα αλλάξουν τη Δημοκρατία, όχι με μίσος, αλλά με  γνώση, με δημιουργία, με συνεργασία, με αλληλεγγύη, με αγάπη.
            Με αγάπη. Δεν ξέρω πώς να τελειώσω αυτό το κείμενο… Θα το τελειώσω με κάτι που φάνηκε ότι άρεσε στους μαθητές μου – το ανέβασα στον τοίχο μου στο Facebook προχτές, που έδιναν στις εξετάσεις τους την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Η θετική τους αντίδραση σ’ αυτό ήταν που με κάνει πιο πολύ απ’ όλα να πιστεύω στους νέους, και να ΕΛΠΙΖΩ…

«Ελπίζω όσοι δίνατε Αντιγόνη σήμερα (και όχι μόνο) να μην ξεχάσετε ποτέ στη ζωή σας τη μεγαλύτερη κουβέντα που είπε η κοπελιά, τη μεγαλύτερη που μπορεί να ακουστεί σ' αυτόν τον κόσμο: "Γεννήθηκα για ν' ΑΓΑΠΩ, όχι για να μισώ..." Ένας στίχος είναι... κρατήστε τον σαν φυλαχτό, κι ας μην είναι στα SOS της εποχής μας... Αυτή η κουβέντα κρατάει αιώνες τώρα το ανθρώπινο γένος ζωντανό.. Αν έστω κάποιοι λίγοι δεν την τηρούσαν, οι άνθρωποι θα είχαν στο σύνολό τους αλληλοσφαγεί..Και δεν την τήρησαν οι "δυνατοί", αλλά οι αδύνατοι. Οι ανώνυμοι αδύνατοι των αιώνων, που πάντα θα έχουν ένα περίσσευμα αγάπης για τα θύματα των "δυνατών"... Που ξέρουν ότι το ρήμα "αγαπώ" αναγκαία μεταφράζεται σε "μοιράζομαι". Ότι το ρήμα "αγαπώ" υπάρχει χωρίς να περιμένει ούτε δικαίωση, ούτε ανταπόκριση. Ότι το ρήμα "αγαπώ" είναι τελικά που σε κάνει άνθρωπο.»

           

7/6/12

Από τα παλιά, για έναν νέο ποιητή: Δημήτρης Αθηνάκης

Έχω λόγο που ανατρέχω πάλι σ' ένα παλιό κείμενο, λόγο πολύ πιο σημαντικό από την έλλειψη παρούσας έμπνευσης. Νιώθω πως ειδικά σ' αυτούς τους καιρούς έχουμε τόσο πολύ ανάγκη να ερχόμαστε σε επαφή με τη δουλειά ανθρώπων που εκπέμπουν φως, που θα άξιζε πραγματικά να μιλάμε γι' αυτούς, αντί για άλλους. Δε βαριέσαι, το καλό είναι πάντα σιωπηλό, όπως ο αέρας που αναπνέουμε, ή το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας. Δεν το ακούμε... Μα χωρίς το καλό, δεν ζούμε.

Ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους - είχα τη χαρά να γνωρίσω το έργο του, μέσα από κείμενα που αναρτούσε στο διαδίκτυο. Ήταν εξαιρετική η συγκίνηση να βλέπεις τόση δύναμη και τόσο φως στη γραφή ενός τόσο νέου ανθρώπου... Τότε, λοιπόν, πέντε χρόνια πριν, (7-9-2007) ανέβασα στο μπλογκ που είχα τότε ένα κείμενο για τον Δημήτρη. Ένα χρόνο μετά είχα την χαρά να τον γνωρίσω και από κοντά, να γνωρίσω έναν ποιητή που γεννιόταν από κοντά.  Και τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, η χαρά μου είναι ακόμα μεγαλύτερη. Γιατί αυτό που αισθάνθηκα τότε για τη γραφή του Δημήτρη βγαίνει αληθινό. Ναι, ο Δημήτρης είναι αληθινός ποιητής. Τύπωσε ένα ποιητικό βιβλίο ("χωρίσεμεις"), δημοσίευσε μεταφράσεις, επιμελήθηκε εκδόσεις (σε 34 βιβλία βρήκα την υπογραφή του σ' ένα πρόχειρο ψάξιμο), τα κριτικά του κείμενα δημοσιεύτηκαν σε σημαντικές εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά... Αλλά και στο διαδίκτυο (http://athinakisdimitris.wordpress.com) μπορεί κανείς να δει το λόγο του Δημήτρη να ξεδιπλώνεται.

Κάποια στιγμή θα γράψω πιο πολλά για τον Δημήτρη. Κάποια στιγμή, που θα μπορώ να γράψω λίγο καλύτερα από τώρα. Για την ώρα, θά 'θελα να υπάρξει ξανά στο δίκτυο εκείνο το πρώτο κείμενο, εκείνο που και σήμερα, έχοντας δει την πορεία του Δημήτρη στο χρόνο που μεσολάβησε, θα το ξανάγραφα ευχαρίστως. Γιατί από τις πιο μεγάλες χαρές στη ζωή μου είναι όταν συναντιέμαι με μαγικές λέξεις. Και, ακόμα πιο πολύ, όταν βλέπω τους μαθητές μου να πειραματίζονται με τις λέξεις, νομίζω ότι αισθάνομαι το πιο υπέροχο χτυποκάρδι του κόσμου...

Έλα στο φως! 


Είναι καιρός που με βασανίζει η ιδέα για αυτό το ποστ. Όχι γιατί έχω την παραμικρή αμφιβολία για αυτά που πιστεύω. Τα πιστεύω, και παίρνω όλη την ευθύνη γι' αυτά, και δε με νοιάζει τί μπορεί να σκεφτεί κανείς διαβάζοντάς αυτό το κείμενο. Εγώ, νιώθω την ανάγκη να το κάνω.

 Πρώτη φορά γράφω για κάποιον που δεν έχω διαβάσει ούτε μια τυπωμένη σελίδα του... Τα κείμενά του που ξέρω έχουν άϋλη μορφή - πιξελάκια στην οθόνη μου. Χθες το βραδάκι, μετά το σχόλασμα, κάθισα και ξαναδιάβασα από την αρχή τα (περίπου πενήντα) κείμενά του - καλό δείγμα, θα μού πείτε. Διαπίστωσα πόσο άδικο είναι αυτό το μέσον, πόσο σκληρή είναι η οθόνη του υπολογιστή που μάς κάνει να διαβάζουμε χιαστί, να μη δίνουμε δεύτερη ευκαιρία στη φράση να ανασάνει, να μας κερδίσει. Κάθε φορά με κέρδιζε πιο πολύ. 

 Είναι άτιμη η εποχή μας. Από τη μια νιώθω πως οι γενιές από τη δικιά μου (τους τριάντα κάτι) και κάτω προχωράει βιαστικά να κατακτήσει έναν κόσμο χωρίς κανένα έρμα στο αμπάρι της. Πέντε έξι χρόνια που εδώ, στον μικρό μου τόπο, ανακατεύομαι με συνέδρια, μελέτες και λοιπές φιλολογικές πατάτες, όποτε έρχομαι αντιμέτωπος με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα, με τρόμο διαπιστώνω την τρομακτική μου άγνοια και ανεπάρκεια - την απόλυτη έλλειψη υποδομής. Φοβάμαι πώς δεν είμαι μόνο εγώ που περπατάω ξυπόλητος στ' αγκάθια. Με σημαία την ημιμάθεια και τη βιασύνη προχωράμε οι πιο πολλοί. Το καλύτερο που πετυχαίνουμε είναι να είμαστε μέτριοι «πασαλειμματέρ». Ένα το κρατούμενο. Από την άλλη, εμείς οι ίδιοι, που κάποτε ονειρευτήκαμε πως θα ζήσουμε από τα γραφτά μας, και που βλέπουμε πως τα χρόνια ψιλοπερνάνε, και διαπιστώνουμε ότι ο κόσμος μπορεί να γυρίζει και χωρίς να θριαμβεύει η ανερμάτιστη γραφίδα μας, βγάζουμε ένα απίστευτο κόμπλεξ απέναντι σε ό,τι μπορεί να μη βιάζεται αλλά να έχει ουσία - κλείνουμε τα μάτια ακόμη και στην πιθανότητα να υπάρχει κάτι καλό μετά από μας, το αποκλείουμε, το εξαφανίζουμε. Δύο τα κρατούμενα. Και τρίτο (και όχι καινούριο), είναι κοινός τόπος ότι αυτό που προελαύνει ακάθεκτο πανταχού είναι η πόζα, η μούρη, η δηλητηριώδης γλώσσα, ο επιτηδευμένος κενός σαρκασμός, η χολή απέναντι σε ό,τι βρίσκουμε μπροστά μας και αποτελεί εύκολο στόχο. Για να φανούμε, να δειχτούμε διαγωνιζόμαστε: ποια γλώσσα είναι πιο διχαλωτή;

Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι θαύμα να βλέπεις έναν νέο άνθρωπο να λάμπει και να  σε κατακτά με τα κείμενά του χωρίς να συντρέχουν στο πρόσωπό του τα παραπάνω «κρατούμενα».

Πρώτον, όταν διαπιστώνεις ότι έχει σοβαρή θεωρητική υποδομή και γνώσεις και ότι κάτω από αυτό που διαβάζεις υπάρχει βέβαια το απαραίτητο ένστικτο (που κάποιοι το λένε ταλέντο) αλλά ακόμα παρακάτω υπάρχει και πολύ διάβασμα, πολύ κρισάρισμα, πολλά ξενύχτια, πολλά ζυγιάσματα ακριβείας. Δεν αρκεί να έχει ευκολίες κανείς για να λάμψει - πρέπει νά ‘χει προετοιμάσει καλά το χωράφι για χαρεί τον καρπό του όχι μόνο στην πρώτη σοδειά, αλλά και στις επόμενες. Πρέπει να έχει βασανίσει τα κείμενά του και να έχει βασανιστεί ο ίδιος, για να μπορεί να σού περιγράψει μια διαδήλωση στο κέντρο της πόλης, την ιστορία μιας γυναίκας-ξωτικού που χάθηκε και ξαναγύρισε το ίδιο ξαφνικά. Ενστικτωδώς, μπορείς να πιάσεις ότι τα κείμενά του έχουν πολλά στρώματα μπογιάς - μελέτης και συνθετικής σκέψης από κάτω. Συνήθως αυτά χρειάζονται δεκαετίες μελέτης, αυτός θέλει κάμποσα χρόνια για να φτάσει τα τριάντα. Συνήθως αυτά προϋποθέτουν πολύχρονες και επίπονες σπουδές έξω, αυτός φαίνεται να τό ‘χει, χωρίς στο βιογραφικό του να διαβάζουμε εντυπωσιακές αναφορές στα πανεπιστήμια που κάποτε όλοι ονειρευτήκαμε να φοιτήσουμε.

Έπειτα, όταν καταλαβαίνεις ότι, παρότι είναι τόσο μικρός, δεν αισθάνεται την ανάγκη να σταθεί απέναντι σε ό,τι κυριαρχεί στη σύγχρονη λογοτεχνική πραγματικότητα για να αυτοπροσδιοριστεί. Δεν αισθάνεται την ανάγκη να κατεδαφίσει το παρελθόν για να κάνει αισθητή την παρουσία του. Με «κατεβασμένο κεφάλι» (προσφιλής του έκφραση, και ελπίζω όχι στάση ζωής) αγκομαχάει πάνω από τα κείμενα προσπαθώντας να τα ξεκλειδώσει, να βρει πού κρύβεται το μέλι πίσω από τις λέξεις.

Τέλος, όταν καταλαβαίνεις, κι αυτό είναι προς τιμήν του, ότι έχει αποφασίσει να μην παίξει καθόλου το παιχνίδι της διχαλωτής γλώσσας. Με εντυπωσιάζει, ιδιαίτερα όταν μας παρουσιάζει καινούρια βιβλία, ο τρόπος με τον οποίο τα προσεγγίζει. Ξεπερνάει το αυστηρά φιλολογικό του πράγματος, που μας κατατρέχει καμμιά φορά όλους όσοι έχουμε τέτοιου τύπου σπουδές. Νιώθεις ότι αγαπάει τη λογοτεχνία ανυπόκριτα κι επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τις αρετές της, όπου εκάστοτε υπάρχουν - και καταφέρνει (παρ' ότι τόσο μικρός, το ξαναλέω) να μην αφήνει ούτε το συναίσθημά του (που ποτίζει έτσι κι αλλιώς τα κείμενά του) να παρεμποδίσει το κριτικό του πνεύμα, ούτε τον ορθολογισμό της κριτικής του ματιάς να πνίξει το συναίσθημά του.

Είναι πρόδηλο πως ο νέος μας αγαπάει τους συγγραφείς, όσο αγαπάει και τη λογοτεχνία. Κι αυτό το βλέπουμε από τις συνεντεύξεις που μας έχει χαρίσει. Παίζει μαζί τους γοητευτικά παιχνίδια, που δεν αναδεικνύουν τη δικιά του ευφυία, αλλά μας αφήνουν να γνωρίσουμε καλύτερα τα πρόσωπα που εμείς οι άλλοι γνωρίζουμε μέσα από τα διαβάσματά μας. Στις συνεντεύξεις του δεν επιχειρεί να πρωταγωνιστήσει ο ίδιος, όπως βλέπουμε να συμβαίνει κατ' επανάληψιν με φίρμες της  δημοσιογραφικής και κριτικής μας νομενκλατούρας. Κουρδίζει το ρολογάκι του, κάθεται στην πλατεία, πετάει δυο τρία τραπουλόχαρτα πάνω στη σκηνή, κι ύστερα ανάβει τις λάμπες του πάνω τους, για να τους μάθουμε καλύτερα.

Είναι πολύ δύσκολο να συμβεί κάτι τέτοιο με κάποιον που θέλει να ασχολείται με την κριτική (μια και έχει εσφαλμένα πρυτανεύσει η άποψη ότι όσο μεγαλύτερο φτυάρι έχεις τόσο καλύτερος κριτικός είσαι), ιδιαίτερα όταν κι ο ίδιος καταπιάνεται με τη δημιουργική γραφή. Εκεί ο νέος μας  βγάζει τα ρούχα του κριτικού και του θεωρητικού και εκτίθεται ενώπιόν μας με όλο το συναίσθημα, την ορμή και την (κάποτε άγρια) τρυφερότητα της ηλικίας του. Μόνο που όλα αυτά τα έχει περιτυλίξει σε μια γραφή ώριμη, σίγουρη, που όμως δεν είναι στρογγυλεμένη, έχει γωνίες, σε πονάει, σε καρφώνει, αλλά ξέρεις πως κρύβει μέσα της τόση ζωή, που ξεχνάς τον πόνο και καμαρώνεις την ομορφιά.
Τότε καταλαβαίνεις ότι ο άνθρωπος αυτός είναι «τελειωμένος» (τέλειος) ποιητής - νιώθεις ότι δρασκελίζει τις ανωφέρειες του Παρνασσού τόσο γρήγορα και με τόση άνεση, σαν μαραθωνοδρόμος που ξέρει πως θα κερδίσει, μα αγωνίζεται με την ίδια χαρά και το ίδιο πάθος σαν να είναι ο τελευταίος απ' όλους. Κι αυτή τη ματιά του ποιητή την βλέπουμε κι όταν αποφασίζει να σεργιανίσει στην πόλη, να περιγράψει μια γιορτή, έναν τόπο, να αποτυπώσει στη γραφή του μια στιγμή που μπορεί για την αιωνιότητα να είναι μέχρι και αδιάφορη, όμως την κάνει ωραία και σημαντική η ποιητική του ματιά.

Μπορεί να πιστεύετε ότι είμαι υπερβολικός όταν γράφω τέτοια πράγματα για κάποιον που μόλις ανοίγει τα φτερά του. Ίσως έχετε δίκιο. Ωστόσο, ελάτε στη θέση μου. Όταν μετά από χρόνια διαβάζεις κείμενα που σού φωνάζουν ότι έρχεται κάτι πολύ σπουδαίο, ένα κύμα που δεν ξέρεις πώς, πού, πότε, αν θα σκάσει, αλλά εκεί που γεννιέται έχει μια τεράστια δυναμική, που δεν θυμάσαι να σ' έχει ξαναχτυπήσει ποτέ τα τελευταία χρόνια... Όταν για χρόνια διαβάζεις κείμενα που μοιάζουν τόσο ίδια μεταξύ τους και ξάφνου σκάει μύτη κάτι τόσο διαφορετικό, που σε αναστατώνει και σε μαγεύει περίεργα, εσένα, που τώρα είσαι τόσο κουρασμένος και παραιτημένος για να έχεις διάθεση να κυνηγήσεις το καινούριο, και το καινούριο παρουσιάζεται μπροστά σου, στην οθόνη σου, με τόση ορμή και ενθουσιασμό, τί θα κάνεις; Θα σωπάσεις; Ή θα φωνάξεις;

Πάντα συγκινούμαι όταν ανακαλύπτω κείμενα που θάλλουν, που σε αγγίζουν, που έχουν μια ανείπωτη, μυστική δύναμη. Συνήθως τα ανακαλύπτω κατόπιν εορτής. Ορφανά κι άγνωστα, να περιμένουν συχνά κάποιους αιώνες κάποιον να τα ξεκλειδώσει και να τ' αγαπήσει. Από τα πολύ λιγοστά πράγματα που μου δίνουν πραγματική χαρά είναι να μπορώ να ξέρω ότι το διαμαντάκι που βρήκα το έγραψε κάποιος που μπορώ να του πω πόσο τον θαυμάζω, και γι' αυτό που είναι τώρα, και για τη δυναμική που δείχνει, και γι' αυτό που εύχομαι να γίνει στο μέλλον.

Είμαι σίγουρος ότι ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι αληθινός ποιητής (κι όλα τα άλλα ακολουθούν, χωρίς να υπολείπονται, αλλά καθορίζονται από την ποιητική του περσόνα). Είμαι σίγουρος ότι καταλάβατε πως γι' αυτόν σας πολυλογάω τόση ώρα. Αισθάνομαι πολύ τυχερός που βλέπω να βλασταίνει στην Lifoland κάτι τόσο εξαιρετικό (με όλες τις σημασίες της λέξης). Στ' αλήθεια δεν ξέρω αν ο καιρός, οι συγκυρίες, η ίδια του η φύση, όλο το υπόλοιπο συνάφι, θα αφήσουν τον Δημήτρη να λάμψει τόσο όσο του αξίζει. Θα είναι κρίμα αν αυτό το βλαστάρι δεν το δούμε ανθισμένο και ανδρωμένο όπως του πρέπει, στο μέλλον. Σε κάποιο σχόλιό μου σε ένα δικό του ποστ τού είχα πει ότι είναι καταδικασμένος να λάμψει, έστω και καιόμενος, ενίοτε, καθώς έλκει και εκπέμπει φως. Δεν υπερβάλλω. Το πιστεύω. Πιστεύω σ' αυτόν πολύ. Και είναι συναρπαστικό (ρωτήστε τους αστρονόμους) να βλέπεις τις εκρηκτικές διαδικασίες με τις οποίες γεννιέται ένα άστρο. Αλλά θες να το δεις και ψηλά στον ουρανό. Μακάρι.

Θα ήθελα να μπορούσα να κάνω πιο πολλά γι' αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν έχω καμμιά άλλη δυνατότητα εκτός απ' αυτό το φλύαρο και ενθουσιώδες ποστ. Γιατί στη ζωή μου δεν ζήλεψα και δεν καμάρωσα τίποτα άλλο παρά μόνο μουσικές και, ιδίως, κείμενα, που, καθώς τα ξεκλειδώνεις, ένα παράξενο φως ξεχύνεται και γεμίζει και τον δικό σου κόσμο με τη χαρά της ανακάλυψης ενός απολεσθέντος παραδείσου (αυτό μάς έλεγε ένας αγαπημένος δάσκαλος ότι είναι η ποιητική εμπειρία...)

Δημήτρη, ξέρω πως νιώθεις πολύ άβολα - θα μπορούσα να γράφω για ώρες ακόμα, σταματάω εδώ, με την ψυχή ξαλαφρωμένη. Κράτα το φως σου ανοιχτό, και μη φοβάσαι τίποτα.
 

4/6/12

Η εφημερίδα "Διαολαποθήκη" (Κεφαλονιά [πού αλλού;] 1860-1864)


Ένα ιδιότυπο σατιρικό φύλλο στην Κεφαλονιά στα χρόνια πριν την Ένωση
Πρωτοσέλιδο της "Αποθήκης Διαβόλου", μετέπειτα "Διαολαποθήκης"


Η μεγάλη εκδοτική παραγωγή που σημειώνεται στα Ιόνια Νησιά την τελευταία δεκαπενταετία της Αγγλοκρατίας, και από την παραχώρηση στους Επτανήσιους του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας, χαρακτηρίζεται και από κάποιες περιπτώσεις εντύπων που μπορεί να μη διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική δυναμική των καιρών, αλλά σε κάθε περίπτωση συνιστούν αξιοπρόσεκτες εκφράσεις δημόσιου λόγου, σ’ έναν επτανησιακό «γαλαξία» που περιείχε πολλά κέντρα πνευματικής ζωής, λόγω της νησιωτικής του ταυτότητας.
            Μια τέτοια, ιδιαίτερη περίπτωση, χαρακτηριστική όμως της κεφαλονίτικης γειτονιάς αυτού του πνευματικού γαλαξία είναι και η εφημερίδα Διαολαποθήκη του Φερδινάνδου Όδδη, που κυκλοφορούσε στο νησί, αλλά και μέσω συνδρομητών σε όλα τα Επτάνησα στο διάστημα 1860-1864. Τα λιγοστά φύλλα της εφημερίδας σώζονται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στο ΕΛΙΑ και στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου, μας επιτρέπουν να έχουμε μια αποσπασματική εικόνα της παρουσίας της πλάι στις πολιτικές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στο Ιόνιο Κράτος εκεινη την εποχή.
Η εφημερίδα στην πορεία της άλλαξε πολλές φορές όνομα και λογότυπο. Στην αρχή ονομαζόταν Αποθήκη Διαβόλου – Κυκεών (Ο κυκεών ήταν ένα αφέψημα που πινόταν από τους συμμετέχοντες στα Ελευσίνια Μυστήρια), συνέχισε ως Αποθήκη Διαβόλου με το όνομα «Κυκεών» να περιορίζεται στην εικονογράφηση του λογότυπου και κατέληξε Διαολαποθήκη.
Η παρουσία του διαβόλου ως συστατικού στοιχείου του τίτλου ή του λογότυπου σατιρικών (και όχι μόνο) εφημερίδων είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο τον 19ο αιώνα σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο και την Ελλάδα. Στην Κέρκυρα την ίδια περίοδο περίπου κυκλοφορεί ο Εωσφόρος του Νικολάου Κονεμένου, εφημερίδα με την οποία η Διαολαποθήκη φαίνεται να μοιράζεται κοινές ιδεολογικές θέσεις. Στην Κεφαλονιά θα κυκλοφορήσει αργότερα το Ζιζάνιον του Γεωργίου Μολφέτα και το Τελώνιον του Ανδρέα Σάρλου. Στο λογότυπο του Ζιζανίου πρωταγωνιστεί και πάλι ο διάβολος. Μια εικοσαετία μετά, στην Αθήνα, ο Εμμανουήλ Ροΐδης θα κυκλοφορήσει τη σατιρική και πολιτική εφημερίδα Ασμοδαίος, που παίρνει το όνομά της από έναν δαίμονα της Παλαιάς Διαθήκης και φιλοξενεί ψευδώνυμες συνεργασίες πολλών επιφανών λογοτεχνών και λογίων εκείνης της γενιάς. Ο διάβολος, άλλωστε, ως συμβολική εκφραση του ανεστραμμένου κόσμου της κωμικής-σατιρικής θέασης της πραγματικότητας είναι κοινός τόπος και για πολλές δυτικοευρωπαϊκές σατιρικές εφημερίδες, που αποτελούν πρότυπο για τις αντίστοιχες ελληνικές. Στα λογότυπα της Διαολαποθήκης, ο διάβολος ενίοτε απεικονίζεται στο κέντρο συνοδευόμενος από το μόττο «Le diable et mon droithonni soit qui mal y pense” που παρωδεί τη φράση που αναφέρεται στον θυρεό της βρετανικής μοναρχίας: “Le Dieu et mon droit”. Ο κόσμος της σάτιρας ανατρέπει την κανονική τάξη πραγμάτων καθώς την κοιτάζει από διαφορετική οπτική γωνία, με παραμορφωτικούς φακούς που αποδομούν την πραγματικότητα ή την αποκαλύπτουν με καταλύτη το καυστικό υλικό της σάτιρας.
Ο εκδότης της εφημερίδας, Φερδινάνδος Όδδης, είναι κι αυτός ενδιαφέρουσα περίπτωση, αντιπροσωπευτικό δείγμα του κοσμοπολιτισμού και της κινητικότητας που διέπει τον Ιόνιο χώρο στα χρόνια εκείνα: Κατάγεται από την Περούτζια, γεννήθηκε όμως στη Βενετία το 1836 και σε πολύ μικρή ηλικία ήρθε στην Κεφαλονιά, καθώς η μητέρα του είχε παντρευτεί τον Κεφαλονίτη γιατρό Γεράσιμο Χοϊδά. Σπούδασε στο αγγλοελληνικό σχολείο του Αργοστολίου με καθηγητή τον εγελιανό φιλόσοφο Ιωάννη Μενάγια. Στην Κεφαλονιά θα μείνει περίπου μέχρι το 1865, χρονιά που παντρεύεται και φεύγει για την Αίγυπτο, όπου θα εργαστεί σε ξενόγλωσσα σχολεία της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, και σταδιακά θα αναδειχθεί σε εξέχουσα φυσιογνωμία της εκεί ελληνικής κοινότητας, αναπτύσσοντας πλούσια συγγραφική, εκπαιδευτική και ανθρωπιστική δράση.
Στην τελευταία σελίδα της εφημερίδας, όπου συνήθως αναφέρονται οι συντάκτες, συναντάμε και άλλα ονόματα, ωστόσο τα περισσότερα κείμενά της θα πρέπει να έχουν τη συγγραφική υπευθυνότητα του Όδδη. Υπάρχει όμως και ένας πολύ σημαντικός συντάκτης της Διαολαποθήκης ο οποίος υπογράφει όλα τα κείμενά του, δηκτικά, ασυμβίβαστα και επιθετικά συνήθως. Είναι ο Ανδρέας Λασκαράτος, ο οποίος παρότι κατά καιρούς εξέδιδε το δικό του έντυπο, τον Λύχνο, χρησιμοποιεί τις στήλες της εφημερίδας κυρίως για να εξαπολύει μύδρους εναντίον του Κωνσταντίνου Λομβάρδου. Ο Λομβάρδος ήταν ο ηγέτης των Ζακυνθινών ριζοσπαστών, της «μετριοπαθούς» πτέρυγας του ριζοσπαστικού κινήματος που συμβιβαζόταν με το στόχο της Ένωσης με την Ελλάδα χωρίς ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές και εγκατέλειπε έτσι το όραμα που κυρίως είχαν διατυπώσει οι Κεφαλονίτες ριζοσπάστες, με πρωταγωνιστές τους Ηλία Ζερβό Ιακωβάτο και Ιωσήφ Μομφερράτο, για κοινωνική αλλαγή. Ο Λασκαράτος πάλι δεν συμφωνούσε ούτε με το ριζοσπαστικό κίνημα ούτε με την Ένωση. Βρίσκει λοιπόν στη Διαολαποθήκη φιλόξενο χώρο για την πολεμική του.
Η ίδια η εφημερίδα συγκαταλέγεται στις «μεταρρυθμιστικές», εκείνες δηλαδή που, σε αντιστοιχία με τις θέσεις της ομώνυμης παράταξης είχαν ως βασική στρατηγική την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων στον Ιόνιο χώρο, χωρίς όμως Ένωση με την Ελλάδα.  Υπάρχει μια λεπτή γραμμή που ενώνει τον Εωσφόρο της Κέρκυρας με τη Διαολαποθήκη της Κεφαλονιάς και τον Λύχνο του Λασκαράτου. Γενικότερα, οι εφημερίδες που είχαν κυκλοφορήσει πριν από την Ένωση χαρακτηρίζονταν από έντονη επικοινωνία μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το νησί στο οποίο εκδίδονταν, καθώς στο επίπεδο του δημόσιου λόγου και ιδιαίτερα της πολιτικής πρακτικής ο ιόνιος χώρος, παρά τις επιμέρους ιδιαιτερότητες των νησιών, αντιμετωπιζόταν ως ολότητα. Έτσι θα βλέπουμε συχνά και στη Διαολαποθήκη δηλητηριώδη σχόλια που αναφέρονται σε άλλες επτανησιακές εφημερίδες της εποχής, ιδίως βέβαια αυτές που πρεσβεύουν αντίθετες θέσεις. Αυτή η επικοινωνία θα περιοριστεί δραματικά στο διάστημα μετά την Ένωση.
Η Διαολαποθήκη είναι λοιπόν εφημερίδα που απευθύνεται στο κοινό όλων των Επτανήσων και όχι μόνο της Κεφαλονιάς και αυτό μοιραία επηρεάζει τη θεματολογία της. Όπως το σύνολο των εφημερίδων εκείνης της εποχής και παρά τον σατιρικό της χαρακτήρα είναι εφημερίδα πολιτική. Είναι δηλαδή περισσότερο εφημερίδα του δρόμου και της πλατείας παρά του σαλονιού –  της πολιτικής διάδρασης και όχι του ιδιωτικού βίου. Το βλέμμα της είναι στραμμένο τόσο στον ιόνιο πολιτικό στίβο, με βασικό άξονα την ιδιότυπη σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο διελκυστίνδα που αφορά την Ένωση όσο και προς το Ελληνικό Βασίλειο. Από την εφημερίδα δε λείπουν, ασφαλώς, θέματα που αφορούν και την τοπική επικαιρότητα, κυρίως πολιτική, αλλά και σε πολύ μικρότερο βαθμό, αυτό που θα κυριαρχήσει στις επόμενες δεκαετίες στον ελληνικό χώρο: αναφορές στην καθημερινότητα των ανθρώπων, νεκρολογίες, στιχουργήματα, ενώ δίνεται βήμα σε πρόσωπικότητες, όπως για παράδειγμα ο Βαπτιστής Σάββα Άννινος για να απαντήσουν σε δημοσιεύματα που γίνονταν είτε σε τοπικές εφημερίδες είτε σε μονόφυλλα.
Η σάτιρα της Διαολαποθήκης πιστεύουμε ότι θα άξιζε περισσότερης προσοχής από αυτήν που της έχουμε μέχρι σήμερα δώσει, αν δεν την δούμε απλά ως μοναχική προσπάθεια με μικρή κυκλοφοριακή απήχηση και κακοπληρωτές συνδρομητές (ο Όδδης απευθύνει κατά καιρούς σπαρταριστές εκκλήσεις σε όσους χρωστούν τη συνδρομή του, όπως άλλωστε κάνει και ο Λασκαράτος για τον Λύχνο), αλλά αν την εντάξουμε σε ένα ολόκληρο σύστημα πολιτικής πράξης στο οποίο η επικοινωνία – ο δημόσιος λόγος  αποτελεί βασική στρατηγική. Ο ριζοσπαστισμός, αλλά και οι αντίπαλοί του, χρησιμοποιούν ως όπλο τον δημόσιο λόγο, την επικοινωνία – ένα πολύπλοκο δίκτυο δημιουργείται ανάμεσα στα νησιά, αποτελούμενο από εφημερίδες, φυλλάδια, δημόσιες παρεμβάσεις στην Ιόνιο Βουλή, δίκτυο που συνδέεται πολλαπλά τόσο με τη δυτική Ευρώπη όσο και με τον ελληνικό χώρο. Η Διαολαποθήκη σ’ αυτό το δίκτυο διαδραματίζει τον ρόλο του κωμικού  σχολιαστή.
Στηριγμένος στην ιδιότυπη έφεση του κεφαλληνιακού χώρου στη σάτιρα, ο Όδδης, χωρίς στην πραγματικότητα να επινοεί κάποια καινοτόμο κωμική στρατηγική, αξιοποιεί με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο και εντάσσει στο επτανησιακό περιβάλλον πολλές τεχνικές παραγωγής του κωμικού αποτελέσματος.
Η κυριότερη τεχνική του είναι η παρωδία άλλων λογοτεχνικών ειδών. Το θέατρο πρόζας και το μελόδραμα χρησιμοποιούνται για να σατιριστούν πρόσωπα και πράγματα της επικαιρότητας: «Αι δύο τελευταίαι ώραι της ΙΑ΄ Ιονίου Βουλής. Μελόδραμα κωμικοπολιτικόν μονόπρακτον. Μουσική της τελευταίας πράξεως της Τραβιάτας».[1] Αναφέρεται στο τέλος της περίφημης ενδέκατης Ιονίου Βουλής.
Εκτός από τα λογοτεχνικά είδη, παρωδούνται και διαφόρων ειδών επίσημες διαδικασίες: Τα πρακτικά της Ιονίου Βουλής, τα κάλαντα,  ή ακόμη και αναφορές στον Αρμοστή των Ιονίων Νήσων: Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο παράδειγμα δήθεν αναφοράς κατοίκων του Ληξουρίου προς τον Αρμοστή σχετικά με την απόσυρση φρουράς 100 στρατιωτών από την πόλη, που εκτός των άλλων αποστέρησε την πόλη του Ληξουρίου από μία …τρομπέτα που είχε αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της κοινωνικής ζωής της πόλης.[2]

Ομπρός στην αυτού εξοχότητα το Λορδ Μεγάλο Αρμοστή
Αναφορά και παράπονα των κατουρρειμένων κατοίκων Ληξουρίου για 100 στρατιώτες και 1 Τρουμπέτα.
Μυλορδ!
Ούλα ούλα οι Γροστολιώτες- Οι Γροστολιώταις θέατρο  οι Γροστολιώτες Θυλακαίς – Οι Γροστολιώτες φανάρια – οι Γροστολιώτες σπιανάδα – Οι Γροστολιώτες καμπάνα – οι Γροστολιώτες έπαρχο […] και εμάς ή τίποτζι δε μας στέρνεται, ή μας στέρνεται και μας έχετε πράμματα πούνε χειρότερα από τίποτζι! Μα υπομονή για τα’ άλλα, μα ως και τους πενήντα δύο στρατιώτας που μας εστέρνετε μας τους ασηκόσετε; … μα ως και την Τρουμπέτα που μας είχετε να μας την πάρετε; Την τρουμπέτα εκείνη, πούτανε η διασκέδασί μας, ο γλεντζές μας και το αθώο μας ξέδομα! […] Τα μαθηταρούδια επηένανε σκολιό τους με την Τρουμπέτα. Εγευόμαστε, εδειπνούσαμε και επέφταμε με την Τρουμπέτα! Μίαν αρκόντησσα εμήναε  τσ’ αλληνής πολλά προσκυνηματα και πως, αν ήτανε σπήτι το απόγιομα, με την Τρουμπέτα, ήθε πάει ναν την επισκεφθή. […] Και του ζητούν να τους φέρει πίσω την τρουμπέτα, μαζί με 100 στρατιώτες, γιατί «στο κάτου κάτου τση γραφής ημπορεί να τύχη και καμμία επανάστασι! Οι Ληξουριώτες, καθώς γνωρίζεις, είμαστε έμου και πολλοί, έμου και αψιοί, μα με 100 στρατιώτες ομπρός και μια Τρουμπέτα οπίσωθε μάς κάνεις ό,τι θέλεις!» και ζητούν την καλοκαγαθία του και την εύνοιά του κλείνοντας «Νάχης γεια και χαρά και την Κυρά την Περλιγκού Βοήθεια!»

Η γλώσσα της Διαολαποθήκης παρουσιάζει επίσης εξαιρετικό ενδιαφέρον: Εκτός από την τοπικό ιδίωμα που είδαμε στο προηγούμενο κείμενο, και την γλώσσα των στιχουργημάτων που δημοσιεύονται στην εφημερίδα και είναι, κατά την παράδοση της επτανησιακής σχολής, δημοτική, στα κείμενα του πεζού λόγου συναντάμε με την ίδια συχνότητα κείμενα και σε καθαρεύουσα, ακόμη και στην ιταλική γλώσσα, όταν ο σκοπός της σάτιρας το απαιτεί. Είναι χαρακτηριστικό το ακόλουθο απόσπασμα που σατιρίζει τις ευεργετικές παραστάσεις που δίνονταν στα θέατρα προς τιμήν καλλιτεχνών ή για φιλανθρωπικούς σκοπούς – εδώ η σάτιρα φοράει τα ρούχα ενός θεατρικού προγράμματος – και το αποδομεί με τον διαλυτικό της τρόπο:
«Θέατρον ο Βουκέφαλος: Ατακτοτάτη, γελοιωδεστάτη και σκανδαλωδεστάτη παράστασις […]». Το ρεπερτόριο είναι και αυτό αποδομημένο: «Χορός εκ της μελοκωμωδίας “Όπου έχει πολύ πιπέρι βάνει και στα λάχανα” εκτελεσθησόμενος υπό των Βρακιβελάδων, δια του χρυσαργύρου ήχου παντοίων νομισμάτων βροχιδόν ριπτομένων επί του δίσκου». Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τέταρτο μέρος της εκδήλωσης, όπου παρουσιάζεται στο κοινό το πορτραίτο της τιμώμενης καλλιτέχνιδος, το οποίο προκαλεί την αντίδραση του κοινού «Επευφημίαι και ανθοβολαί προς την ευεργετουμένην -  σφυρικτικαί επιδείξεις εκ μέρους παίδων και παλιμπαίδων» που φαίνεται να οδηγούν στο κλείσιμο του θεάματος δια «τραγικωμικής επεμβάσεως της αστυνομίας»
            Η σάτιρα χρησιμοποιεί τη γλώσσα για να μασκαρευτεί. Και κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί την καταλληλότερη εκδοχή της γλώσσας. Αυτές οι εναλλαγές δημοτικής και καθαρεύουσας είναι και από μόνες τους ενισχυτικές για το κωμικό αποτέλεσμα.
            Είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς στα κείμενα της Διαολαποθήκης σε ποιο σημείο σταματάει το «σοβαρό» και που ξεκινάει η «σάτιρα». Ο κόσμος που συνθέτει είναι τόσο τραγελαφικά φτιαγμένος που μοιάζει με σουρεαλιστική εικόνα. Ολόκληρη η εφημερίδα μοιάζει να διαδραματίζει στον τοπικό τύπο αυτό που διαδραμάτιζε για μια κλειστή, αγροτική ή αστική κοινωνία, το καρναβάλι. Τα ανώνυμα άρθρα της εφημερίδας «ντύνονται» τις στολές άλλων κειμένων, θεατρικών, διαλογικών, ειδησεογραφικών, πολιτικών όπως οι άνθρωποι ντύνονται τις αποκριάτικες στολές τους, δημιουργώντας μια πραγματικότητα παρένθετη στην πραγματική πραγματικότητα. Τις περισσότερες φορές αυτό συμβαίνει γιατί πρέπει αυτή την πραγματικότητα κανείς να μπορεί να την αντέξει.
            Αν στην περίπτωση των κειμένων του Λασκαράτου η σάτιρα λειτουργεί περίπου ως τρομοκρατική πράξη, επιχειρώντας να ανατρέψει τα κοινωνικά δεδομένα, στην περίπτωση του Όδδη και των υπόλοιπων κειμένων της Διαολαποθήκης η σάτιρα αυτή, λόγω και της πολιτικής θέσης της εφημερίδας μοιάζει να είναι δικλείδα ασφαλείας του συστήματος. Όπως η Αποκριά ήταν για αιώνες τρόπος εκτόνωσης της κοινωνίας ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να αντέξουν τους αυστηρούς ηθικούς της κανόνες, έτσι και εδώ η σάτιρα λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός επιβίωσης σε ένα σύστημα που ήταν αναγκαίο να μεταρρυθμιστεί, αλλά ταυτόχρονα ήταν βέβαιο ότι κατέρρεε.
            Είναι σίγουρο ότι από τη δύναμη της σάτιρας της εφημερίδας έχουμε χάσει οριστικά ένα μεγάλο μέρος, καθώς όσο κι αν ο ερευνητής προσπαθήσει, είναι αδύνατο να αποτυπώσει επακριβώς τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησαν τα συγκεκριμένα κείμενα στη συγκεκριμένη κοινωνία και με τη συγκεκριμένη επικαιρότητα.
Ανεξάρτητα από τον σκοπό για τον οποίο παράγεται, την ιδεολογία από την οποία εμφορείται ή το αποτέλεσμα που τελικά επιτυγχάνει η σάτιρα αυτή, δεν μπορεί κανείς να μη διακρίνει στη Διαολαποθήκη τα χαρίσματα και τις αρετές της κεφαλονίτικης σάτιρας – αυτής που άνθισε μέσα στον Λασκαράτο αλλά και διακλαδώθηκε σε πολλές και ποικίλες εκδοχές της, έντεχνες και λαϊκές, προχωρώντας, όχι με αντίστοιχη δυναμική αλλά οπωσδήποτε με εμφανή τα κληρονομικά της χαρακτηριστικά, για πολλές δεκαετίες.
Αν η Διαολαποθήκη ήταν η «αποκριάτικη ενδυμασία» του ιόνιου χώρου,  ο Όδδης ίσως αισθανόταν ότι αυτή η ενδυμασία ίσως ήταν πιο αληθινή από την εικόνα που παρουσίαζαν τα σοβαρά και μεγάλης απήχησης έντυπα. Ή να υποψιαζόταν ότι τελικά μπορεί και να ίσχυε το αντίθετο. Ότι οι μάσκες ίσως και να είναι περιττές μπροστά στην πραγματικότητα. Μ’ αυτόν τον προβληματισμό, που εκφράζεται στην τελευταία στροφή ενός σατιρικού στιχουργήματος που δημοσιεύεται στη Διαολαποθήκη, θα κλείσουμε απόψε, διερωτώμενοι μήπως τελικά  η πραγματικότητα ξεπερνά πια τη σάτιρα…

Πλην τις η ανάγκη -  για τα καρναβάλια
Να αλλάξτε ρούχα – μούτρα και κεφάλια;
Έχετε μουσούδες, οπού είνε λες
Όλαις καμομένες – για τση Τυριναίς!
Ξεμπαρμπουτομένοι – σαν μπορεί να βγήτε
Μη μασκαρωθήτε!
19-5-2011
Αργοστόλι -ΤΕΙ Ιονίων Νήσων
(εκδήλωση στο Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων και Επικοινωνίας με αφορμή την επέτειο της Ένωσης της Επτανήσου)
Ηλίας Α. Τουμασάτος


[1] Η Διαολαποθήκη, τόμ. Δ΄, αρ. 48, 14 Δεκ. 1861, σσ. 1-2.
[2] «Ομπρός στην Αυτού Εξοχότητα τον Λορδ Μεγάλο Αρμοστή», Αποθήκη Διαβόλου, τόμ. Β΄, αρ. 17, 16 Ιουν. 1860, σσ. 1-2.