Αναζήτηση στο ιστολόγιο

29/7/12

Το μαγικό μπλε βανάκι του θείου Χρήστου

Για τα παιδιά κάποια πρόσωπα και πράγματα υπήρχαν ανέκαθεν, και υπάρχουν για πάντα. Επειδή, όσο (λίγο) θυμούνται τον εαυτό τους βρίσκονταν πάντοτε εδώ, μαζί με τα δέντρα, τα βουνά, το παιδικό δωμάτιο, τη θάλασσα. Και αυτά τα «ανέκαθεν εδώ», ακόμα κι όταν δεν είναι πια εδώ, κατά έναν περίεργο τρόπο καταλαμβάνουν έναν χώρο στο υπαρκτό σύμπαν, ακριβώς για τον λόγο ότι περιέχονται στις πρώτες μας αναμνήσεις.

Το μπλε Volkswagen βανάκι του θείου Χρήστου είναι ένα από αυτά τα «ανέκαθεν εδώ». Μια μπλε κλούβα, που ο θείος την ονόμαζε «Ο Καραμπέας» και τη χρησιμοποιούσε στην Αθήνα για να μεταφέρει τρόφιμα από και προς το παντοπωλείο του. Ζόρικη δουλειά, από πρωίας μέχρι νυκτός το μαγαζί ανοιχτό, μόνοι τους το κρατάγανε ο θείος με τη θεία… Το βανάκι, γκραν-γκρουν, έκανε τα δρομολόγιά του στους πελάτες, στους προμηθευτές, πέρα-δώθε υπομονετικά. 

Αυτό, έντεκα μήνες τον χρόνο. Γιατί τον εναπομείναντα ένα μήνα το βανάκι μεταμορφωνόταν. Δεν κουβαλούσε πια κούτες, σφουγγαρίστρες και καρτέλες με αυγά. Το πίσω μέρος του διαμορφωνόταν ειδικά με ψάθινες ή πάνινες καρέκλες πρόχειρα στηριγμένες, για να μεταφέρει όλη την οικογένεια του θείου, μαζί με τον γάτο Επαμεινώντα και τις καλοκαιρινές τους αποσκευές στο νησί. Όλον το χρόνο την περίμενε εκείνη τη στιγμή ο θείος Χρήστος – τη στιγμή που το βανάκι, σαν άλλη Σταχτοπούτα, θα μεταμορφωνόταν σ’ ένα μαγικό αυτοσχέδιο λεωφορείο για το αγαπημένο του νησί, το πατρικό του σπίτι, στην Άσσο. Εκεί, που το βανάκι δεν θα έκανε πια δρομολόγια στην πολύβουη πόλη, αλλά ονειρεμένες βόλτες στο κακοτράχαλο, λατρεμένο «κουρλονήσι» μας…

Εμείς έτσι το είχαμε γνωρίσει το βανάκι – ως μαγικό λεωφορείο διακοπών, που ερχόταν, μαζί με τον θείο και τη θεία και τα ξαδέρφια τα καλοκαίρια – και που με τον δικό του τρόπο μπορούσε να μαγέψει και τις δικές μας διακοπές…. Ο θείος με το που ερχόταν στο νησί γινόταν άλλος άνθρωπος. Ξεχνούσε τα βάσανα του χειμώνα και ακούραστος το καλοκαίρι όργωνε το νησί, με την οικογένεια και, βεβαίως, το βανάκι. Που χώραγε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς. Που χώραγε κι εμάς,  και τους δικούς μας γονείς, καμιά φορά και τα ξαδέρφια μας, μα πόσες καρέκλες Χριστούλη μου μπορούσε να χωρέσει; Λες και το πίσω μέρος του μεγάλωνε (το πιστεύω, με τρόπο μαγικό, επαναλαμβάνω) για να μπορούμε να μπούμε όλοι. Και να μη νιώθουμε ποτέ στριμωγμένοι, πάντα μέσα στην άνεση – κυρίως πάντα μέσα στην τρελή χαρά μιας καλοκαιρινής εκδρομής.

Όλο το καλοκαίρι εμείς, στο δικό μας το χωριό, καμιά εικοσαριά χιλιόμετρα από εκείνο του θείου, ήμασταν πάντα σε μια περίεργη επιφυλακή. Το είχαμε μάθει απέξω το ιδιότυπο γκραν-γκρουν, κάθε φορά που το βανάκι του θείου σταματούσε και πάρκαρε στη σκιά, κάτω από μια ελιά, και με το που ακουγόταν,  πριν καλά καλά το μπλε βανάκι φανεί στη στροφή, αρχίζαμε να τρέχουμε προς το πορτόνι, με μια γλυκιά και βασανιστική απορία για τα σχέδια που έκανε ο θείος εκείνη την ημέρα. Κι εκείνος ανέβαινε το ανηφοράκι, ψηλός, με τα μάγουλά του ήδη κοκκινισμένα από τον ήλιο, το περιποιημένο του μουστάκι και το μισάνοιχτο πουκάμισό του και γελαστός – είχε βγάλει πρόγραμμα.

Συνήθως, σύμφωνα με το πρόγραμμα, μας έπαιρνε, μαζί με τη μάνα μας ή και μόνους μας, στην Άσσο, και μας φιλοξενούσε πολλές φορές στο μακρόστενο σπίτι του με τα πράσινα παράθυρα ακριβώς πάνω από τη θάλασσα. Όχι μόνο εμάς, αλλά ενίοτε και τα ξαδέρφια μας. Και το σπίτι είχε τις ίδιες, θαρρείς, ιδιότητες με το βανάκι. Μεγάλωνε, διαστελλόταν, όταν έπρεπε να φιλοξενήσει κι άλλους ανθρώπους – παρ' όσα τραβούσαν ο θείος και η θεία όλο το χειμώνα, είχανε τόση χαρά όταν φιλοξενούσανε, στη λιγοστή τους σχόλη, όλα εκείνα τα παιδόπουλα.

 Άλλες φορές μέναμε στο σπίτι της γιαγιάς, αλλά μ’ έναν περίεργο τρόπο, ο θείος Χρήστος ήταν εκεί. Σ’ ένα μεγάλο ξύλινο κουτί, στο δωμάτιο της γιαγιάς, ήταν φυλαγμένες όλες οι καρτ-ποστάλ που έστελνε απ’ όλα εκείνα τα μέρη που είχε ταξιδέψει, κι εμείς τις διαβάζαμε και τις ξαναδιαβάζαμε, όπως και το πίσω μέρος, γραμμένο με τα καλλιγραφικά γράμματα του θείου, που είχε γυρίσει όλον τον κόσμο ως ναυτικός, αλλά πάντα η καρδιά του λαχταρούσε εκείνο το μακρουλό πράσινο σπίτι πάνω απ’ τη θάλασσα στην Άσσο.

Άλλες φορές το πρόγραμμα είχε διαφορετικούς προορισμούς, όλους συναρπαστικούς στα μάτια μας. Το μαγικό βανάκι μας ανέβαζε στον Αίνο και τρέχαμε μέσα στα έλατα. Μας πήγαινε στον Άγιο Γεράσιμο, κι εγώ τα βράδυα ξαγρυπνούσα σκιαγμένος από τις φωνές των αρρώστων που είχαν έρθει για να θεραπευτούν. Μας πήγαινε στο Αργοστόλι, την πρωτεύουσα του νησιού (κι ήταν τόσο αλλιώτικη η διαδρομή απ’ όταν πηγαίναμε με το λεωφορείο ή με ταξί, γιατί ο δρόμος ήταν γεμάτος από τα καλαμπούρια του θείου Χρήστου και τις αστείες του ιστορίες, που ο θεός ξέρει πώς τις ανακαλούσε πάντα στην κατάλληλη στιγμή). Μας πήγαινε στο Ληξούρι, τραγουδώντας «Αργοστολάκι μου έμορφο, Ληξούρι ξακουστό» και εμείς τσαλαβουτούσαμε στα ρηχά νερά και θαβόμασταν στην άμμο των Λεπέδων. Μας πήγαινε στη Σάμη, στην Αγία Ευφημία, ακόμα και μέχρι τη Σκάλα είχε φτάσει η χάρη μας, στην άλλη άκρη του νησιού, με ταπεράκια και παγουρίνα. Μεχρι και στην Αθήνα είχα ταξιδέψει μια φορά πάνω στην πρόχειρη καρέκλα με το μαγικό βανάκι, και ορκίζομαι ότι όσα ταξίδια κι αν έχω κάνει στη μεγάλη πόλη έκτοτε, ποτέ δεν έχω ξαναπεράσει από τα ίδια μέρη που πέρασα ταξιδεύοντας με το βανάκι, που σε κάθε διαδρομή το μπλε του κουβούκλι έμοιαζε να γινόταν διάφανο και εμείς αίφνης μπορούσαμε να δούμε πανοραμικά όλο το σύμπαν. Αλλιώτικο. Λίγο πιο μπλε.

Μέσα στο βανάκι με τις πρόχειρα στηριγμένες καρέκλες πάντα γινόταν ένα πανηγύρι, τόσο πιο θορυβώδες όσο μεγαλύτερος ήταν ο πληθυσμός του. Ο θείος δεν αρνιόταν ποτέ να μας βάλει στο κασετόφωνο την κασέτα που θέλαμε, και να τη δυναμώσει όσο θέλουμε για να ακούνε καλά και οι «πισινοί» - καμιά φορά, όταν στέρευε το δικό μας ρεπερτόριο, τραγουδούσε κι ο ίδιος… Και το μαγικό μπλε βανάκι του θείου Χρήστου, που δεν έτρεχε ποτέ με πάνω από 60 χιλιόμετρα, πορευόταν μακαρίως (με το χαρακτηριστικό του γκραν-γκρουν και το «μπαμπά μην τρέχεις» σετάκι με το κασετόφωνο) σκιτσάροντας  για μας, που δεν είχαμε αυτοκίνητο στο δικό μας σπίτι, το χάρτη των μοναδικών και ανεπανάληπτων καλοκαιρινών μας εκδρομών, ασφαλώς με χρώμα μπλε, πάνω στο νησί μας. Κι εμείς μεγαλώναμε, σιγά σιγά, κι όμως όλως περιέργως, πάλι χωρούσαμε όλοι εκεί μέσα (έχετε κουραστεί να ακούτε ότι το βανάκι είχε μαγικές ιδιότητες, το ξέρω, αλλά πώς να το κάνουμε; Είχε).

Μεγάλωσα κι εγώ, και ήρθε η ώρα, καλοκαίρι ήτανε πάλι, να βγουν τα αποτελέσματα των εξετάσεων για το Πανεπιστήμιο. Δίπλα στο όνομά μου έγραφε «Νομικής Αθήνας» - κι ο θείος και η θεία, χωρίς να το σκεφτούν στιγμή και παρά την τόση δουλειά που είχαν με το μαγαζί, μας είπαν την απόφασή τους: «Θα μείνεις μαζί μας»…Κι εγώ, ενθουσιασμένος που εκείνη τη φορά το βανάκι φαινόταν ότι θα με πήγαινε σε πολύ πιο μακρινό προορισμό, άρχισα να ετοιμάζω τη φοιτητική μου βαλίτσα. «Είναι τα προικιά μου θείε», χαριτολογούσα, αλλά ο θείος φαινόταν ότι το είχε πάρει πολύ στα σοβαρά. Μία μέρα πριν φύγουν με τη θεία για την Αθήνα ήρθε να παραλάβει «τα προικιά» - εγώ έπρεπε να περιμένω κάποια χαρτιά και θα ταξίδευα αργότερα… Ο θείος μας ανακοίνωσε και τις αποφάσεις του: Θα έδινε το μαγαζί ώστε να μπορεί να έχει πιο πολύ χρόνο για το εγγονάκι του, που είχε έρθει εν τω μεταξύ, αλλά και για το αγαπημένο του νησί, και το αγαπημένο του σπίτι. Φορτώσαμε τη βαλίτσα στο μαγικό μπλε βανάκι, χαιρετηθήκαμε, κι εκείνο έφυγε κορνάροντας ρυθμικά, όπως κάνουν τ’ αμάξια που κουβαλούν τα προικιά.

Αυτό ήταν και το κορνάρισμα του αποχαιρετισμού. Εκείνο το φθινόπωρο, ο θείος ταξίδεψε πολύ πιο μακριά, όχι με το μπλε βανάκι. Μια αρρώστια ήρθε και τον πήρε, έτσι ξαφνικά, μέσα σε δύο μήνες.

Το μπλε μαγικό βανάκι του θείου Χρήστου όμως ήταν εκεί, παρκαρισμένο κάτω από τα δέντρα, έξω από το μαγαζί. Και για χρόνια ακόμα άκουγα εκείνο το μοναδικό του «γκραν-γκρουν», όταν ο ξάδελφός μου το έβαζε μπροστά. Για κάμποσα χρόνια. Ώσπου, μια μέρα, κι εκείνο έφυγε από το πεζοδρόμιο – αυτή τη φορά για πάντα.

Δεν το έχω πει σε κανέναν, γιατί θα με πουν αλαφροΐσκιωτο. Αλλά εγώ το ακούω ακόμα εκείνο το γκραν-γκρουν. Στον ύπνο μου. Και πάντα, όταν το ακούω, εμφανίζεται το μαγικό μπλε βανάκι. Κι από μέσα κατεβαίνει ο θείος Χρήστος. Και λέμε πάλι αστεία, όπως τότε. Και πριν προλάβει να βγάλει πρόγραμμα για καινούριες εκδρομές, εγώ του λέω πως θα ‘θελα τόσο, μα τόσο πολύ, όποτε μπορεί, να τον πάω κι εγώ μια βόλτα με το δικό μου σαραβαλάκι.

Ξέρεις τι χρώμα έχει, θείε; Μπλε…

23/7/12

Στιγμές υπό τον ήλιο 3: @Αγία Κυριακή [with: Ρένα Κουμιώτη, Αλέκα Παπαρήγα, Guns'n'Roses κ.ά]



«Αλεξάνδρεια, Ραφήνα, πήγαινε τα χρόνια εκείνα
Και για μπάρκο μες στ’ αμπάρια, είχε όλο παλικάρια»…

Η επική φωνή της Ρένας Κουμιώτη ακούγεται από τα ηχεία του μικρού λεωφορείου – ποιος ξέρει πού να βρίσκονται τα συγκεκριμένα ηχεία, καθότι το εσωτερικό του είναι τίγκα στο αυτοκόλλητο και στο στολίδι… Ειλικρινά αδυνατώ να περιγράψω την ποικιλία της θεματολογίας. Ποδοσφαιρικές ομάδες, σημαιάκια, αποσμητικά με πευκάκια, ελαφροντυμένα κορίτσια, επαναστατικά συνθήματα τύπου “I love disco”, η Άρτα και τα Γιάννενα κατά το κοινώς λεγόμενον (μη σας πω και η Πρέβεζα μαζί)… Δεν κυκλοφορούν σήμερα τέτοια λεωφορεία, 32 θέσεων, τόσο μαγικά στολισμένα…

Το τραγούδι λέγεται ‘Άγια Κυριακή» και αναφέρεται σ’ ένα ηρωικό καράβι που μετάφερε στα χρόνια της κατοχής Έλληνες αγωνιστές. «Το λέγαν Άγια Κυριακή, εκείνο το καϊκι, που στην σκλαβιά στην κατοχή, δούλευε στη διαφυγή, πάλευε για τη νίιιιιικη…..» Το πλουμιστό μαγικό μας λεωφορείο συνδέεται σχεδόν καρμικά με το συγκεκριμένο τραγούδι, καθώς έχει προορισμό μια παραλία που ονομάζεται, όπως και το τραγούδι, «Αγία Κυριακή». Το λεωφορείο δεν μεταφέρει ούτε την Υπολοχαγό Νατάσα, ούτε κανέναν άλλον ήρωα της κατοχής, αλλά ένα πολύχρωμο πλήθος από παιδάκια, νεαρούς, μεσήλικες και γέρους, ντάλα μεσημέρι (τρεις και μισή, τέσσερις παρά κάτι) που επιζητούν το θεμελιώδες δικαίωμα στα μπάνια του λαού.

 Έχει ξεκινήσει περίπου πέντε χιλιόμετρα μακριά, μαζεύοντας όλον τον κόσμο από τα γύρω χωριά, το δικό μας είναι η τελευταία στάση, τρία χιλιόμετρα πριν την παραλία. Ποτέ δεν έχουμε τη χαρά να πάμε καθιστοί – καμιά φορά όταν έχει πάρα πολύ κόσμο περνάει και δεν μας παίρνει, ξαναγυρίζει σε κανένα μισάωρο (δηλαδή κλάφτα Χαράλαμπε, τουλάχιστον μισή ώρα λιγότερο μπάνιο…). Εμείς περιμένουμε, με τα μπανιερά μας, τις καπελαδούρες και τις ψάθες μας, κάτω από κάτι κουκουναριές, ή κάτω από μια μουριά, αναλόγως που βαράει ο ήλιος λιγότερο, είπαμε είναι σχεδόν τέσσερις το μεσημέρι. Θυμάμαι πολλές φορές στη στάση μας και την Αλέκα Παπαρήγα με τον άντρα της Θανάση, την κόρη της  και τα θαλασσινά τους αξεσουάρ να περιμένουν κι αυτοί υπομονετικά το λεωφορείο – τότε πού να φανταζόταν κι αυτή ότι σε δυο-τρία χρόνια θα κατέρρεε ο υπαρκτός (;) σοσιαλισμός και η ίδια θα γινόταν Γραμματέας του ΚΚΕ για τα επόμενα 20 χρόνια; Μα είναι τώρα να σκέφτεσαι τέτοια πράγματα με τέτοια ζέστη;

 Το στριμωξίδι και η κλωτσοπατινάδα μέσα στο λεωφορείο είναι μνημειώδη– η καλύτερη φάση όταν είσαι όρθιος είναι να καπαρώσεις με την πλάτη σου το πλάγιο μέρος του καθίσματος, για να μην γκρεμοτσακιστείς στις απότομες στροφές και τα φρεναρίσματα – όμως ενίοτε αυτή η σπουδή είναι καταστροφική, αφού κάποιος σε σπρώχνει από δω, κάποιος από κει, τελικά κατά λάθος βρίσκεσαι να στηρίζεσαι στον ώμο κάποιου από τους καθήμενους, ο οποίος βέβαια σου ρίχνει και τα σχετικά μπινελίκια. Αλλά ποιος δίνει σημασία; Εμείς πάμε στη θάλασσα, και όταν στο λεωφορείο είναι και τα ξαδέρφια μας, αν καταφέρουμε να πλησιάσουμε από τον κόσμο κοντά τους, χαράς ευαγγέλια… Αλλιώς, η τρελοομάδα θα ενωνόταν στην παραλία.

Το ρεπερτόριο σπάνια αλλάζει και η Ρένα Κουμιώτη μας συντροφεύει σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής – τρία χιλιόμετρα, στενός χωματόδρομος, κατήφορος, με στροφές, αλίμονο και συναντήσουμε κανένα αμάξι να ανεβαίνει, αρχίζουν οι μανούβρες, και η γνωστή δυσθυμία των επίδοξων λουομένων (που αρχίζει να εκδηλώνεται μόλις οι γριές αρχίζουν να κουνάνε νευρικά τις βεντάλιες τους). Για κλιματισμό ούτε λόγος, αρκεί η αύρα της θάλασσας από μακριά, που υποψιαζόμαστε όλοι ότι έρχεται από τα ανοιχτά παράθυρα, και η φωνή της Ρένας Κουμιώτη (μα δεν έχει λιώσει αυτή η κασέτα;) που στο επόμενο τραγούδι χάνει λιγάκι το συγχρονισμό με την επικαιρότητα

«Άναψε καινούριο μου φεγγάρι, φώτισε το έρημο στενό
Φέξε για να ‘ρθεί το παλικάρι, τα παλιά μεράκια μου ξεχνώ..»



Κι εκεί που μέσα στο εφηβικό μυαλό μου έχω ήδη ταυτιστεί με το παλικάρι που πήγε ψιλισκουντουφλώντας και με κίνδυνο της ζωής του διά μέσου του έρημου στενού (δε βαριέστε, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 δεν είχε δα και τόση εγκληματικότητα) σ’ αυτήν που έδωσε εντολή στο καινούριο της φεγγάρι να ανάψει (για να δω, είναι καμία τέτοια ανάφτρα μέσα στο λεωφορείο;), φτάνουμε στην παραλία… Μια απέραντη αμμουδιά, μεγαλύτερη από χιλιόμετρο… Το καλύτερο κομμάτι της είναι πολύ μακριά από κει που σταματάει το λεωφορείο, οπότε πρέπει να διαλέξουμε… Το λεωφορείο φεύγει στις εφτά. Κοντά και περισσότερο μπάνιο ή μακριά και λιγότερο; Και θα προλάβουμε να φάμε παγωτό από το μαγαζάκι που βρίσκεται παρά θιν’ αλός; Μ’ αυτά τα άγχη αποχωριζόμαστε το λεωφορείο και τρέχουμε στην παραλία. Εδώ δεν έχει στριμωξίδι, αλλά απίστευτη – ωστόσο η θάλασσα της Αγίας Κυριακής, εν γένει ζεστή και ουχί απότομου χαρακτήρος, ενίοτε εμφανίζει διαθέσεις αμφιθυμικές και αφιλόξενες. Πότε έχει κυματάκι, πότε έχει φέρει σκουπιδάκι και φυκάκι από το πέλαγος, πότε την πιάνει το γλυκύ κι έχει φουρτούνα, βρίσκεται σε μία «νευρική κατάσταση»…

Η καλύτερή μας είναι όταν έχει πολύ κύμα – οι μανάδες μας (όταν έχουν έρθει κι αυτές) είναι σε αλλόφρονα κατάσταση, αλλά εμείς πλέουμε σε πελάγη ευτυχίας – αψηφώντας τα κύματα ορμάμε στα ενδότερα, το κύμα, φευ, είναι ανελέητο, και μας κοπανάει σαν χταπόδια στην ακτή, αλλά εμείς, το βιολί μας, προς τι ο πόνος και οι τόνοι θαλασσινού νερού που καταπίνουμε μπροστά στην περιπέτεια που (έτσι νομίζουμε) εμπεριέχει το σαρτοκόπημά μας  κόντρα στο κύμα που σκάει; Μόνο εμείς και εκείνοι οι σέρφερ που καβαλούσαν τα κύματα στα Μαϊάμια και τις Καλιφόρνιες τα καταφέρναμε τόσο καλά. Στις καλοκαιρίες βέβαια δεν δαμάζαμε την άγρια θάλασσα, αλλά παίζαμε κανένα βόλεϊ ή κανένα φρίσμπι – ήταν υπέροχη η αίσθηση ότι ο επόμενος λουόμενος είναι αρκετά μέτρα μακριά για να μην ενοχλείται…

Στην παραλία το ρεπερτόριο άλλαζε, καθώς όλα τα ξαδέλφια και η αδελφή μου ήταν μεταλάδες και τραγουδούσαν ομαδόν όλα τα τραγούδια των Gunsn Roses και άλλων συναφών ξεμαλλιασμένων ρόκερ, με προεξάρχον βέβαια ένα τραγούδι που δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να τραγουδήσει η Ρένα Κουμιώτη – το τραγούδι λεγόταν “Welcome to the Jungle” (μα είναι τώρα αυτό θαλασσινό τραγούδι; Έλεος!) – Το δικό μου ρεπερτόριο ήταν πιο φλώρικο, όπερ μεθερμηνευόμενον πιο ποπ, και ψιλοένιωθα στην απέξω, αλλά, ας είναι, αναγκαστικά είχα μάθει κι εγώ κάμποσους στίχους για να είμαι εντός επικαιρότητος…



Μ’ αυτά και μ’ αυτά η ώρα περνούσε και σιγά σιγά έπρεπε να επιστρέψουμε στο μαγικό μας λεωφορείο – αν προλαβαίναμε θα κάναμε και την απαραίτητη στάση για παγωτό… Η σχέση όλων των παιδιών με τα ψυγεία παγωτού είναι αγάπης και μίσους. Απ’ εξω από το καπάκι του έβλεπες όλους εκείνους τους 30 λαχταριστούς τύπους παγωτών που διέθετε η εταιρεία, έκανες περί τα δέκα λεπτά να αποφασίσεις ποιο θέλεις… μετά, ζούσες μια γλυκιά αγωνία όσο άνοιγες το ψυγείο και… 1… 2… 3… όχι, γαμώτο, δεν το έχει ούτε σήμερα! Μα γιατί τα βάζει όλα απέξω; Πάντα κατέληγα σε κυπελλάκι με κρέμα και σιρόπι κεράσι και κερασάκια… (φλώρικο κι αυτό, το λες), νομίζω το λέγανε “Coppa rica”…

Δρόμο τώρα για το λεωφορείο, που αρχίζει να κορνάρει…Το σατανικό σχέδιο είναι να ορμήξουμε μέσα όλοι και να πιάσουμε με τσάντες, πετσέτες και ψάθες διαδοχικές θέσεις για να κάτσουμε επιτέλους καθιστοί μετά από τόσον παραδαρμό και ξεθέωμα στην παραλία… Βέβαια τις πιο πολλές φορές παραχωρούσαμε τελικά τη θέση μας στις γιαγιάδες που έρχονταν τελευταίες και κούτσα κούτσα από το καφενείο (μα πώς τη γλίτωσαν και σήμερα με τέτοια φουρτούνα; Εφτάψυχες!) Η Ρένα Κουμιώτη επανερχόταν στα ηχεία ανεξαρτήτως της επιτυχίας μας, σαφώς παίρνοντας το αίμα της πίσω από τους Guns n Roses, και απευθυνόμενη σε όσους (μάλλον όσες) δεν κατάφερναν να βρουν θέση, και θα τράβαγαν όλον εκείνο τον ανήφορο όρθιοι…. Κι αύριο είναι μέρα, θα ξημερώσει και για μας μια Κυριακή…

«Κόρη του γιαλού μην κλαις, σήμερα δεν είναι χθες» («γιατί, μήπως και χθες όρθιοι δεν ήρθαμε;» παρατήρησε κακεντρεχώς μια νεαρά).
«ρίξ’ την πίκρα στο γιαλό, καν’ το δάκρυ φυλαχτό».



Αυτό το τελευταίο πού να το καταλάβουμε, πού να ξέρουμε εμείς από πίκρες τότε… Είχαμε άλλα άγχη… Θα έχει νερό στο χωριό για να ξεπλυθούμε ή πάλι θα λουστούμε με τον σίκλο; Τι θα παίξουμε μετά; Μπάλα, αργά το κόβω. Στρατέγκο, σκάκι, μονόπολι, τι;  Θα προλάβουμε τον Μαγκάιβερ και το Μουσικόραμα στην τηλεόραση; Και… το κυριότερο…πότε θα είναι έτοιμες οι τηγανητές πατάτες; Το λεωφορείο ανέβαινε αγκομαχώντας, μαζί του ανέβαινε και ο δείκτης λιγούρας των εφήβων επιβατών – η Αγία Κυριακή ερήμωνε τόσο ξαφνικά όσο είχε γεμίσει… Αύριο πάλι… Κλαψ!

Αλλά…πότε  θα είναι έτοιμες οι τηγανητές πατάτες; Πώς την ξεπερνάς αυτή την προσμονή; Έλα, οδηγέ, πάτα το λίγο... Αρχίζει ο Μαγκάιβερ!!!



5/7/12

Στιγμές υπό τον ήλιο 2 - Μια καρέκλα στο τέρμα του διαδρόμου


Ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί με σκάλες. Σκαλιά. Ξανά σκαλιά, που οδηγούν σε διαδρόμους με τζαμαρίες. Κι άλλες σκάλες. Ανεβαίνεις. Κατεβαίνεις. Από τη βάση του κουτιού στην κορφή. Σαν τσιμεντένια τεράστια λέγκο κατασκευή. Χωρίς χρώματα. Με πλέιμομπιλ. Που ανεβοκατεβαίνουν σκάλες. Αυτά, χρωματιστά. Κόντρα στο άχρωμο κτίριο. Σαν από άλλο μαγαζί να τα ψώνισε ο θεός αυτά τα παιχνίδια.

Ανεβαίνεις. Ανεβαίνεις. Ανεβαίνεις. Και κάπου, όχι πολύ ψηλά, βλέπεις ότι εκεί που περίμενες κάπου να συνεχίζει μια καινούρια σκάλα, αυτή δεν υπάρχει. Κοιτάς απέναντι, στο τέρμα του διαδρόμου, ούτε κι εκεί. Ένας τοίχος. Και μπροστά του, μια καρέκλα. Κεντραρισμένη. Από τη μία, ένας τοίχος με πόρτες που οδηγούν σε αίθουσες με ανθρώπους. Από την άλλη, μια μεγάλη τζαμαρία. Στη μέση, κολλημένη η πλάτη της στον τοίχο, μια καρέκλα μόνη.

Γιατί; Για ποιον;

Πάει κανένας εκεί; Ποτέ σου δεν έχεις πάει. Πάντα στρίβεις, και μπαίνεις σε μια από τις πόρτες στα δεξιά σου, μέχρι να φτάσεις κοιτάς, φευγαλέα, από τη τζαμαρία, το τοπίο μακριά. Κανείς δεν πάει εκεί. Κανείς δεν έχει λόγο να πάει εκεί. Μα τι γυρεύει μια καρέκλα μονάχη, κολλημένη στον τοίχο, στο τέρμα του διαδρόμου;

Θα είναι για πέταμα.

Μα κανείς δεν την πετάει. Την άλλη μέρα τη βλέπεις πάλι εκεί, και συνειδητοποιείς ότι δεν θυμάσαι πόσον καιρό μπορεί να βρισκόταν εκεί, γιατί απλά δεν την είχες προσέξει. Και πολλώ μάλλον, αν είδες κάποιον να κάθεται ποτέ εκεί. Τώρα, δεν κάθεται κανείς. Όλοι ανεβαίνουν τα σκαλιά μαζί σου, προχωρούν, στρίβουν δεξιά μέσα στις μεγάλες αίθουσες. Σε κάποια απ’ αυτές πας και εσύ. Ποτέ δεν έχεις πάει στο τέρμα του διαδρόμου.

Και γιατί να πας;

Μα τώρα που την είδες εκεί, τώρα που την πρόσεξες, αρχίζει να υπάρχει για σένα. Και κάθε φορά που ανεβαίνεις στον τελευταίο όροφο κοιτάς, ξανακοιτάς, αν είναι εκεί.

Ώσπου μια μέρα τον βλέπεις να κάθεται εκεί. Σκυφτός, με σταυρωμένα χέρια. Δεν ξέρεις που κοιτάει. Αν κοιτάει εκεί, φάτσα στον κόσμο που φανερώνεται πλήθος από τη σκάλα, προχωράει προς το μέρος του και όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί, γιατί στρίβει, και μπαίνει δεξιά, στις μεγάλες αίθουσες.

Για μια στιγμή τον σκέφτεσαι να βλέπει όλους αυτούς, κι εσένα μαζί, να εμφανίζονται από το πουθενά, να έρχονται προς τα κει, να στρίβουν. Μαζί τους και οι φωνές, και τα μουρμουρητά, και οι αύρες τους.

Κι αυτός εκεί. Καθιστός στην καρέκλα, στο τέλος του διαδρόμου. Με χέρια σταυρωμένα. Να μην ξέρεις πού κοιτάει. Αν κοιτάει. Να μην ξέρεις από πού ήρθε. Δεν ήρθε μαζί με τους άλλους; Μα δεν έχει άλλη πρόσβαση εκείνος ο όροφος. Γιατί δεν μπαίνει σε κάποια αίθουσα αυτός; Ποιος είναι αυτός; Κι όταν φεύγουμε όλοι, άραγε φεύγει κι αυτός; Όταν κατεβαίνουμε όλοι κάτω, κατεβαίνει κι αυτός;

Φεύγοντας κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει στο τέρμα του διαδρόμου. Κοιτάς μια φορά, στα κλεφτά, αυτός είναι εκεί. Δεν κατεβαίνει κάτω. Τώρα ο κόσμος δεν τον βλέπει καν, καθώς φεύγουν από την ίδια σκάλα απ’ όπου ήρθαν, με την πλάτη γυρισμένη στην καρέκλα που βρίσκεται στο τέρμα του διαδρόμου.

Δεν τον βλέπει κανείς – εκείνος άραγε μας βλέπει όλους ή δεν βλέπει κανέναν;

Ποιος είναι;

Την επόμενη μέρα, η καρέκλα είναι άδεια. Την μεθεπόμενη, αυτός είναι εκεί. Στην ίδια στάση. Λες ν’ ακούει μουσική; Από πού; Κοιτάς αν κρέμεται κάποιο καλώδιο από Mp3 μα θα πρέπει να πας πιο κοντά. Τελικά ξαναστρίβεις και μπαίνεις στην αίθουσα.

Δεν είναι πάντα εκεί. Μα πάντα, όταν είναι εκεί, κάθεται σ’ εκείνη την καρέκλα.

Από πού έρχεται;

Τώρα υπάρχουν στον όροφο δυο καινούρια πράγματα. Η καρέκλα κι αυτός. Που μπορεί να μην είναι καινούρια. Που μπορεί να ήταν πάντα εκεί κι εσύ να μην τα έβλεπες. Κοντοστέκεσαι, να πας να του μιλήσεις; Και τι δουλειά έχεις; Κι αν δεν θέλει να μιλήσει;

Οι μέρες περνάνε. Εκεί η καρέκλα. Εκεί κι αυτός, πολλές φορές. Πού πάει όταν δεν είναι εκεί;

Μια μέρα, το παίρνεις απόφαση και δε στρίβεις. Πας ευθεία. Στο τέρμα του διαδρόμου. Εκεί, στην καρέκλα που πάνω της κάθεται αυτός.

«Τι κάνεις εδώ;» Η ερώτηση βγαίνει περίεργη, αδιάκριτη, αγενής, ποιος ξέρει πώς την προσλαμβάνει αυτός, ποιος ξέρει αν την ακούει καν.

Οι άλλοι έχουν μπει όλοι, ο καθένας στην αίθουσά του. Κανείς δεν είναι στο διάδρομο. Εσύ, η καρέκλα, αυτός.

«Κοιτάζω απέναντι. Είναι όμορφο.» Ξεσταυρώνει τα χέρια και δείχνει απέναντι.

Γυρίζεις πίσω. Κοιτάς κι εσύ. Ποτέ δεν είχες δει τι ήταν απέναντι. Ανέβαινες και εκείνο, το δικό του «απέναντι» ήταν πίσω σου. Κατέβαινες και δεν κοιτούσες μπροστά και ευθεία, αλλά μπροστά και κάτω, για να μην τσακιστείς από τη σκάλα. Ποτέ δεν είχες δει αυτό το απέναντι.

Τι ήταν απέναντι; Τι κοιτούσε αυτός στην καρέκλα; Τι δεν βλέπαμε ποτέ όλοι εμείς οι άλλοι;

Απέναντι ήταν μια άλλη τζαμαρία. Που δεν την είχες προσέξει ποτέ. Που ίσως κανείς απ’ όσους ανεβοκατέβαιναν δεν την είχε προσέξει ποτέ, στη φούρια του. Απ’ έξω, σχεδόν κολλημένο πάνω της, ένα ανθισμένο δέντρο. Μεγάλο, πολύ. Αμυγδαλιά, θαρρώ. Γεμάτη λουλούδια. Τα πυκνά κλαδιά και τα άνθη της κάλυπταν όλη τη τζαμαρία – ήταν ένα τεράστιος πίνακας ζωγραφικής, πίσω από ένα γυαλί. Όμορφο. Πολύ. Είχε δίκιο. Σχεδόν μαγικό. Κι ήταν πάντα εκεί – μα σε σένα εμφανίστηκε τώρα.

«Αργότερα θα γίνει καταπράσινο. Κάθε εποχή θα αλλάζει χρώματα». Χαμογέλασε.

Κι εσύ χαμογέλασες. Αμήχανα. Γύρισες και κοίταξες σιωπηλός αυτό που τόσα χρόνια που ανεβοκατέβαινες τη σκάλα δεν είχες δει ποτέ.

Ξαναγύρισες προς τον καθιστό κύριο στην καρέκλα. Η καρέκλα ήταν εκεί. Εκείνος, όχι.

Κοίταξες βιαστικά τριγύρω. Πού πήγε; Δεν τον είδες να φεύγει από κει που φεύγουν όλοι, όπως ποτέ δεν τον είχες δει να έρχεται…

Μπήκες στις αίθουσες, σε όλες, μία μία, οι άλλοι σε κοιτούσαν παράξενα,  μα αυτός δεν ήταν πουθενά. Μετά ξαναβγήκες στο διάδρομο, δεν ήξερες ποιον να φωνάξεις, δεν ήξερες πώς τον λένε.

Όχι, δεν κατέβηκε από τις σκάλες. Κοίταξες και στα πλάγια του διαδρόμου, στην άλλη, τη μεγάλη τζαμαρία, εκείνη που άλλοτε προσπερνούσες με φευγαλέες ματιές. Κι είδες ένα σπουργίτι πάνω στο καμπαναριό της γειτονικής εκκλησίας. Πρόσεξες για πρώτη φορά τα χρώματά της – μέτρησες ένα ένα τα δέντρα στο απέναντι βουνό και διαπίστωσες πόσα διαφορετικά χρώματα είχαν οι τοίχοι και τα παράθυρα στα απέναντι σπίτια. Μια φωλιά χελιδονιών στην κάτω αριστερή γωνία του άχρωμου ορθογώνιου κτιρίου. Μια ξεχασμένη γιρλάντα από τη χριστουγεννιάτικη γιορτή στο τζάμι του σχολείου που ήταν απέναντι. Ένα περιτύλιγμα από σοκολάτα που αντανακλούσε μέσα σε μια πρασινάδα. Όλα αυτά που τόσον καιρό δεν έβλεπες γιατί δεν έκανες ούτε για μια στιγμή τον κόπο να κοιτάξεις. Και σ’ έκανε να τα δεις μονάχα μια φράση εκείνου του μυστήριου τύπου που καθόταν σ’ αυτή τη μοναχική καρέκλα στο τέλος του διαδρόμου. Που μπορεί και να μην είναι τέρμα. Που μπορεί και να είναι αρχή. Μπορεί κάποιοι να μη χρειάζονται σκαλιά για να φτάσουν ως εδώ. Κι ίσως να μπορούν να πάνε και παραπέρα από το τέρμα. Παραπέρα από την καρέκλα και το ντουβάρι από πίσω της.

Λες να έχει φτερά;

Την άλλη μέρα η καρέκλα ήταν άδεια. Την μεθεπόμενη πάλι. Την τρίτη μέρα αυτός ήταν πάλι εκεί. Με τα χέρια σταυρωμένα, με την αίσθηση ότι κάποια απόκοσμη μουσική ηχεί στ’ αυτιά του.

Μόνο που τώρα δεν αναρωτιόσουν πού κοιτάει, αν κοιτάει. Μόνο που τώρα ήξερες ότι το βλέμμα του δεν ήταν χαμένο. Ήξερες ότι εκείνος μπορούσε να δει. Από εκείνη, την ταπεινή καρέκλα, μπορούσε να Δει. Έτσι απλά. Να Δει.

2/7/12

Στιγμές υπό τον ήλιο 1: Οδός Τεράτων


Είμαι ο νονός της. Έχει ένα κανονικό όνομα, δεν το ξέρω… Μεγάλος δρόμος, μερικά χιλιόμετρα, όμορφος, με πεύκα, θάλασσα στο βάθος, μάντρες με πρασινάδες, χωράφια και λιοστάσια, μικρές κι απόκρημνες, περιφρονημένες παραλίες με βοτσαλάκια, σπίτια μοναχικά και ξενοδοχεία κλειστά, ποικίλων αισθητικών και αντικειμενικών αξιών. Σπάνια θα συναντήσεις άνθρωπο σ’ όλο το μήκος της. Κι αν τύχει και συναντήσεις, θα τρέχει με τ’ αμάξι του, θα κάνει βιαστικός τζόγκινγκ, θα τον σέρνει ο σκύλος του περισσότερο απ’ όσο αντέχει, θα σπριντάρει πάνω στο ποδήλατό του. Κουβέντα δεν θ’ ακούσεις ανθρώπινη στην οδό Τεράτων τον χειμώνα. Μονάχα το σφύριγμα του αέρα στις πευκοβελόνες, εκεί, στο σημείο που τα πεύκα ένθεν κι ένθεν του δρόμου σου ζητούν το παρασύνθημα της αναγνώρισης για να περάσεις ανάμεσα από την αψίδα σου. Ή τις βροντές, που σου λένε να επιταχύνεις αν δεν θες να καταλήξεις στο σπίτι σου το λιγότερο μούσκεμα και το χειρότερο με βρογχοπνευμονία.

Το καλοκαίρι θα δεις που και που να τη διαβαίνουν αμέριμνα ζευγάρια τουρίστες. Εκείνοι μιλούν, ναι μιλούν, γλώσσες επί το πλείστον άγνωστες σε σένα. Συναντιέστε κι εσύ στρίβεις προς τη μέση του δρόμου, γνήσιον τέκνον του Ξενίου Διός, αν περάσει κανένα μοτοσακό με ταχύτητα να πατήσει εσένα κι όχι το τουριστικό συνάλλαγμα.  Και μετά, ξανά στην άκρη του δρόμου, περπατάς, πάνω κάτω την οδό Τεράτων, μέσα στα χοντρά σου αθλητικά παπούτσια.

Στα σύνορα της οδού Τεράτων όλα ξαναγίνονται φυσιολογικά: Από τη μια μεριά, στη θάλασσα, περαντζάρουνε πολλοί άνθρωποι, ακούς κουβέντες, γέλια, καβγάδες ενίοτε, οικογένειες τσαλαβουτάνε στα ρηχά της μικρής παραλίας ή κοντά στα βραχάκια, παιδάκια τρέχουνε στην άμμο – ζωή. Από την άλλη πάλι, μια μεγάλη δημοσιά ενώνει την πόλη, τις κοσμικές παραλίες του νησιού και το αεροδρόμιο. Αμάξια πολλά, κόσμος πολύς, το καλοκαίρι λεφούσια, το χειμώνα, όσοι ανεβοκατεβαίνουν στην πόλη για να ταξιδέψουν, ή από τα παραπέρα χωριά για γιατρούς, ψώνια και φροντιστήρια. Στη μέση απ’ όλο αυτό, προς άλλη κατεύθυνση, η οδός Τεράτων. Που δεν πάει πουθενά συγκεκριμένα. Και πάει παντού, ταυτοχρόνως.

Μέσα στην ομορφιά της οδού Τεράτων το μάτι του άπειρου περαστικού δεν θα πέσει εύκολα στους τακτικούς διαβάτες της, εκείνους που της έχουν δώσει τ’ όνομά της: Τα φίδια και τα αρούρια  θα τα πετύχεις μονάχα τέζα, πατημένα από κανένα αυτοκίνητο, αλλιώς, ούτε που θα σε πλησιάσουν. Αυτούς φίλους σου δεν τους λες, πώς να σου δώσουν σημασία στην κατάστασή τους; Υπάρχουν όμως κι άλλοι διαβάτες: Τα αδέσποτα σκυλιά θα κολλήσουν πάνω σε σένα, τον όμοια αδέσποτο, τα λυπημένα τους μάτια, εσύ από τη μία θα παρακαλάς να φύγουν κι από την άλλη να σου κάνουν παρέα για λίγο, και τελικά θα σ’ ακολουθήσουν, μπορεί και για χιλιόμετρα, μέχρι που θα σε παρατήσουν για να κυνηγήσουν κάποιο αμάξι ή κάποιον άλλο περαστικό. Τα φαντάσματα των Ιταλών φαντάρων, που νομίζεις πως τους ακούς όταν περνάς κάθε φορά από τον λάκκο που τους εκτέλεσαν χωρίς δισταγμό οι Γερμανοί τον Σεπτέμβρη του ’43, κι ας ήταν αιχμάλωτοι πολέμου. Οι δικοί σου αιχμάλωτοι, οι άνθρωποι  που στοιχειώνουν εσένα και μέσα στην ησυχία της οδού Τεράτων ακούς καμιά φορά τις φωνές τους. Κι εσύ ο ίδιος, που όλους αυτούς τους νιώθεις φίλους σου και τους πονάς, γιατί τους μοιάζεις.

Κι εκεί που νομίζεις ότι έχεις αποτυπώσει με εντυπωσιακή ακρίβεια την τερατογεωγραφία (όπως αλλού θα έλεγε κανείς ανθρωπογεωγραφία) του δρόμου, έρχεται ξάφνου αυτό που όλες οι ιστορίες που σέβονται τον εαυτό τους έχουν στο τέλος τους. Η ανατροπή. Στην οδό Τεράτων η ανατροπή ήρθε μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, οχτώ και κάτι, μέσα στον ήλιο, τότε που μόνο εσύ, ο τακτικός διαβάτης, με βήμα ταχύ την κατηφόριζες, έχοντας μόλις προσπεράσει μια ξανθιά, που αποκλείεται κι αυτή να είναι τέρας, αποκλείεται να ξέρει όλους εκείνους που ξέρεις εσύ.

Κάτω από ένα δέντρο, αφού η ξανθιά είναι πίσω πενήντα μέτρα, βλέπεις ένα αμάξι. Με μια κορδέλα άσπρη δεμένη στην κεραία του ραδιοφώνου. «Κοίτα να δεις, έφερε και το αμάξι της» σκέφτεσαι. Δεν είναι δικό της. Παρακάτω, ακούς φωνές. Προχωράς, παίρνεις τη στροφή, κόβεις άξαφνα.

Ένας γαμπρός και μια νύφη φωτογραφίζονται μπροστά σε μια λιθιά, για την ακρίβεια, μπροστά στην μπουμπουκιασμένη πρασινάδα μιας λιθιάς. Ο φωτογράφος τραβάει, πιο πέρα η κουμπάρα, μάλλον έχει ψιλοσκάσει από τη ζέστη.

Σταματάς για λίγο. Θα φύγουνε, θα πάνε παρακάτω. Δε φεύγουνε. Έρχονται. Προς το μέρος σου. Γαμπρός, νύφη (κι αυτοί αναψοκοκκινισμένοι από τους 38 Κελσίου), ακάθεκτος ο φωτογράφος και η κουμπάρα σε οριακό σημείο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας.

Προχωράς. (Ακολουθεί και η ξανθιά από πίσω, βρε μπας είναι κι αυτή δικιά μας;)… Προχωράς… Προχωράς… Τους συναντάς. Κοιτάς το γαμπρό και τη νύφη. Σε κοιτάνε. Ο φωτογράφος, προχωρεί. Η κουμπάρα σίγουρα μέσα της έχει κατεβάσει όλα τα καντήλια του Αγίου Γερασίμου.

Κόβεις. Κόβουνε κι αυτοί.

«Γεια σας παιδιά. Να ζήσετε!» Σκας κι ένα χαμόγελο.

«Ευχαριστούμε. Να ‘σαι καλά!». Και προχωράνε για το επόμενο ενσταντανέ. Και προχωράς αντίθετα κι εσύ, στο δρόμο σου, κρατώντας το χαμόγελο πλατύ (ο επόμενος που θα συναντήσεις είναι βέβαιο ότι θα σε θεωρήσει τουλάχιστον βλαμμένο).

Προς τί η έξτρα διάρκεια του χαμόγελου; Μα είναι κάτι που πρέπει να γιορτάσει κανείς. Είναι οι πρώτες κουβέντες που αντάλλαξες τόσα χρόνια στην οδό Τεράτων. Όχι με τους προαναφερθέντες ιδιαίτερους διαβάτες της, αλλά με κανονικούς ανθρώπους.

Νομίζω, ένας γάμος στην οδό Τεράτων είναι ένας καλός λόγος για ν’ αλλάξει όνομα.