Αναζήτηση στο ιστολόγιο

30/8/12

.... μ' ένα κρυμμένο τραύμα



Ο καναπές μου είναι η αρμάτα μου, ο φάρος μου, ο ιδανικός τάφος μου. Το ριχτάρι του είναι το πανί της αρμάτας, που δεν σκίζεται ποτέ απ’ τον αέρα (του κλιματιστικού μου) και με ταξιδεύει απαλά και νωχελικά στο πέλαγος των καναλιών... Η τηλεόρασή μου είναι ο πιο μακρινός ορίζοντάς μου. Όχι ότι δεν βγαίνω απ’ το σπίτι. Δόξα τω Θεώ, η δουλειά μου πάει καλά, είμαι απ’ τους τυχερούς που έχουν δουλειά, όχι κουραστική και αρκετά προσοδοφόρα για να μπορώ να πληρώνω τη συνδρομή της δορυφορικής μου, τον παροχέα του Ίντερνετ κατ’ οίκον και τα ντιβιντί που σωρηδόν νοικιάζω κάθε Παρασκευή εφτά με εφτάμισι το βράδυ (τα σαββατοκύριακα προτιμώ να μένω μέσα. Και τις άλλες μέρες δηλαδή, προτιμώ να μένω μέσα, αλλά οι φίλοι μου το κάνουν θέμα μόνο τα σαββατοκύριακα). Οδηγώ δυο ώρες ημερησίως, περπατώ τουλάχιστον άλλη μία – πού να ξεκουνάς τ’ αμάξι στο κέντρο – δόξα τω Θεώ, κάποια στιγμή γυρίζω στο γραφείο κατάκοπος– εκεί έχω άλλο ένα μικρό διθέσιο – χωρίς ριχτάρι (δεν τα σηκώνουν αυτά τα μεσιτικά γραφεία – άντε να πιστέψει ο πελάτης ότι δεν κοιμάσαι εδώ μέσα, και ου μπλέξεις με μεσίτη που κάνει το γραφείο σπίτι) κι απέναντι μια μικρή δεκαεφτάρα (ιντσών εννοώ) – για επαγγελματική ενημέρωση. Δόξα τω Θεώ...

            Τα κατάφερα... Νά ‘χω χρόνο να χαζεύω την οθόνη υγρών κρυστάλλων μου τα βράδια. Να μείνω στην Αθήνα όλο τον Αύγουστο, με το γραφείο κλειστό και τους δύο υπαλλήλους μου σε αναγκαστική άδεια  - η μοίρα μ’ έριξε σε ζώνη ελεγχόμενης πρόσβασης την ώρα που θα μπορούσα να κλείνω συμφωνίες με επισκέπτες των Ολυμπιακών Αγώνων για ακίνητα στην ευρύτερη περιοχή Αττικής, με θέα στη στέγη Καλατράβα (από το ιδιωτικό σου ελικόπτερο)... Φουλ ο κλιματισμός, κι εγώ στην αρμάτα μου με σαγιονάρα και σορτσάκι να χαζεύω Ολυμπιακούς Αγώνες στους υγρούς κρυστάλλους μου των μερικών χιλιάδων ευρώ. Πέντε στάσεις απ’ το σπίτι μου με το τραμ οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις του Αγίου Κοσμά, μα εγώ προτίμησα τα αφρόλουτρά μου απ’ τις πιτσιλιές του Σαρωνικού στα αγωνίσματα του υγρού στίβου. Όχι. Δεν πήγα στους Ολυμπιακούς. Ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου. Τους είδα όμως. Άλλοτε λάιβ, άλλοτε μαγνητοσκοπημένους, σε επίπεδη οθόνη με καλή τηλεοπτική σκηνοθεσία, με απόλυτα ελεγχόμενη θερμοκρασία, χωρίς συνωστισμό, με αναψυκτικά και ντρες κόουντ της επιλογής μου. Τους είδα . Δεν ήμουν κι εγώ εκεί. Εγώ εν γένει, δόξα τω Θεώ, δεν ήμουν πουθενά. Είμαι στην αρμάτα μου. Εκεί, αποκλειστικά.

            Κι ο Αύγουστος πέρασε και πήγε στο καλό, κι εγώ δάκρυσα στην τελετή λήξης, όπως όλοι φαντάζομαι, μόνο που εμένα δεν με είδε κανείς, δεν μπόρεσε το δικό μου δάκρυ να προσμετρηθεί στον κορβανά της εθνικής συγκίνησης.  Και μπήκε ο Σεπτέμβρης με ζέστες – το σορτς και οι σαγιονάρες (ο ναυτικός μου εξοπλισμός), έμεναν μόνιμα πάνω στο ριχτάρι της αρμάτας, να με περιμένουν κάθε μεσημέρι για το επόμενο ταξίδι. Κι εγώ φορούσα το κοστούμι μου, σιδερωμένο στην τρίχα κάθε Πέμπτη πρωί (μακάρια τα απανταχού της οικουμένης καθαριστήρια – σιδερωτήρια) και κουρελαρία ως την επόμενη Τετάρτη μεσημέρι, κι έτρεχα στο γραφείο να ταλαιπωρήσω τους υπαλλήλους μου, δυο φερέλπιδες φοιτητές Οικονομικών Επιστημών (δέσμιος της φιλοσοφίας “τον Αύγουστο μου καθόσαστε, τώρα θα πήξετε, αγαρηνά σκυλιά”) και μετά πάλι σπίτι, σορτς, σαγιονάρα και ζάπινγκ, μόνο που πια οι Ολυμπιακοί είχαν τελειώσει κι εγώ αναγκαστικά αναλωνόμουν σ’ επαναλήψεις και απογευματινές σαπουνόπερες , απομνημονεύοντας ατάκες του τύπου “Τα φαρμακερότερα φίδια, οι αδίστακτες κόμπρες και οι ύπουλοι κροταλίες, έχουν αγνότερη καρδιά από σένα, ουτιδανό σκουλήκι!”.

             Δόξα τω Θεώ, η ζωή μου είχε μια σειρά, είχα μάθει πια να περνούν οι μέρες μου και να μην το καταλαβαίνω, να ασπρίζουν και ν΄ αραιώνουν τα μαλλιά μου και να μη με νοιάζει, να καίγεται ο κόσμος κι εγώ μακάριος να περιπλανιέμαι σε επίγειους και δορυφορικούς τηλεοπτικούς διαύλους. Είχα μάθει πια να ζω. Να βλέπω τον κόσμο απ’ την αρμάτα μου. Και, άμα λάχει, να δέομαι να πεθάνω πάνω της μια νύχτα, κατά προτίμηση στη διάρκεια της μετάδοσης των Βραβείων Όσκαρ.

            Έτσι νόμιζα.

            Ήταν δεκαεφτά, κι ήτανε Παρασκευή. Τα πρωτοβρόχια, ακόμη να φανούνε, καίτοι ο Σεπτέμβρης είχε μπει για τα καλά, κάνοντας τη χάρη στους καθυστερημένα αδειούχους. Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδας και Αγάπης σήμερα (πώς να ταιριάξουν μαζί όλες αυτές;),  μερικά τηλεφωνήματα σε συνεργάτες και πελάτες, ένα κέρασμα καφέ στο πόδι, ένας λεκές στο παντελόνι ως αποτέλεσμα του κεράσματος, κίνηση μυστήρια στην Κηφισίας για την ώρα και την εποχή – μα τί διάβολο συμβαίνει απόψε; Άφιξη στον Άλιμο ώρα οκτώ και τριανταπέντε – γαμώτο, το σορτς το ξέχασα στο πλυντήριο κι είναι ακόμα μούσκεμα, στη ντουλάπα υπάρχει μόνο ένα παλιό, από τις (απελπιστικά λίγες) παλιές ημέρες της άθλησης, σιγά μη χωράω εκεί μέσα πια, ας είναι, θα μείνω με το σώβρακο.

            Οι σαγιονάρες; Πού είναι οι σαγιονάρες μου; Είχα πλύνει μ’ αυτές το μπαλκόνι... Βγαίνω έξω, μόνο μία μισοκρεμασμένη απ΄ τα κάγκελα. Η μέγαιρα η γάτα της από κάτω θα ξαναμπούκαρε, φαίνεται... Ελπίζω να μη μπήκε μέσα – το παραθυράκι του μπάνιου είναι μόνιμα  ανοιχτό – και το κεφάλι της χωράει από το κάγκελο...

            Όχι, Θεέ μου, όχι το πανί της αρμάτας! Όχι αυτό! Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Λολίτα (το όνομα του κτήνους) προτιμούσε να μη χρησιμοποιήσει την άμμο που η «μαμά» της είχε επιμελώς τοποθετήσει στο αποκάτω μπαλκόνι – ήταν όμως η πρεμιέρα της ανακούφισής της στο δικό μου άβατο... Με φρίκη άρπαξα το ριχτάρι – πανί μου και ψιθυρίζοντας οικείες βλαστήμιες έτρεξα να το πετάξω στα σκουπίδια, μα πάτησα πάνω σε κάτι, ένα «κρατς» ακούστηκε κι εγώ βρέθηκα ξάπλα στο πάτωμα – ψαροκόκαλο με τη μούρη μου χωμένη στο πρώην πανί της αρμάτας – ευτυχώς όχι στο σημείο που είχε συμβεί η ανόσια πράξη της Λολίτας! Το αίτιο της πτώσης (και θύμα της) ήταν το τηλεκοντρόλ μου (4 σε 1, κλιματιστικό, ντιβιντί, τηλεόραση, στέρεο) που έγινε φιρφίρια, (κι ας έλεγε «άθραυστο» η διαφήμιση του τηλεμάρκετινγκ), μαζί με τη ζωή μου, έτσι όπως την είχα μάθει, ολόκληρη...

            Αφού πέταξα το πανί και το τιμόνι μου (το ριχτάρι και το τηλεκοντρόλ μου) στα σκουπίδια, κοίταξα με πόνο το ρημαγμένο μου σκαρί, άχρηστο πια, να χάσκει ξεσκέπαστο,  καθώς δεν μπορούσα να χαρώ πάνω του τους πλόες στα απέραντα βάθη των καναλιών (το δέρμα του μου έκανε και κάτι αναφυλαξίες). Σα ναυαγός, σα Ροβινσώνας, ξυπόλητος, με το σώβρακο, κάθισα στο κρύο πάτωμα κι άνοιξα (απ’ το κουμπί της – τί κατάντια!) την τηλεόρασή μου.

            Η σούπερ συσκευή δεν άλλαζε κανάλια παρά μόνον με το σούπερ τηλεχειριστήριο – δεν είχα άλλη επιλογή εκτός από το κρατικό κανάλι που ήταν πρώτο στη μνήμη της καλής μου. Η εικόνα, λιγουλάκι μυστήρια, περίεργη. Ένα πράσινο δέντρο στη μέση ενός μεγάλου σταδίου. Τεράστιο, εκ πρώτης όψεως, πράσινο και το σκηνικό, και το στάδιο γεμάτο από κόσμο.

       "Κυρίες και κύριοι, η Αθήνα σας καλωσορίζει στην τελετή έναρξης των Παραολυμπιακών Αγώνων 2004!» Η φωνή, ενθουσιώδης, λιγάκι μ΄  ανατρίχιασε. Είχα ξεχάσει τους παραολυμπιακούς – γι’ αυτό είχε τόση κίνηση η Κηφισίας! Καίτοι χορτασμένος από τις τελετές των Ολυμπιακών, καίτοι πικραμένος από την ανίερη διασάλευση της σπιτικής μου ισορροπίας, δεν είχα άλλη επιλογή. Βούτηξα μια μεγάλη σακούλα με πατατάκια, υπεύθυνη εν πολλοίς για το σωσιβιάκι που διαγραφόταν εμφανώς πια γύρω από τη μέση μου, και κάθισα, στο πάτωμα πάλι...

            «Η παρέλαση των χωρών αρχίζει!» Νά ‘μαστε πάλι στα ίδια και τα ίδια... Η Ελλάδα θα περάσει πρώτη, μόνο με τη σημαία, και τελευταία, ως διοργανώτρια... Νάτοι κι οι πρώτοι αθλητές, να περνούν και να παίρνουν θέση γύρω απ’ το δέντρο («το δέντρο της ζωής» είπε ο ένας παρουσιαστής, «ο πλάτανος του Ιπποκράτη» είπε ο άλλος, τέλος πάντων, το δέντρο)...

            Στην αρχή, ήθελα να κλείσω την τηλεόραση – μα δεν μπορώ να κάνω τίποτ’ άλλο, σ΄ αυτή την κατάσταση ανάγκης. Είχα από καιρό ξεκαθαρίσει μέσα μου ότι θα πρέπει να αποφεύγω πράγματα που μου προκαλούν, ή έστω ενδέχεται να μου προκαλέσουν, συγκινήσεις, κατσουφιά, ψιλομελαγχολία που μπορεί να σου χαλάσει το βράδυ αλλά και τις επόμενες ημέρες... Δεν είχα την παραμικρή επιθυμία να δω αγωνίσματα των Παραολυμπιακών, ομολογώ... Σαν όλους όσοι προσπαθούν να ξορκίσουν την αδυναμία, την ανημπόρια, την αρρώστια, με το ν’ αποστρέφουν το βλέμμα. Κι ο ίδιος είχα συλλάβει τον εαυτό μου να κοιτάει ψηλά όταν περνούσα πλάι από ανάπηρους που ζητιάνευαν στο δρόμο. Και ένιωθα καλά κοιτώντας ψηλά. Αλήθεια. Γιατί ό,τι δεν βλέπεις δεν υπάρχει. Κι ό,τι κάνεις πως δεν είδες, υπακούει μοιραία στην ίδια νομοτέλεια: Κάνεις πως δεν υπάρχει.

            Μα τώρα όλοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν μπει μέσα στο σπίτι μου. Κουβαλούσαν τις σημαίες τους με κομμένα χέρια, κινούσαν τα καροτσάκια τους, προχωρούσαν πάνω στις πατερίτσες τους με ζέση – ο κόσμος από πάνω παραληρούσε, περισσότερο ίσως κι απ’ την έναρξη των «κανονικών» Αγώνων. Άλλοι ακολουθούσαν υπομονετικά τα σκυλιά τους – τα μάτια τους. Μα όλοι ήταν χαρούμενοι. Το ένιωθα, και ανατρίχιαζα περισσότερο. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι μ’ αυτό που ζούσαν. Όχι γιατί, όπως τα παλιά χρόνια, κάποιοι τους εξέθεσαν στην αρένα ενός τσίρκου για να τους εμφανίσουν ως ατραξιόν του τύπου «δεν είναι βόας, δεν είναι κροταλίας». Όχι γιατί κάποιος τους έκανε χάρη κι έφτιαξε μια γιορτούλα για εκείνους, τους «παραπεταμένους της ζωής». Όχι γιατί κάποιος θυσίασε κάποια εκατομμύρια για να έχει ήσυχη τη συνείδησή του ότι εφαρμόζει τάχα μου πολιτικές ενάντια στον κοινωνικό αποκλεισμό.

            Ανακάθισα στο πάτωμά μου και τους κοιτούσα έναν έναν. Και νόμιζα πως η χαρά τους, ντυμένη με όλα τα χρώματα της γης, θα πλημμύριζε τους υγρούς κρυστάλλους της οθόνης μου κι ό,τι όλα εκείνα τα παιδιά, μικρότερα, μεγαλύτερα, ηλικιωμένοι, όλα θα ξεχύνονταν από κει μέσα και θα μπαίνανε στο δωμάτιό μου, κι εγώ θα ήμουν μισόγυμνος, ξυπόλητος, ανέτοιμος να δεχτώ την ορμή απ’ τα χαμόγελά τους. Σαν άλλοι Παρασκευάδες θα εισέβαλλαν στο σαλόνι μου και θα το κάνανε πιο φωτεινό – με τα χαμόγελά τους. Ήταν χαρούμενοι γιατί ήταν εκεί. Και το όποιο πρόβλημά τους δεν ήταν ούτε σημαία, ούτε λόγος για να κρυφτούν. Το διαφορετικό δεν υπάρχει, αν δεν το βλέπεις εσύ νά ‘ναι διαφορετικό. Εκείνοι δεν ένιωθαν διαφορετικοί – γιατί να κρυφτούν, λοιπόν;

            Σηκώθηκα κι έκλεισα την κουρτίνα του μπαλκονιού – να μη με βλέπουν οι απέναντι να κυκλοφορώ έτσι. Να κρυφτώ.

            Είχα πάντα χαραγμένη μια γραμμή. Από δω κι από κει. Η ζωή, η κανονική ζωή, η ζωή των κανονικών ανθρώπων. Και το «έχω μάθει πια να ζω». Το δικό μου. Κι εκείνες κι εκείνους μέσα από την οθόνη τους έβλεπα να περνούν τη γραμμή, τη δικιά μου γραμμή, χωρίς να τη βλέπουν. Οι γραμμές υπάρχουν όταν θέλεις να τις βλέπεις εκεί, απέναντί σου. Όταν εσύ φοβάσαι να περάσεις απέναντι.

            Ήμουνα κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Ένας από εκείνους που έβλεπαν κι έφτιαχναν γραμμές, για να έχουν λόγο να μην τις διαβαίνουν. Που οριοθετούσαν το σύμπαν τους με πτολεμαϊκές συντεταγμένες. Που κατασκεύαζαν τον κόσμο τους με τις δομές μιας λογικής – ορθής γωνίας. 90 μοίρες – αλλιώς, κοίτα ν’ αλλάξεις μοιρογνωμόνιο. Που, κατασκευάστηκαν ορθογώνια τρίγωνα, μα, φευ, στην πορεία έγιναν σκαληνά.
            Είμαι κι εγώ "σκαληνός". Ή, μάλλον, έγινα. Ξέφυγαν λίγο οι γωνίες.
            Θα μπορούσα να είμαι κι εγώ ανάμεσά τους. Δεν είμαι.

            Γιατί εγώ, το μόνο που ήθελα είναι να κρυφτώ.

            Τρέχουνε τα μάτια μου τώρα, ναι, τρέμω, κι η καρδιά μου χτυπάει γρήγορα, όπως κάθε φορά κάτι πάει να διαψεύσει ότι «έμαθα πια να ζω». Τους έβλεπα να προχωρούν. Η παρέλαση είχε φθάσει στο γράμμα «Ι» - Ισημερινός, Ισπανία, υπάρχει άλλη χώρα από «Ι». Ναι, Ιταλία... Σε λίγο θα περάσει η Ιταλία...

            Εγώ, το μόνο που ήθελα, ήτανε να κρυφτώ.

            Είχα διαχωρίσει το ρόλο μου. Εγώ δεν ήμουν κανονικός άνθρωπος. Εγώ «είχα πρόβλημα» που οι δικοί μου, ο πολύ στενός κύκλος, και φυσικά οι γιατροί μου, όφειλαν να σέβονται και να κατανοούν, και οι άλλοι, οι απέξω, έπρεπε να αγνοούν. Η οικογένεια έπρεπε να προσέχει το ασθενικό βλαστάρι της, για να μην ξεραθεί. Οι άλλοι ας έκαναν ό,τι ήθελαν, φτάνει να μη γνώριζαν. Να μη γνώριζαν ότι εγώ δεν ήμουν ίδιος. Πράγμα εύκολο, όταν αυτό που έχεις δεν φαίνεται, είναι μέσα σου, και σε τρώει σιγά σιγά κάτω απ’ τη μύτη όλων.

            Και μ’ έφτιαξα τέτοιον που να μη φαίνεται.  Έφτιαξα έναν άλλον εαυτό, κι έμαθα να κατοικώ μέσα του ησύχως και αόπλως. Έμαθα καλά το ρόλο μου, αυτού που δεν πρέπει να φαίνεται, και μέχρι τώρα τον παίζω με μεγάλη επιτυχία.  Έφτιαξα τη δουλειά μου και μπήκα στο κοστούμι της – ενώ το μόνο που άξιζα κι άντεχα ήταν οι σαγιονάρες και το σορτς μου.  Έμαθα πια να αντέχω τις δυστροπίες του καινούριου μου ρόλου. Φτάνει κανείς να μη μάθαινε. Φτάνει κανείς να μην με κοίταζε με οίκτο. Ούτε με συμπόνοια.

            Η παρέλαση έχει φτάσει στο «Π».Παραγουάη, Πολωνία, Παναμάς... Κι άλλα πρόσωπα. Κι άλλη χαρά. Το πρόβλημα δεν υπάρχει όταν δεν το βλέπεις εσύ. Υπάρχει όταν το βλέπεις εσύ, ακόμη κι αν δεν το βλέπει κανένας άλλος.

            Θα μπορούσα να είμαι ανάμεσά τους. Και να είμαι εγώ.

            Μα έγινα κάποιος άλλος. Και είμαι εδώ.

            Δε μίλησα ποτέ σε κανένα φίλο μου γι’ «αυτό». Οι σχέσεις μου δεν έμαθαν τίποτε – και μοιραία τέλειωναν, πριν γίνουν τόσο στενές ώστε να καταστεί αναγκαίο να μάθουν. Στη δουλειά με ξέρουν σαν σκληρό επαγγελματία. Μα, μέσα μου, το νιώθω, κάποιοι μπορεί να καταλαβαίνουν. Κάποιοι μπορεί να ξέρουν, νά ‘χουν ακούσει κάτι, να υποψιάζονται κάτι, κι ας έχω προσπαθήσει τόσα χρόνια να το κρύψω, και να με κοιτούν με λύπηση.

            Κι ας έγινα κάποιος άλλος. Γιατί ούτε κι έτσι μπόρεσα ν’ αποφύγω να είμαι εγώ.

            Γράμμα «Τ». Ταϋλάνδη, Τουρκία, Τυνησία... Τρέμω και πάλι – νομίζω τρέχουν και τα μάτια μου. Κι εκείνοι μου γελούν, κάνουν χειρονομίες, κουνάνε σημαιούλες πάνω απ’ τα καροτσάκια, κι άλλοι, κι άλλοι, δεν θα μάθω ποτέ τα ονόματα όλων τους. Θα μπορούσα να είμαι κι εγώ ανάμεσά τους. Εγώ.

            Όχι επειδή δεν κατάφερα, με πολύ κόπο, ομολογώ, να ζω σαν κανονικός άνθρωπος. Όχι επειδή μπόρεσα και τους ξεγέλασα όλους. Όχι επειδή κατά βάθος απεχθανόμουν να είμαι διαφορετικός. Όχι επειδή μισούσα να κοιτιέμαι στον καθρέφτη, επειδή δεν έδειχνε πως δεν είμαι σαν τους άλλους.

            Απλά, επειδή ήθελα να είμαι σαν κι εκείνους που κλείνουν τώρα την παρέλαση. Χιλή, Χονγκ Κονγκ, Ελλάδα. Όχι για να καμαρώσουν το θάρρος μου και τη δίψα μου για ζωή οι άλλοι. Απλά για να νιώσω εγώ μέσα μου το ίδιο θάρρος και την ίδια δίψα, χωρίς ταυτόχρονα να νιώθω καμμιά ντροπή.

            Θα μπορούσα να είμαι ανάμεσά τους. Θα τό ‘θελα.

            Η παρέλαση τέλειωσε, η σημαία των παραολυμπιακών υψώθηκε, και μια εκπληκτική παράσταση με χορευτικά ξεκίνησε. Το πράσινο δέντρο της ζωής (αυτή η ερμηνευτική εκδοχή μου αρέσει καλύτερα), άλλαξε χρώματα, παίρνοντας φαντασμαγορικά τη μορφή των στοιχείων της φύσης: φωτιά, γη, νερό, αέρας. Ο κόσμος συνέχιζε να παραληρεί, χαιρόταν με μια αποκάλυψη που, σε μια χώρα που δεν έχει ράμπες και διαβάσεις τυφλών, ήταν πρωτόγνωρη: Αυτοί οι άνθρωποι δεν θέλουν αναπηρική σύνταξη. Ούτε κι εγώ θέλω. Αυτοί οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν σαν κι εμάς. Κι εγώ θέλω. Και το κατάφερα, ως ένα βαθμό. Αυτοί οι άνθρωποι δεν βλέπουν γραμμές. Εγώ; Αυτοί οι άνθρωποι δεν θέλουν να κρυφτούν. Εγώ; Αυτοί οι άνθρωποι ισορροπούν κι ας μην φτιάχτηκε η βάση τους σε ορθή γωνία. Εγώ;

            Αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν τα κλασικά αγάλματα. Δε χρειάζονται βάθρο για να σταθούν όρθιοι.

            Κι εγώ;

            Η ώρα που θ’ άναβε η φλόγα των παραολυμπιακών αγώνων πλησίαζε. Το κέφι στο στάδιο είχε φτάσει στο αποκορύφωμα... Ήχοι από τύμπανα έδιναν μια διάσταση βακχική στην τελετή. Όλοι έμοιαζαν να ζουν μια αλλιώτικη έκσταση – να βγαίνουν απ’ το καβούκι τους και να χαίρονται αυτό που είναι πιο φανερό από κάθε σωματική ατέλεια: την ομορφιά της ψυχής τους.

            Κι εγώ;

            Έβλεπα τους αθλητές με τα καροτσάκια να μεταλαμπαδεύουν τη φλόγα. Είδα και τον τελευταίο αθλητή να στρέφει τη δάδα κάτω, στη γη, και ένας ουρανός από πυροτεχνήματα ξαφνικά φώτισε ολόκληρο το στάδιο – μια φωτεινή πανδαισία που, καθώς ολοκληρώθηκε, έκανε ξαφνικά τη φλόγα ν’ ανάψει πάνω από το στάδιο, με τον κόσμο να χειροκροτεί μ’ ενθουσιασμό, μαζί, ένα με τους αθλητές, να τρελλαίνεται  από χαρά...

            Από χαρά. Ναι. Από χαρά.

            Εγώ; Εγώ ακόμη ήμουν κάτω στη γη. Ήμουν ακόμη κρυμμένος. Στο ίδιο σημείο, από τότε που «αρρώστησα». Σε μια κρυψώνα που είχα φτιάξει με καταδικά μου, αγνά υλικά.

            Ως πότε;

            Σηκώθηκα απ΄ το πάτωμα... Μπήκα στην κρεβατοκάμαρα, άνοιξα τη ντουλάπα και βρήκα την ποδηλατική μου στολή.  Ήταν παρατημένη στο ίδιο σημείο, από τότε που «αρρώστησα», μα η εμμονή μου με τη λεβάντα την είχε σώσει από το σκώρο. Κοίτα να δεις, αν ρουφήξω λίγο το σωσίβιο... Ναι, είναι γεγονός: μου κάνει ακόμα, ρε, κοίτα να δεις!

            Θά ‘θελα να βρεθώ κι εγώ εκεί. Κάποτε. Να δω κι εγώ μια φλόγα ν’ ανάβει. Βρήκα και το κράνος μου (κι αυτό σε καλή κατάσταση, σαν να μην πέρασε μια μέρα). Τί περιμένεις;  Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που είχα; Νάτο, στριμωγμένο στο πίσω μέρος της παπουτσοθήκης. Άνοιξα και το μικρό αποθηκάκι. Το ποδήλατο χρόνια εκεί παρατημένο.  Άθικτο. Τίποτα από την παλιά μου ζωή δεν είχε αλλάξει, απλώς εγώ τα είχα κλειδώσει όλα σε ντουλάπες, ράφια, αποθηκάκια...

            Είχα κλειδωθεί κι εγώ κάπου ανάμεσα σ’ όλα.  Και κατοικούσε εδώ μέσα ο άλλος. Ο πειρατής του καναπέ.

            Μα πάει, αυτός, ναυάγησε πια (νά ‘σαι καλά, Λολίτα!). Κι εγώ;

            Πρέπει να τρέξω, για να προλάβω. Ναι. Ίσως και το χαμένο χρόνο. Γιατί όχι;

            Δεν ξέρω για πόσο κατέβηκα τις σκάλες (είχα χρόνια να κατεβώ με τα πόδια απ’ τον έκτο!). Η τηλεόραση πρέπει να έμεινε ανοιχτή, και η πόρτα μου το ίδιο. Σιγά...

            Να σας πω, για Ολυμπιακό στάδιο καλά πάω από δω;

Ηλίας Τουμασάτος
18-9-2004
Μια μέρα μετά την έναρξη των Παραολυμπιακών Αγώνων.

26/8/12

Η ιεροτελεστία της ...φέτας


Στην προσεισμική Κεφαλονιά υπήρχαν μεγάλα τυροκομεία. Οι Κεφαλονίτες τυροκόμοι που δούλευαν σ' αυτά ήταν περιζήτητοι και έξω από τα όρια του νησιού. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ατόμων από την βόρειο Κεφαλονιά, ιδίως από την Πύλαρο, οι οποίοι για μεγάλα χρονικά διαστήματα έφευγαν στην Ιταλία κυρίως,

20/8/12

Ακόμα κι αν φύγεις...




[Για όσους κατά καιρούς έχουν δηλώσει: «Αγαπώ τόσο αυτή τη δουλειά, που αν φύγω, θα πεθάνω…»]

Τώρα, τώρα θα πεθάνεις… 1, 2, 3… μπα! Ζεις.  Λες; 1… 2… 3…  Τσιμπιέσαι. Όχι. Δεν πέθανες. Εδώ είσαι ακόμα.

Πολλές φορές εκείνη τη μέρα είχε αρχίσει να μετράει… 1, 2, 3, προχώραγε έως ενός ανεκτού ορίου, άντε μέχρι το 20. Τίποτα. Ήταν σίγουρος ότι εκείνη τη μέρα θα πεθάνει. Αλλά τίποτα. Ακόμα ήταν ζωντανός. Και τώρα. Τώρα που έβγαλε τα κλειδιά από το δικό του το μπρελόκ και τα άφησε πάνω στο τραπέζι… Και που κατέβηκε εκείνα τα πολλά σκαλιά… Και που περπατάει προς το σπίτι ξέροντας ότι πάει, τέλειωσε κι αυτό.

Έχει κατηφορίσει προς την παραλία, Αύγουστος είναι, ντάλα καλοκαίρι, η ζέστη πολλή, κι όμως, ο κόσμος στέκεται ακόμα όρθιος. Όλα κυλούν απολύτως φυσιολογικά, κι εκείνος ακόμα αναπνέει. Ήταν σίγουρος ότι θα πέθαινε τη μέρα, τη στιγμή που θα έφευγε από κει.  Αλλά γι’ αυτό ο θεός σου δίνει τη σιγουριά. Για να διαψεύδεσαι και κατόπιν να γελάτε κι οι δυο μαζί σου.

Πάντως ζει. Αυτό είναι το σίγουρο. Όλες εκείνες τις τελευταίες μέρες βασανιζόταν με την αγωνία: Θ’ αντέξει μακριά από αυτές τις σκάλες; Θ’ αντέξει μακριά απ’ αυτόν τον χώρο; Δέκα χρόνια δούλευε εκεί. Ήρθε νέος, στα εικοσιέξι. Φεύγει γκριζαρισμένος. Κι όμως ήταν σαν χθες που πρωτόπιανε δουλειά εκεί. Που γύριζε πίσω από τη μεγάλη πόλη, με ελαφρώς κουτσουρεμένα όνειρα, αλλά με τρομακτική όρεξη για δουλειά… Για μια δουλειά που δεν ήξερε, αλλά που αγαπούσε πολύ, μια και την είχε γνωρίσει ως «πελάτης».

Κι ήρθε και κατοικοέδρευσε σ’ εκείνο το μεγάλο, κρύο κτίριο, με τη μεγάλη αίθουσα γεμάτη ράφια, και τα ράφια γεμάτα βιβλία, παντού, ολοτρίγυρα, ως τον ουρανό. Πάντα λάτρευε τα βιβλία κι ούτε στον ύπνο του δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι ξαφνικά βρισκόταν περικυκλωμένος από βιβλία – από τυπωμένες με μελάνι φωνές ανθρώπων που τοποθετήθηκαν με σύστημα στα ράφια – κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ κανείς τον διπλανό του από κοντά, κι ας είχαν ζήσει αιώνες και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Ήταν όλοι εκεί – και εκείνος, μόλις έμαθε τα κατατόπια, ήξερε πού θα έβρισκε τον καθένα.

Τις πιο πολλές φορές δεν προλάβαινε να βρει αυτούς που αναζητούσε εκείνος. Γιατί η «δουλειά» ήταν να βρίσκεις εκείνους που αναζητούσαν οι άλλοι – ο καθένας με το δικό του ερώτημα, μικροί, μεγάλοι, μαθητευόμενοι και λόγιοι, σχολαστικοί ερευνητές και νοικοκυρές που ήθελαν να διαβάσουν μια ρομαντική ιστορία. Και εκείνος, όταν τα βιβλία κατέβαιναν από τα ράφια, ένιωθε σαν μπάτλερ. «Από δω, ο κύριος Παπαδιαμάντης».  Ήταν περίεργο πώς μπερδεύονταν εκεί μέσα άνθρωποι, γλώσσες, εποχές, ζωντανοί και από πολύ καιρό πεθαμένοι, επικοινωνούσαν, κι ας μην ήταν ούτε μία στο εκατομμύριο πιθανό να συναντηθούν, μέσα από χαρτιά με τυπωμένα σύμβολα. Λάθος. Δεν ήταν περίεργο. Ήταν απλά μαγικό.

Και πάνω στη μαγεία, την είχε πει τη μεγάλη κουβέντα: «Εδώ μέσα θέλω να πεθάνω». Μεγάλη μπουκιά φάε…

Και τώρα, νάτη η ώρα που ήρθε. Τέλος. Δεν θα τα ξανάβλεπε όλα αυτά. Ούτε τους πιτσιρίκους να ανοίγουνε με όλη τους τη δύναμη τη βαριά σιδερένια πόρτα, φορτωμένοι με ακόμα πιο βαριές τσάντες. Δεν θα ξανακατέβαζε βιβλία. Δεν θα ξανακολλούσε ετικέτες. Ποτέ πια. Τα κλειδιά ήταν πάνω στο στρογγυλό ξύλινο γραφείο. Εκεί πάνω, μαζί τους, ήταν τα ξενύχτια στη δουλειά, οι χαμένες άδειες, γιορτές και αργίες, η φοβερή γραφειοκρατία, τα άγχη για τις προθεσμίες, οι στενοχώριες, οι δυσκολίες - όλα όσα προσπαθούσαν με αξιώσεις να μουτζουρώσουν τα άλλα, εκείνα που θα έμεναν κλειδωμένα στη μεγάλη αίθουσα με τα βιβλία: Τους ψιθύρους των αναγνωστών και εκείνους τους άλλους, άλλου ηχητικού φάσματος ψιθύρους που ακούγονταν μέσα από τα βιβλία, τις φωνές από τις σχολικές γιορτές και τα συνέδρια, ακόμα και τα βήματα από τους τουρίστες που περιεργάζονταν με περιέργεια τον χώρο το καλοκαίρι…

Τέλος, όλα αυτά, τέλος. Αν τα άθροιζε όλα αυτά, θα ήταν όλος, όλος, όλος ο χρόνος του. Δεν είχε άλλο, εκτός από τη μεγάλη αίθουσα τη γεμάτη βιβλία. Στο σπίτι έτρωγε μονάχα και κοιμόταν. Στη δουλειά, βρισκόταν ό,τι δικό του είχε ζωντανό, άρα, με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα εκεί είχε καταλήξει: Αφού εκεί μέσα ήταν για δέκα χρόνια όλη η ζωή του, τώρα, που κατέβηκε τα σκαλιά, δεν έμενε τίποτα. Οπότε, ναι, τώρα θα πέθαινε… 1… 2…. 3…, μπα. Ζει ακόμα.

Πώς μπόρεσε κι έφυγε από κει; Και γιατί, αφού ήξερε πως κατόπιν θα πέθαινε;

Από κει που αγαπάς, όσες δυσκολίες και θυσίες κι αν έχει αυτό, αν βέβαια το αγαπάς πραγματικά, φεύγεις μονάχα αν κάποιος σου δείξει, με τον τρόπο του, την πόρτα. Κι ο χρόνος εκείνος, που μεσολαβεί από το αόρατο εκείνο νεύμα μέχρι την τελική έξοδο είναι πολύ σκληρός και για τους δυο. Τρέχει βασανιστικά γρήγορα για σένα, που λαχταράς πραγματικά να ζήσεις μερικές στιγμές ακόμα εκεί που αφιερώθηκες ολόκληρος. Αλλά τρέχει και βασανιστικά αργά για τον άλλον, που περιμένει κι εκείνος με λαχτάρα τη στιγμή που θα σε χαιρετήσει με λόγια ευγενικά στο στόμα, κι ένα απελευθερωτικό «ουφ» μέσα στην ψυχή του.

Έτσι κι εκείνος, με μια λαχτάρα του ανολοκλήρωτου εντός του, και ένα «ουφ» να αντηχεί από την κορυφή της σκάλας, πήρε το δρόμο πια, περιέργως ζωντανός ακόμα, για πού άραγε; Για κάπου που δεν ξέρει τίποτα, που πρέπει να τα αρχίσει όλα από την αρχή. Που ό,τι κι αν έκανε στη μεγάλη αίθουσα γύρω από τα βιβλία δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Σαν δέκα ολόκληρα χρόνια να σβήστηκαν – μα τι περίμενε; Σβήστηκαν. Αέρας είναι ο χρόνος.

Και μοιραία μπαίνει το ερώτημα. Μα άφησε άραγε τίποτε εκεί πίσω; Τους ανθρώπους, τους συνεργάτες, όχι, αυτούς δεν τους άφηνε πίσω.  Αυτούς τους είχε πάρει μαζί, στη ψυχή, δέκα χρόνια κοντά είχανε γίνει οικογένεια, κι αυτό δεν θα το άλλαζαν οι παραδόσεις και οι παραλαβές, ούτε οι καινούριες δουλειές.

Αλλά, πέρα από τους ανθρώπους; Εκεί μέσα, στη μεγάλη αίθουσα, άφησε κάτι; Ή στ’ αλήθεια ήτανε όλα αέρας;

Χρειάστηκε μερικές εβδομάδες για να το καταλάβει. Στο μεταξύ, ξανανέβηκε, σαν επισκέπτης, εκείνα τα σκαλιά «για να διεκπεραιωθούν τα απαραίτητα» κάμποσες φορές – μα δεν ήταν πια το ίδιο… Όσο τα απαραίτητα διεκπεραιώνονταν, τόσο αραίωναν και οι επισκέψεις. Ώσπου, ήρθε κι ένα τηλεφώνημα, μετά το πέρας της διεκπεραίωσης. Έπρεπε να ξανανεβεί τη μεγάλη σκάλα. Εκεί τον περίμενε ένα κουτί.

Ήταν προσωπικά αντικείμενα, τα οποία, σύμφωνα με το τηλεφώνημα, έπρεπε να τα πάρει στο σπίτι. «Να λοιπόν που κάτι άφησα πίσω». Ήταν μερικά βιβλία, με αφιερώσεις, και μερικά μπιχλιμπίδια, δωράκια από συναδέλφους και συνεργάτες: Ένα γυάλινο αρκουδάκι με σπασμένο πόδι, ένα αεροπλανάκι, μια ξανθιά κυρία της μπελ-επόκ ξαπλωμένη (ευπρεπώς ενδεδυμένη), δυο αγγελούδια που κάνουν κούνια, και μια πέτρα «Από τη Μονεμβασιά με αγάπη», ένα φλιτζάνι από τη Ρωσία, ένα δεντράκι, ένα πετραδάκι με σταυρό, ένα στυλό με κεφαλάκι μάπετ.

«Να λοιπόν που κάτι άφησα πίσω». Βαριά κι ασήκωτα φανήκανε όταν τα φόρτωσε στο αμάξι. Σαν να κουβαλούσε ολόκληρο το κτίριο, μάρμαρα ντουλάπια, βιβλία, κειμήλια, όλα, μέσα σ’ εκείνο το κουτί, σαν να είχανε κρυφτεί εκεί μέσα όλα τα χρόνια, όλα τα καλά και τα κακά, και οι αγωνίες και οι χαρές…

Έφυγε, και μέτρησε για τελευταία φορά… Αυτή τη φορά το τράβηξε, μέχρι να φτάσει στο σπίτι… 1, 2, 3…. Πολλή ώρα. Τίποτα.

Όπως φαίνεται, μάλλον η ειμαρμένη ήταν ανένδοτη: θα ζούσε κι άλλο. Αν ήτανε να είχε πεθάνει, όπως νόμιζε με βάση τις παλαιότερες δηλώσεις του, τώρα πια θα είχε συμβεί αυτό που είχε προβλέψει.. Αλλά, μπα! Τόσα μετρήματα και χτυποκάρδια στο βρόντο…

Στην καινούρια του δουλειά έπρεπε ν’ αρχίσει από την αρχή. Και άρχισε. Και βρήκε καινούρια οικογένεια. Μεγάλη. Πολύ μεγάλη. Μόνο που τώρα έχει φροντίσει να λάβει από νωρίς τα μέτρα του:

Καθόλου προσωπικά αντικείμενα στη δουλειά. Γιατί εκείνο το τελευταίο κουτί με τα μπιχλιμπίδια είναι, το άτιμο, ασήκωτο.

15/8/12

Μια Παναγιά στην Πύλαρο: Στη μονή του Αντελικού



Σωτηρούλας Γονατά-Μουστάκη
Ιερά Μονή Παναγίας Ανατολικού – Μια περιήγηση στο Μοναστήρι του Αντελικού
 Πύλαρος: (ιδιωτική έκδοση), 2007.

            Τα πανηγύρια των παιδικών μας χρόνων τα θυμόμαστε με όλες μας τις αισθήσεις: Η όρασή μας αποτυπώνει όλα εκείνα τα θαυμαστά για τα ανήξερα μάτια μας – τον κόσμο που συρρέει στην εκκλησιά, τους επιτρόπους που τρέχουν να προλάβουν να δώσουν τις λαμπάδες, να συντονίσουν τα παπαδάκια με τα εξαπτέρυγα και τα μανουάλια, να βγάλουν το δίσκο, τα αυτοκίνητα που αστράφτοντας και αγκομαχώντας κατηφορίζουν το χωματόδρομο. Η αφή μας κάνει να θυμόμαστε τις χειραψίες των γνωστών,  τα τσιμπήματα από τα κοφίνια με τους άρτους που κουβαλάμε από το σπίτι, την υφή των κεριών, τον ιδρώτα που σκουπίζουμε από το κεφάλι μας τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Η ακοή μας γεμίζει με τις ψαλμωδίες, το γλυκό βουητό και τις χαιρετούρες των ανθρώπων μετά τη λειτουργία, τους ήχους από τα βιολιά και τα βήματα που χορεύουν το διβαράτικο. Η όσφρηση γεμίζει από χιλιάδες αρώματα – ο βασιλικός που γίνεται ματσάκια, τα λουλούδια πάνω στους άρτους, το λιβάνι, οι κολώνιες των κυριών, το μεθυστικό λιβάνι από το θυμιατό του παπά, τα φαγητά που έχουν στηθεί απ’ έξω, στο προαύλιο, όλα μαγειρεμένα στα σπίτια, το καθένα με τη δικιά του, ξεχωριστή μυρωδιά, που κουβαλάει την ιστορία του σπιτιού που το πρόσφερε. Και οι γεύσεις είναι χιλιάδες, από τα φαγητά, τον άρτο (από τον οποίο πάντα τρώμε πρώτα το ζαχαρωμένο κομμάτι), την κοινωνιά, το αντίδωρο, τις μάντολες, το στάρι και τις σταφίδες από το πανηγύρι.
            Κι έπειτα όλες αυτές οι αισθήσεις κλείνονται σε μία, την όραση, για να γίνουν αναμνήσεις. Φωτογραφίες μπροστά στην εκκλησιά, όλοι με τα καλά τους, ή στο χορό, ή στο τραπέζι. Σαν κι αυτές που μας χαρίζει η Σωτηρούλα Γονατά-Μουστάκη στο βιβλίο της «Ιερά Μονή Παναγίας Ανατολικού – Μια περιήγηση στο μοναστήρι του Αντελικού», που κυκλοφόρησε το 2007, άλλη μια συμβολή της συγγραφέως στη διάσωση της συλλογικής μνήμης της πυλαρινής κοινωνίας, η πέμπτη στη σειρά. Δυο χρόνια μετά τους «Αμαξάδες και Φορτάκηδες», η Σωτηρούλα Γονατά-Μουστάκη μας βάζει σ’ ένα από τα αμάξια που παρουσίασε στο προηγούμενο βιβλίο της και μας παίρνει μαζί της μια βόλτα σ’ έναν αγαπημένο τόπο για τους πυλαρινούς, με πολύ σημαντικό ιστορικό παρελθόν: Την Ιερά Μονή Παναγίας Ανατολικού, ή, κατά τους πυλαρινούς, την μονή του «Αντελικού», που βρίσκεται 7 μόλις χιλιόμετρα από την Αγία Ευφημία, αλλά σε απόσταση αναπνοής από την απεραντοσύνη της θρησκευτικής κατάνυξης, αλλά και της γαλήνης και βαθιάς εσωτερικότητας στην οποία σε υποβάλλει το τοπίο.
            Η συγγραφέας έχει τον δικό της τρόπο να μας χαρίζει σταγόνες από πολύτιμες ιστορικές πληροφορίες για την ιστορία του Ναού, προερχόμενες από αρχειακές πηγές, συνδυασμένες με πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το παρελθόν και το παρόν του πανηγυριού, αλλά και λαογραφικά στοιχεία και λεπτομέρειες της μικροϊστορίας που χρωματίζουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο αυτή την περιήγηση. Όλα αυτά διανθισμένα, σαν το βασιλικό στους άρτους, με το προσωπικό συναίσθημα του ανθρώπου που δεν βλέπει αποστασιοποιημένα και με το αναγκαστικά ψυχρό βλέμμα της επιστημονικής προσέγγισης τα γεγονότα, αλλά έχει βιώσει από παιδάκι τη μυσταγωγία και την κατάνυξη του πανηγυριού του δεκαπενταύγουστου, έχει συμμετάσχει ενεργά σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή του στα τελετουργικά αλλά και τα διαδικαστικά του πανηγυριού, έχει χαρεί μαζί με τους συγχωριανούς κι έχει πονέσει γι’ αυτόν το ναό. Δεν μπορεί λοιπόν να βγάλει το συναίσθημα από αυτήν την περιγραφή, που μ’ αυτόν τον τρόπο γίνεται πιο οικεία, πιο κοντινή.
            Θα ήθελα να επισημάνω ότι είναι πολύτιμο για την επιστημονική έρευνα να έχει στη διάθεσή της καταγραφές τέτοιων βιωματικών μαρτυριών, να μπορεί να προσεγγίσει την τοπική κοινωνία, ως χώρο, ανθρωποσύνολο αλλά και ως θρησκευτική κοινότητα με τη ματιά ενός ανθρώπου που έχει ζήσει τα γεγονότα και τις καταστάσεις από μέσα. Όταν διαβάζω τα βιβλία της κυρίας Μουστάκη σκέφτομαι ότι πετυχαίνουν να βγάλουν με έναν ιδιαίτερο τρόπο από τη δύσκολη θέση όλους όσοι πρόκειται να μελετήσουν τα ζητήματα με τρόπο αυστηρά επιστημονικό, στα πλαίσια επιστημών όπως η κοινωνική ανθρωπολογία ή η εθνολογία. Πολλές φορές, όταν ο ίδιος ο επιστήμονας μεταβαίνει σε έναν τόπο για να καταγράψει ένα έθιμο ή μια ανθρώπινη συμπεριφορά αντιμετωπίζει τον εξής κίνδυνο: Η παρουσία του να κάνει τους ανθρώπους να είναι λιγότερο αυθεντικοί, να φέρονται διαφορετικά απ’ ό,τι θα φέρονταν αν αυτός ο ξένος δεν ήταν εκεί. Εδώ έχουμε την ευκαιρία ένας άνθρωπος που έχει ζήσει τα πράγματα όπως έχουν, και ταυτόχρονα έχει συναίσθημα, ευαισθησία και ικανότητα να μας μεταφέρει το προσωπικό του βίωμα με αυθεντικό τρόπο, να μας προσφέρει τις πληροφορίες, χωρίς οι άνθρωποι γύρω του να αισθάνονται την ανάγκη να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, να φανούν διαφορετικοί. Έχουμε λοιπόν μια μαρτυρία αυθεντική, και γι’ αυτό πολύτιμη, μια καταγραφή μιας γυναίκας που δεν χρειάζεται να μελετήσει για να κατανοήσει τον τόπο και τους ανθρώπους του πριν τους περιγράψει, γιατί τους έχει ζήσει από μικρό παιδάκι, γιατί και εκείνη είναι ένας απ’ αυτούς, γιατί ο κόσμος που μάς μεταφέρει είναι στην πραγματικότητα ένα κομμάτι από τον δικό μας κόσμο.
            Τα στοιχεία που προέρχονται από τις αρχειακές πηγές (κρυμμένες στο «κατζέλο του κομού» όπως χαρακτηριστικά λέει η συγγραφέας) είναι σε θέση να δώσουν, επεξεργασμένα στη συνέχεια από τους ιστορικούς, πολύτιμα στοιχεία για την κοινωνική ιστορία του τόπου, αυτή της καθημερινότητας των ανθρώπων, που χάνεται πολύ εύκολα γιατί δεν συνδέεται με μεγάλες μάχες και αίμα. Ωστόσο, είναι μια ιστορία που έχει πολύ μεγαλύτερη διάρκεια από αυτά που χαρακτηρίζουμε «ιστορικά γεγονότα». Οι φωτογραφίες που τραβήχτηκαν στις τελευταίες δεκαετίες θα μπορούσαν να είχαν τραβηχτεί, με αλλιώτικους ανθρώπους αλλιώτικα ντυμένους και δεκαετίες, ίσως και εκατονταετίες πριν… Οι συνήθειες των ανθρώπων, ιδιαίτερα εκείνες που συνδέονται με το πιο ισχυρό συλλογικό συναίσθημα, το θρησκευτικό, δεν μεταβάλλονται εύκολα. Ένας ταξιδιώτης το 19ου αιώνα που θα ζωγράφιζε μια γκραβούρα στο πανηγύρι του Αντελικού, θα έβλεπε και θα αποτύπωνε με το πενάκι του ανθρώπους να κόβουν άρτους, να μοιράζουν βασιλικούς και πανηγύρι. Κι αν άκουγε τα ονόματά τους, ίσως θα είχαν και τα ίδια ονόματα με τους πυλαρινούς που θα πάνε στο πανηγύρι το φετινό Δεκαπενταύγουστο. Θα ήταν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες τους… Με τον ίδιο τρόπο, κι ένας ταξιδιώτης στο μέλλον, θα φωτογραφίσει με ψηφιακή κάμερα, ή ποιος ξέρει με ποιον άλλο προηγμένο τρόπο, τα παιδιά και τα εγγόνια των σημερινών Πυλαρινών.
            Από τα κατάστιχα των προηγούμενων αιώνων, ως τις ξένοιαστες πόζες των πυλαρινών και των ρισιάνων στα πρόσφατα χρόνια, από τις αιωνόβιες τοιχογραφίες της εκκλησίας, η πίστη, η κοινή κληρονομιά, η συλλογικότητα, αυτή η σύντομη ένωση που συμβαίνει μαγικά σε κάθε πανηγύρι με όλους τους χωριανούς, με όλες τις γενιές που έφυγαν και με όλες τις γενιές που θα έρθουν, αποτυπώνεται με τρόπο μαγικό μέσα στον ίδιο το ναό μ΄ ένα καραβάκι, που για χρόνια αιωρείται στο θόλο της εκκλησιάς. Σαν το καραβάκι του χρόνου, που κυλά για πάντα προς το άπειρο κουβαλώντας μαζί του όλη την ιστορία, όλο το παρελθόν και το παρόν, θυμίζοντάς μας πόσο πρόσκαιρες και πόσο παντοτινές είναι οι ζωές μας…

Ηλίας Τουμασάτος, Αύγουστος 2007




13/8/12

Αθήνα 1896: Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, το λεύκωμά τους και... ένας Κεφαλονίτης


Εξώφυλλο του λευκώματος των Ολυμπιακών Αγώνων 1896 [Βιβλ. Παν. Κρήτης - Ανέμη]
 
[Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά με τον τίτλο: «Ένα μεγάλο θέαμα με τα μάτια ενός θεατρικού συγγραφέα: Οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας (1896) και ο Χαραλάμπης Άννινος», στο περιοδικό Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 12 (2010) - αφιέρωμα στον Σπύρο Αντ.  Ευαγγελάτο,  σσ. 503-522]

Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες[1] που διεξήχθησαν στην Αθήνα το 1896 ήταν γεγονός μείζονος σημασίας για την Ελλάδα, που, μετά τις τρικουπικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 1880, προσπαθούσε να πείσει την παγκόσμια κοινότητα ότι δεν ήταν απλά ένα μικρό κρατίδιο που οι Δυνάμεις είχαν τοποθετήσει στο μαλακό υπογάστριο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά μια υπολογίσιμη δύναμη στη σκακιέρα του Ανατολικού Ζητήματος. Παρά το γεγονός ότι το ελληνικό κράτος, μετά την πτώχευση του 1893 ήταν αδύνατο να ανταποκριθεί στα έξοδα που απαιτούνταν για την υλοποίηση της διοργάνωσης, πράγμα που επέτεινε τις δημοσιονομικές του δυσχέρειες, παρά την ενεργό ανάμιξη των ξένων επιτροπών στη διοργάνωση και τη διαδικασία, οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν για την μόλις έξι δεκαετιών Ελλάδα μια ευκαιρία για «ποιοτικό άλμα» τουλάχιστον σε επίπεδο πρεστίζ, στη διεθνή πολιτική και διπλωματική σκηνή.
Για το ελληνικό έθνος (ακόμα μοιρασμένο στο Ελληνικό Βασίλειο και τις ελληνικές παροικίες του μείζονος Ελληνισμού), η αναβίωση των αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων είχε ασφαλώς και τη διάσταση της αδιάσπαστης συνέχειας και αναγέννησης, σε μια μακροσκοπική, παγκόσμια κλίμακα. «Ολυμπιάδες» είχαν επιχειρηθεί και στις παρελθούσες δεκαετίες, η διοργάνωσή τους σε διεθνές επίπεδο, ωστόσο, για τους Έλληνες ήταν ένα είδος καταξίωσης της προσφοράς του Ελληνισμού στον παγκόσμιο πολιτισμό, που γεννούσε και άλλες προσδοκίες: Όπως οι φιλέλληνες ρομαντικοί περιηγητές, ερωτευμένοι με την αρχαία λογοτεχνία και τα μάρμαρα είχαν πρωταγωνιστήσει στην καλλιέργεια ενός θετικού κλίματος στον ευρωπαϊκό χώρο για την εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων, έτσι και τώρα, η διευρυμένη παγκόσμια κοινότητα, ένας καινούριος φιλελληνισμός, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι παρείχε τις κατάλληλες προϋποθέσεις ενός νέου κύματος συμπαράστασης, αυτή τη φορά για την εθνική ολοκλήρωση, με δεδομένη και την επικαιρότητα του Ανατολικού Ζητήματος.
Στον μικρόκοσμο της αθηναϊκής πραγματικότητας είναι δεδομένο ότι, πέρα από την αμιγώς αθλητική και γεωπολιτική διάσταση της διοργάνωσης, η Ολυμπιάδα αποτελούσε και πεδίο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά και καλλιτεχνικής και πνευματικής άμιλλας. Οι πνευματικές δυνάμεις του τόπου αναζητούσαν κι αυτές τον ρόλο τους σε ένα γεγονός διεθνούς εμβέλειας που έβγαζε την Ελλάδα από την εσωστρεφή πνευματική και πολιτιστική της δραστηριότητα και έστρεφε τα βλέμματα του ξένου τύπου μοιραία, ανάμεσα στα άλλα, και στην εσωτερική πνευματική δημιουργία. Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα που θα πλαισίωνε τους αγώνες καλλιεργούσε την προσδοκία του εφαλτηρίου για όσους ήθελαν να διεκδικήσουν κάποια διεθνή καταξίωση, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπ’ όψιν μας και το γεγονός ότι ένα τέτοιο διεθνές γεγονός συνέβαινε για πρώτη φορά, θυμίζοντας τις πρώτες μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, και δεν υπήρχε κάποιο προηγούμενο για να γίνουν συγκρίσεις. Στην ατμόσφαιρα του fin de siécle, η Ολυμπιάδα ήταν ένα προμήνυμα του καλύτερου κόσμου που διαφαινόταν στον 20ο αιώνα να φέρνει η τεράστια τεχνολογική εξέλιξη που είχε επέλθει με τη βιομηχανική επανάσταση, η μεγάλη εξέλιξη του εμπορίου λόγω της συντόμευσης των θαλάσσιων δρόμων και του σιδηροδρόμου, αλλά και η «διεθνοποίηση» της οικονομίας με την άνδρωση μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών εταιρειών που σταδιακά αρχίζουν να αποκτούν παγκόσμια δύναμη και να επηρεάζουν τις εσωτερικές εξελίξεις. Στην πνευματική ζωή αυτές οι ωφέλειες είναι παράπλευρες: η διεθνοποίηση της οικονομίας και του εμπορίου αρχίζει σταδιακά να επιφέρει τη διεθνοποίηση της κουλτούρας, αλλά και της διασκέδασης. Και οι Ολυμπιακοί είναι ακριβώς αυτό: ένα γεγονός που θα παρακολουθήσει από τις εφημερίδες της εποχής ολόκληρος ο κόσμος – μια παγκοσμίου ενδιαφέροντος ατραξιόν για την οποία θα ενδιαφερθεί να μάθει όλη η ανθρωπότητα – το πρώτο και μεγαλύτερο παγκόσμιο υπερθέαμα, το οποίο θα γνωρίσει μεγαλύτερη απήχηση από κάθε λογοτεχνικό ή θεατρικό ή εικαστικό έργο της εποχής του. Απήχηση που δεν περιορίζεται στους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς κύκλους αλλά είναι μαζικότερη – και διευρύνεται ολοένα από τα δίκτυα των μέσων μαζικής επικοινωνίας.
            Ως ιδανικός αγγελιοφόρος της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και ως εφαλτήριο για το λανσάρισμα μιας καινούριας Ελλάδας, πλήρως ενσωματωμένης στον δυτικό κόσμο και στο μέτρο του δυνατού απαλλαγμένης από τα κατάλοιπα της οθωμανικής κυριαρχίας που διαφοροποιούσαν την καθ’ ημάς Ανατολή από την καπιταλιστική και βιομηχανική Ευρώπη, οι Ολυμπιακοί Αγώνες της Αθήνας ήταν ασφαλώς περισσότερο μεταμφίεση παρά πραγματικότητα. Ήταν ένα επικοινωνιακό γεγονός που προσπαθούσε να αναδείξει μια ελάχιστα κοντινή στην αλήθεια εικόνα «δυτικοποίησης» της Ελλάδας: πίσω από τους Αγώνες κρύβονταν τεράστια οικονομικά προβλήματα[2], ένα πτωχευμένο κράτος που αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει το εγχείρημα, όπως άλλωστε αδυνατούσε να στηρίξει οικονομικά την παιδεία, την υγεία, την πρόνοια, μια πολιτική κατάσταση με εξαιρετική πολιτική αστάθεια, μια οικονομία που προσπαθούσε να κάνει τα πρώτα δειλά της βήματα προς την εκβιομηχάνιση χωρίς ουσιαστικά δικές της δυνάμεις, ενώ είχε να αντιμετωπίσει, στον πρωτογενή τομέα και τα κατάλοιπα των ιδιοκτησιακών σχέσεων της γης που τής είχε κληροδοτήσει το οθωμανικό παρελθόν. Και, τέλος, που προσέφευγε στα «πλαίσια στήριξης» της εποχής, δηλαδή τα κεφάλαια των ευεργετών, Ελλήνων του μείζονος ελληνισμού από τα ισχυρά οικονομικά κέντρα εκτός Ελληνικού Βασιλείου. Οι ευεργέτες ήταν αυτοί που πρωτοστάτησαν στη χρηματοδότηση των υποδομών και των αγώνων και, παρά τις περικοπές που έγιναν στο πρόγραμμα, αθλητικό και καλλιτεχνικό, οι αγώνες πραγματοποιήθηκαν με επιτυχία, μεταξύ 25 Μαρτίου (δεν είναι τυχαίος ο συμβολισμός της ημερομηνίας) και 5 Απριλίου 1896.
            Πέρα από όλα τα παραπάνω, οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν και για το αθηναϊκό κοινό ένα μεγάλο θέαμα, μια τεράστια γιορτή, που το Ελληνικό κράτος δεν είχε ποτέ ξαναζήσει, παρά μόνον μέσα από τις σελίδες του τύπου: από τις περιγραφές των μεγάλων διεθνών γεγονότων (ιδίως των εμπορικών εκθέσεων) του τέλους του 19ου αιώνα που διεξάγονταν στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Αυτού του είδους τα κοσμοπολίτικα γεγονότα, απόγονοι των μεσαιωνικών μεγάλων εμποροπανηγύρεων στη Δυτική Ευρώπη, ήταν ασυνήθιστα στην Ανατολή. Οι Έλληνες που ζούσαν ή ταξίδευαν στα κέντρα του μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής, όπως την Πόλη, τη Σμύρνη ή την Αλεξάνδρεια, ήταν εξοικειωμένοι με ένα αλλιώτικο είδος κοσμοπολιτισμού: είχαν μάθει περισσότερο να ταξιδεύουν οι ίδιοι στα κέντρα των εξελίξεων παρά να φιλοξενούν τέτοια μεγάλα γεγονότα. Όλες οι προσπάθειες για να διοργανωθούν κάποιας κλίμακας εκθέσεις ή πολιτιστικές  - αθλητικές συναντήσεις (όπως οι Ζάππειες Ολυμπιάδες)[3] δεν είχαν παρά τοπική εμβέλεια. Τώρα, η ίδια η πόλη θα μεταμορφωνόταν σε τεράστια σκηνή, στην οποία θα πρωταγωνιστούσαν αθλητές και επίσημα πρόσωπα από πολλές χώρες του κόσμου.
  Η κουλτούρα της μαζικής ψυχαγωγίας και διασκέδασης μόλις εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να ανδρώνεται στην Αθήνα. Η εμφάνιση νέων πνευματικών δυνάμεων ήδη από τη δεκαετία του 1880, σε συνδυασμό με το ανανεωτικό κλίμα της εποχής του Τρικούπη είχε προετοιμάσει το έδαφος ώστε στη δεκαετία του 1890 η πνευματική και καλλιτεχνική δραστηριότητα να γνωρίζει άνθηση: εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία εκδίδονταν και κυκλοφορούσαν με μεγαλύτερη συχνότητα αλλά και απήχηση σε όλα τα κέντρα του Ελληνισμού, ενώ και επί σκηνής, από τις αρχές της δεκαετίας, είχε αρχίσει να διαφαίνεται ισχυρότερο ένα κύμα θεατρικών επιτυχιών, που συνδεόταν κυρίως με το κωμειδύλλιο, πολύ παρεξηγημένο από την κριτική αλλά με καθοριστική συμβολή στη διαμόρφωση του αθηναϊκού θεατρικού στερεώματος στο γύρισμα του αιώνα.
Ο Χαραλάμπης Άννινος[4] (1852-1934), γεννημένος στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς και μόνιμα εγκατεστημένος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 στην Αθήνα, έχει καταλάβει ήδη τη θέση του στον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της Αθήνας την εποχή που διεξάγονται οι Ολυμπιακοί Αγώνες: έχει αρθρογραφήσει σε μεγάλες εφημερίδες της Αθήνας (με σημαντικότερες στιγμές την Εφημερίδα του Δημητρίου Κορομηλά, το Άστυ το οποίο εξέδιδε μαζί με τον γελοιογράφο Θέμο Άννινο και την Καθημερινή του Μιχαήλ Λάμπρου), έχει αρθρογραφήσει σε πολύ σημαντικά περιοδικά της εποχής, ενίοτε με κείμενα ιστορικού περιεχομένου (Εστία, Εβδομάς, Εκλεκτά Μυθιστορήματα) και σε ημερολόγια (Εθνικόν Ημερολόγιον του Κωνσταντίνου Σκόκου), ενώ έχει διατελέσει για μία τριετία διευθυντής του Παρνασσού, περιοδικού του ομώνυμου φιλολογικού συλλόγου.[5] Έχει ήδη εκδώσει δύο βιβλία (Εδώ κ’ εκεί το 1884[6] και Αττικαί Ημέραι το 1894[7]) ενώ έχει γνωρίσει και σκηνικές  επιτυχίες με την κωμωδία του Ζητείται Υπηρέτης (που ανεβαίνει για πρώτη φορά το 1891) αλλά και με μεταφράσεις θεατρικών έργων του. Γαλλομαθής και ο ίδιος, είχε στενή επαφή με τη γαλλική λογοτεχνία και τον γαλλικό τύπο, απ’ όπου αντλούσε πολλά από τα κείμενα που μετέφραζε για λογαριασμό των περιοδικών με τα οποία συνεργαζόταν. Στην περιορισμένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα της αθηναϊκής ψυχαγωγίας (που ταυτιζόταν σε μεγάλο βαθμό με τη λογοτεχνική και πνευματική παραγωγή) ο Άννινος είχε ήδη κατακτήσει σημαντική θέση. 
            Ο Άννινος είχε ήδη εμπλακεί στην ατμόσφαιρα των Ολυμπιακών Αγώνων από τα τέλη του 1895, συμμετέχοντας στην έκδοση του περιοδικού Τα Ολύμπια.[8] Αυτή η «εβδομαδιαία αθηναϊκή επιθεώρησις εικονογραφημένη» ήταν ένα περιοδικό ποικίλης ύλης, του οποίου σημαντικό μέρος της ύλης καταλάμβαναν και άρθρα αφιερωμένα στην επικείμενη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων, που όπως φαίνεται, προκαλούσαν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.
            Ο Άννινος ήταν ήδη καταξιωμένος ως δημοσιογράφος και «μεθυγράφος» της αθηναϊκής καθημερινότητας. Ήταν και άνθρωπος του θεάτρου, όπου πάλι η καθημερινότητα πρωταγωνιστούσε, οπότε μπορούσε να αποτιμήσει ένα μεγάλο θέαμα. Επιπλέον, η γραφή του ήταν χαριτωμένη, εύληπτη, στέρεα δομημένη αλλά οπωσδήποτε όχι «ενοχλητική». Οι ιστορικές του πραγματείες που είχαν ως τότε δημοσιευθεί[9] είχαν κερδίσει το αναγνωστικό κοινό αλλά και το ακροατήριο του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» όπου εκφωνούσε ομιλίες, άρα είχε δοκιμαστεί στην συγγραφή καλοφτιαγμένων ιστορικών περιγραφών. Επιπλέον, οι σχέσεις του με το παλάτι, που πρωτοστατούσε στη διοργάνωση των αγώνων, ήταν καλές, όπως μαρτυρείται από δημοσιεύσεις του.[10] Κυρίως, ο Άννινος διαδραμάτιζε στην εποχή του με εξαιρετικό ομολογουμένως τρόπο τον ρόλο του έμπειρου «λογογράφου». Μπορούσε να συνθέσει με πολύ επιτυχημένο τρόπο ένα κείμενο με οποιοδήποτε θέμα, αφού είχε μεγάλη ευχέρεια να επεξεργάζεται και να αξιοποιεί συνδυαστικά την ελληνική και ξένη βιβλιογραφία. Ένας καλός επαγγελματίας λογογράφος, γνώστης του θεάματος, γνώστης των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ήταν ο ιδανικός άνθρωπος για να κάνει αυτό που θα κρατούσε τις λιγοστές μέρες των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας στην αιωνιότητα: να καταγράψει το χρονικό των Αγώνων στο επίσημο λεύκωμά τους.
            Το λεύκωμα Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. 1896 / Les Jeux Olympiques 776 av.J.-C. -1896 κυκλοφόρησε,  σε δύο μέρη, το 1896 με εκδότη στην Αθήνα τον Σαρλ Μπεκ (Charles Beck) και στο Παρίσι τον εκδοτικό οίκο Η. Le Soudier. Η γαλλική μετάφραση ήταν του Leon Olivier.[11] Ήταν το επίσημο αναμνηστικό λεύκωμα των Αγώνων, καθώς στην σελίδα τίτλου του λευκώματος αναφέρεται ότι έχει την έγκριση και υποστήριξη του Κεντρικού Συμβουλίου διεξαγωγής των αγώνων. Μια αναδρομή στους βιβλιογραφικούς καταλόγους καθιστά σαφές ότι είχαν κυκλοφορήσει και άλλες εκδόσεις σχετικές με τους Ολυμπιακούς Αγώνες.[12] Το πρώτο μέρος του λευκώματος, το οποίο προλόγιζε ο Τιμολέων Φιλήμων, γενικός γραμματέας των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, αφορούσε στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων από το 776 π.Χ., και είχαν επιμεληθεί οι Σπυρίδων Λάμπρος και Νικόλαος Πολίτης, με τους οποίους ο Άννινος συνδεόταν με φιλικές και πνευματικές σχέσεις, μέσα από τον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσό», αλλά και το περιοδικό Εστία. Το πολυσυλλεκτικό αυτό λεύκωμα αναφέρεται συχνά στα εκδοτικά χρονικά με το όνομα του εκδότη του («Λεύκωμα Μπεκ»).
Ο Άννινος συμμετέχει συγγραφικά στο δεύτερο μέρος του λευκώματος, το οποίο αναφέρεται στην Ολυμπιάδα του 1896, από κοινού με τους βαρώνο Πιερ Ντε Κουμπερτέν (πρωταγωνιστή της προσπάθειας για αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων), Τιμολέοντα Φιλήμονα και Νικόλαο Γ. Πολίτη (που συμμετείχαν και στο πρώτο μέρος του Λευκώματος).
            Ο Βαρώνος Πιερ ντε Κουμπερτέν στο κείμενό του[13] αναφέρεται στο χρονικό των πολύχρονων προσπαθειών για την αναβίωση των Αγώνων, ενώ ο Τιμολέων Φιλήμων, σε ένα αναλυτικό χρονικό αναφέρεται στα interna corporis της διοργάνωσης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις δυσκολίες που αυτή αντιμετώπισε κυρίως λόγω τα έλλειψης πόρων και της αδυναμίας της ελληνικής Πολιτείας να στηριξει οικονομικά το εγχείρημα, με σαφείς αιχμές κατά της ελληνικής κυβέρνησης, καθώς και στο σημαντικό ρόλο των ευεργετών, ιδίως του Γεωργίου Αβέρωφ, για τη δημιουργία υποδομών και τη συμμετοχή του ελληνικού λαού, μέσα από διαδικασία εσωτερικού δανεισμού, αλλά και στον πρωταγωνιστικό ρόλο του διαδόχου Κωνσταντίνου, ο οποίος είχε αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής, και την αποφασιστικότητά του να υλοποιηθεί το εγχείρημα.[14] Ο Φιλήμων παρουσιάζει τον Κωνσταντίνο ως κινητήριο μοχλό του εγχειρήματος, προσθέτοντας ένα ακόμη πλεονέκτημα στην επί δεκαετίες διελκυστίνδα ανάμεσα στον κληρονομικό μονάρχη και τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Ο βασιλιάς, με τη στήριξη του λαού, εμφανίζεται να υλοποιεί ένα εγχείρημα που οι κυβερνώντες (εκλεγμένοι από το λαό) δεν μπορούν αλλά καθώς φαίνεται δεν έχουν τη διάθεση να υλοποιήσουν.  Χαρακτηρίζεται μάλιστα ο βασιλιάς «ελευθέρα ψήφω των Ελλήνων ανακεκηρυγμένος Αντιπρόσωπος του Έθνους»[15], φανερώνοντας απροκάλυπτα σχεδόν και έναν δεύτερο επικοινωνιακό στόχο του λευκώματος: την ανάδειξη του διαδόχου Κωνσταντίνου στην παγκόσμια κοινή γνώμη ως προσωπικότητας που παρά τις αξεπέραστες δυσκολίες ανέλαβε και έφερε σε πέρας μια λαμπρή διοργάνωση. «Ουχί εν υπερβολή εχαρακτηρίσθη το συντελεσθέν έργον ως θαύμα» αποφαίνεται ο Φιλήμων,[16] θυμίζοντάς μας τους αντίστοιχους χαρακτηρισμούς των Ολυμπιακών έργων της επόμενης Ολυμπιάδας που διοργανώθηκε στην Αθήνα, αυτής του 2004, και του αντίστοιχου κλίματος αισιοδοξίας και εθνικής ανάτασης που είχε επικρατήσει τότε. Εξαίρεται επίσης η άψογη συμπεριφορά του λαού της Αθήνας, που επέδειξε εξαιρετική φιλοξενία και συμμετείχε με θέρμη στη διοργάνωση με αποτέλεσμα τις ημέρες εκείνες να μην εμφανιστεί συνωστισμός στους αθλητικούς χώρους και να μην χαθεί ούτε μαντήλι από τους επισκέπτες.
            Το κείμενο του καθηγητή Λαογραφίας  Νικολάου Πολίτη[17] που αφορά στον χώρο διεξαγωγής των περισσότερων αγωνισμάτων του 1896, το Παναθηναϊκό Στάδιο, είναι κείμενο αυστηρά επιστημονικό, χωρίς πολιτικές προεκτάσεις.
            Ο Άννινος με το κείμενό του[18] καταλαμβάνει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του λευκώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι παρά την ήδη εκδηλωθείσα ενασχόλησή του με την Ιστορία, μέσα από τις κατά καιρούς δημοσιευμένες ιστορικές του μελέτες, εδώ εμφανίζεται με την δημοσιογραφική του ιδιότητα, και, για να ακριβολογούμε, με την ιδιότητα της «ισχυρής υπογραφής» στη δημοσιογραφία, μια και ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1880 έχει αφήσει την «σύνταξη» των εφημερίδων και λειτουργεί περισσότερο ως αρθρογράφος (columnist) και συνεργάτης, έχει ήδη δε πρόσφατη την σύντομη εμπειρία του ως υπεύθυνου εκδότη του Παρνασσού. Εδώ ο Άννινος καλείται να περιγράψει τους Αγώνες, να δώσει ουσιαστικά ένα χρονικό της αγωνιστικής και παράλληλης δραστηριότητας εκείνων των ημερών.
            Ο Άννινος στο κείμενό του, το οποίο επικουρείται από εικονογράφηση και φωτογραφικό υλικό από τους αγώνες, επιχειρεί ουσιαστικά δύο πράγματα: Από τη μία, να δώσει ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο, ακριβέστερο αλλά και εναργέστερο χρονικό των αγώνων, πράγμα που ανταποκρίνεται στη διαμορφωμένη εθνική του συνείδηση, να διαχειριστεί δηλαδή τους αγώνες ως γεγονός που πρόκειται να απασχολήσει τη μελλοντική ιστοριογραφία και το κείμενό του ως πηγή της μελλοντικής ιστοριογραφίας, καθώς ο ίδιος έχει επωμιστεί το βάρος της καταγραφής του ίδιου του γεγονότος. Από την άλλη, υπάρχει και ο πιο βραχυπρόθεσμος στόχος: η διαχείριση του επικοινωνιακού γεγονότος όπως περιγράφηκε στις προηγούμενες παραγράφους ως συνισταμένη πολλών προσδοκιών: των προσδοκιών της Ελλάδας ως αναδυόμενης δύναμης στη διεθνή κονίστρα, αλλά και ως αδιάσπαστης συνέχειας του αρχαίου κλέους, αλλά και εκείνων του Διαδόχου Κωνσταντίνου ως ανερχόμενης προσωπικότητας διεθνούς πλέον κύρους. Τέλος, ο Άννινος μοιραία θέλει να διαχειριστεί και τη δική του σύνδεση με το ιστορικό αυτό γεγονός, ως απόδειξη της καταξίωσής του στον πνευματικό στίβο.
            Το πρώτο μέρος του κειμένου[19] αναφέρεται στα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του Γεωργίου Αβέρωφ, που χρηματοδότησε την ανακατασκευή του σταδίου,που έγιναν υπό βροχήν την παραμονή έναρξης των Αγώνων. Ο Άννινος εδώ βρίσκει την ευκαιρία να πλέξει το εγκώμιο του μεγάλου ευεργέτη, ο οποίος ωστόσο απουσίαζε από την τελετή, και να προβάλλει τον διάδοχο, παραθέτοντας το κείμενο της ομιλίας του.
Ανάλογη προβολή επιφυλάσσεται στον διάδοχο Κωνσταντίνο και σε ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια και κατά την περιγραφή της έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Άννινος, κι εδώ με τρόπο κινηματογραφικό προσπαθεί να αποτυπώσει αυτό που εκείνη τη στιγμή θεωρείται η πιο ένδοξη στιγμή του Νέου Ελληνικού Κράτους. Πέρα από το αυστηρώς τελετουργικό μέρος της έναρξης, που συμβολικά συνέπιπτε με τον εορτασμό της επετείου της εθνικής παλιγγενεσίας, καθώς γίνεται στις 25 Μαρτίου, ο Άννινος περιγράφει με απίστευτες λεπτομέρειες το γεγονός και από τη σκοπιά των θεατών: τον ενθουσιασμό και τη συρροή του πλήθους στο στάδιο, σε συνδυασμό με τα μέτρα που είχε λάβει η οργανωτική επιτροπή για την αποτροπή του συνωστισμού κατά τη διεξαγωγή των αγώνων – δεν παραλείπει δε να αναφερθεί και στους άνευ εισιτηρίου θεατές που είχαν καταλάβει τον λοφίσκο  γύρω από το Παναθηναϊκό στάδιο. Μεγάλο βάρος δίνεται στην ενθουσιώδη, όπως την περιγράφει ο Άννινος, υποδοχή της βασιλικής οικογένειας, στην προσφώνηση του διαδόχου Κωνσταντίνου προς τον Βασιλιά λίγο πριν την κήρυξη της έναρξης, η οποία δημοσιεύεται αυτούσια, αλλά και στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα, με ιδιαίτερη αναφορά στον Ολυμπιακό Ύμνο του Κωστή Παλαμά, το κείμενο του οποίου δημοσιεύεται επίσης αυτούσιο.[20] Ο Άννινος δεν σχολιάζει το ίδιο το ποίημα του Παλαμά, τον οποίο περιορίζεται να χαρακτηρίσει «εμπνευσμένο ποιητή» (να υποθέσουμε επειδή ο Ολυμπιακός Ύμνος ήταν γραμμένος στη δημοτική), παραδέχεται ωστόσο ότι η εκτέλεσή του από τις χορωδίες έχει «τι το εξόχως αρχαιοπρεπές». Θα περίμενε κανείς, σ’ ένα λεύκωμα το οποίο προοριζόταν να διαιωνίσει την αίγλη των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων, και από ένα χρονικό το οποίο γραφόταν από έναν κορυφαίο πνευματικό άνθρωπο της εποχής του να γινόταν μεγαλύτερη αναφορά στον Ολυμπιακό ύμνο (που εκτελείται μέχρι σήμερα κατά τις τελετές έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων όπου γης), τουλάχιστον αν λάβουμε υπ’ όψιν την έκταση του κειμένου που αφορά την οργάνωση της τάξης στο στάδιο. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι την τελευταία είχε αναλάβει ένας επτανήσιος, ο στρατιωτικός Νικόλαος Μεταξάς.
Αντιθέτως, ο Άννινος  αναφέρεται περιφραστικότερα στη μελοποίηση του Ύμνου από τον (επίσης επτανήσιο) Σπύρο Σαμάρα:

«Η μουσική σύνθεσις του κ. Σαμάρα κρίνεται γενικώς ως επιτυχεστάτη. Το μέλος ήπιον και ήρεμον εν αρχή εμψυχούται βαθμηδόν και ανέρχεται εις τόνους ζωηροτέρους, απολήγει δε εις ηχηροτάτην έντασιν, εις συναυλίαν φωνώ και ήχων θριαμβευτικήν και μεγαλοπρεπή, εμποιούσαν ζωηροτάτην αίσθησιν. Οι αναρίθμητοι ακροαταί ενθουσιώντες καλύπτουσι δια παταγωδών χειροκροτημάτων το τέλος του ύμνου, πάντες δε, πρωτοστατούντος του Βασιλέως, ζητούσι την επανάληψιν αυτού, ήτις και εκτελείται υπό τας αυτάς ενθουσιώδεις ενδείξεις της αποδοκιμασίας»[21]

Η περιγραφή της πρώτης μέρας των Αγώνων[22] είναι μια αναλυτική δημοσιογραφική περιγραφή των αγωνισμάτων, με έμφαση στις ενθουσιώδεις (ή λιγότερο ενθουσιώδεις προς το τέλος της μέρας) αντιδράσεις του κόσμου, στην με διάφορους τρόπους προβολή της βασιλικής οικογένειας και στη συμμετοχή των ελλήνων αθλητών. Ο Άννινος δεν κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί σε όλους τους συμμετέχοντες αθλητές, παρά μόνον σε εκείνους που διεκδικούν κάποια διάκριση, πάντοτε όμως εξαίρει τους Ολυμπιονίκες, το φυσικό κάλλος και τη σωματική τους διάπλαση και πάντοτε αναφέρει τις επιδόσεις τους στο εκάστοτε άθλημα ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί στις εκδηλώσεις που ακολουθούν το αγωνιστικό μέρος, προσπαθώντας να δείξει ότι η διεξαγωγή των Αγώνων ήταν υπόθεση ολόκληρης της πόλης, αν όχι ολόκληρου του Έθνους.
Ο Άννινος επιχειρεί, σε ό,τι αφορά την περιγραφή των εξωαγωνιστικών γεγονότων να είναι εξίσου ακριβής όσο και στην περιγραφή του αγωνιστικού μέρους. Τη δεύτερη μέρα των αγώνων, διαπιστώνει ότι στο Παναθηναϊκό Στάδιο το ενδιαφέρον του κοινού είναι περιορισμένο, ενώ ένας ενοχλητικός κονιορτός σκόνης έχει σηκωθεί από τους δρόμους της Αθήνας και προκαλεί δυσφορία σε αθλητές και κοινό, που δυσφορεί επίσης για το υπερβολικό τίμημα του εισιτηρίου,[23] ενώ την τρίτη μέρα το δριμύ ψύχος μειώνει το ενδιαφέρον στους θεατές της ποδηλατοδρομίας.[24] Η βασιλική οικογένεια είναι πανταχού παρούσα και δεν χάνει καμμία από τις αθλοπαιδιές, είτε διοργανώνονται στο Παναθηναϊκό Στάδιο, είτε στο Ζάππειο, είτε στο Σκοπευτήριο της Καλλιθέας, είτε στο Φάληρο: Ο αθλητικός πρίγκηψ Γεώργιος μετακινεί ένα τεράστιο βάρος, βοηθώντας στη διεξαγωγή της άρσης βαρών, αλλά όχι συμμετέχοντας, και το βράδυ η Ακρόπολη φωταγωγείται – το μήνυμα που πρέπει να δοθεί διατυπώνεται καθαρά από τον Άννινο:

«… Ως να εμαρτυρείτο δια του φωτεινού τούτου συμβολισμού η αναβιούσα της Αρχαίας Ελλάδος εύκλεια δια των νεωτέρων Ολυμπιακών Αγώνων».[25]

            Η Αρχαία Ελλάδα ξαναγεννιέται, χρειάζεται προς τούτο και ολυμπιονίκες από τη διοργανώτρια χώρα: Η ανάρρηση της Ελληνικής σημαίας στον ιστό του Παναθηναϊκού Σταδίου χάρη στη νίκη του νεαρού Μητρόπουλου στο άθλημα των κρίκων όπως περιγράφεται από τον Άννινο, δίνει μια χαρακτηριστική διάσταση της εθνικής προσπάθειας σε όλες τις διαστάσεις της: Η κραυγή «Ζήτω η Ελλάς» ακούγεται γαλλιστί από την ελλανόδικο επιτροπή, ενώ ασφαλώς το σύνθημα για τα χειροκροτήματα τα δίνει η βασιλική οικογένεια, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στο πλήθος που επιπλέον κουνάει μαντήλια και πετάει ψηλά τα καπέλα του.[26] Επιπλέον, οι ελληνικές νίκες και η βελτίωση του καιρού αναζωπυρώνουν το ενδιαφέρον του κοινού.


            Ο Άννινος περιγράφει με ιδιαίτερα χαριτωμένο τρόπο την εντέχνως καλλιεργημένη προσδοκία των θεατών για νίκη στο άθλημα του Μαραθωνίου και τους sui generis χορηγούς που υπόσχονταν στο νικητή δωρεάν υπηρεσίες (κουρείς, ξενοδόχους, ράφτες).[27] Θεωρώντας την περιγραφή των αγώνων ιδιότυπο αφήγημα, και το γεγονός της νίκης του Σπύρου Λούη ίσως την κορυφαία στιγμή των Αγώνων για την οποία το αναγνωστικό κοινό θα επεδείκνυε ανάλογο ενδιαφέρον, ο Άννινος φροντίζει, μέσα από τη γραμμική ροή της περιγραφής των γεγονότων να καλλιεργήσει το κατάλληλο suspense. Πρώτα οι προσδοκίες, μετά η αθρόα προσέλευση του πλήθους που περίμενε κάτι σπουδαίο, παρουσιάζονται στο κείμενο κλιμακωτά ενώ ανάμεσά τους παρεμβάλλονται οι περιγραφές άλλων αγωνισμάτων – σαν ο αναγνώστης – και το μάτι αυτού που περιγράφει, να βρίσκεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο, να βλέπει άλλες εικόνες μπροστά του να περνούν, αλλά να προσδοκά μία άλλη εικόνα, για την πραγμάτωση της οποίας η δράση εκτυλίσσεται σε άλλο σκηνικό. Ένα ιδιότυπο in medias res πριν από την περιγραφή του Μαραθωνίου καθαυτή.
Η περιγραφή αυτή[28] είναι ίσως και η πιο συναισθηματικά φορτισμένη στιγμή μιας σε γενικές γραμμές αυστηρής δημοσιογραφικής περιγραφής, αλλά και η μακροσκελέστερη και αναλυτικότερη περιγραφή αγωνίσματος στο σύνολο του τόμου αυτού, πράγμα που ασφαλώς δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι οι δρομείς στον Μαραθώνιο διήνυσαν τη μεγαλύτερη απόσταση. Ξαφνικά τα ζευγάρια μάτια που περιγράφουν γίνονται διπλά: Εξακολουθεί να υπάρχει η ματιά στο Στάδιο, προστίθεται όμως επιπλέον και μια ματιά που παρακολουθεί τη διαδρομή από την αφετηρία μέχρι το τέρμα, με όλες τις συναρπαστικές εναλλαγές, την εσφαλμένη πρώτη είδηση περί της νίκης άλλου αθλητή, την αναγγελία της νίκης του Λούη πριν ο ίδιος φτάσει στο Στάδιο, την ενθουσιώδη αντίδραση του κοινού, τους έξαλλους πανηγυρισμούς που ακολούθησαν την άφιξη του Λούη (δεν παραλείπεται να σημειωθεί ότι μέλη της βασιλικής οικογένειας έκαναν μαζί του τον γύρο του θριάμβου στο Στάδιο), αλλά και όσους ακολούθησαν τη λήξη του αγωνιστικού προγράμματος. Ο Άννινος χειρίζεται έξυπνα την αποστασιοποίηση της νίκης του Λούη από το στενά αγωνιστικό πλαίσιό της (ας μην ξεχνάμε ότι δεν ήταν ο πρώτος Έλληνας Ολυμπιονίκης, καθώς και το γεγονός ότι στη δεύτερη και τρίτη θέση τερμάτισαν επίσης Έλληνες) την αντιμετωπίζει ως επικοινωνιακό γεγονός – το μέγεθος που καταλαμβάνει στην αφήγησή του προσδιορίζεται τόσο από την ενθουσιώδη πρόσληψη του γεγονότος από την κοινή γνώμη της εποχής, αλλά και από την βαθύτερη ίσως αιτία της: την κατασκευασμένη από τις ελίτ της εποχής, στις οποίες ανήκε και ο Άννινος προσδοκία μιας μεγάλης νίκης που θα συμπλήρωνε το γεγονός της ίδιας της διοργάνωσης και θα υπογράμμιζε την ιστορική συνέχεια του Έθνους. Το τέλος του Μαραθωνίου, με αρχαίες αναφορές και τη φράση νενικήκαμεν συνδέεται με τη νίκη ενός Έλληνα – την επιβεβαίωση κυρίως σε εθνικό επίπεδο, για εσωτερική κατανάλωση, και δευτερευόντως σε διεθνές, της αναγέννησης του έθνους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Άννινος αναφέρεται (για μοναδική φορά) στον απόηχο της νίκης του Λούη στον αθηναϊκό τύπο, την επόμενη μέρα, [29]κάνοντας μια παρέκβαση από την περιγραφή της αγωνιστικής δραστηριότητας. Αυτή η παρέκβαση ασφαλώς συμβάλλει στην πιστή αποτύπωση της περιρρέουσας ατμόσφαιρας των αγώνων, αλλά και στην ανάδειξη του επικοινωνιακού στόχου. Πέρα από αυτόν, αποτυπώνεται και καθαυτό το γεγονός της νίκης ως γενεσιουργός παράγοντας εμπορικής δραστηριότητας: λιθογραφίες και φυλλάδια για τον Λούη κυκλοφορούν, ο ίδιος ο αθλητής απολαμβάνει προνομίων και τιμών, επιχειρήσεις παίρνουν το όνομά του προκειμένου να προσελκύσουν πελατεία. Ο Λούης δεν γίνεται μόνο ο καινούριος ήρωας – σύμβολο που διακαώς επιζητούσαν οι ελίτ και ευχαρίστως αποδέχτηκε το κοινό των αγώνων αλλά και κατ’ επέκτασιν ολόκληρος ο ελληνισμός. Είναι περισσότερο ένα «ποπ» (popular, λαϊκό) μαζικό είδωλο, μιας νεοπαγούς για την Ελλάδα κουλτούρας, ένα πασίγνωστο άτομο που η φήμη του ξεπερνά κάθε άλλον Έλληνα – ο Άννινος, ήδη ενταγμένος στη μαζική κουλτούρα της εποχής γνωρίζει και αναδεικνύει αυτό τον επικοινωνιακό μηχανισμό, παραθέτοντας λεπτομέρειες που συμβάλλουν ακόμη περισσότερο στην αποθέωση του Λούη ως έλληνα νικητή: είναι ένας φτωχός κατοικος του Αμαρουσίου, ένα παιδί του λαού, το βράδυ πριν τον αγώνα έλαβε τη θεία κοινωνία, στο δείπνο που παρατέθηκε από τον Βασιλιά εμφανίστηκε φορώντας φουστανέλα, την εθνική ενδυμασία, και συνοδευόμενος από τον γέρο πατέρα του, έναν απλό χωρικό.[30] Κατά την απονομή των επάθλων δε, ο Λούης αποθεώνεται φορώντας και πάλι την εθνική ενδυμασία, ενώ χιλιάδες σημαιάκια κυμάτιζαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο.[31]
            Ο Άννινος δεν παραλείπει να παραθέσει πλήρη κατάλογο των νικητών όλων των αθλημάτων με το πλήρες όνομα και την εθνικότητά τους, καθώς και να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια τις τελετές λήξης και όλες τις παράλληλες εκδηλώσεις που πλαισίωσαν το δεκαήμερο των αγώνων. Πιστός στην λογική του αλμανάκ, δεν παραλείπει να αναφερθεί στις κακές καιρικές συνθήκες ή άλλες τεχνικής και πρακτικής φύσεως αντιξοότητες οι οποίες ματαίωσαν ή ανέβαλαν ορισμένες εκδηλώσεις ή αγωνίσματα. Δε χάνει ούτε για μια στιγμή την ευκαιρία όμως να υπογραμμίσει τη συμβολή των πραγματικών πρωταγωνιστών των αγώνων.
            Ποιο ήταν το πιθανό αναγνωστικό κοινό του λευκώματος; Σ’ αυτό το ερώτημα θα πρέπει να απαντήσουμε για να κατανοήσουμε ποιοι ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές των Αγώνων. Μπορούμε να διακρίνουμε διάφορες ομάδες στις οποίες επικοινωνιακά απευθύνεται το λεύκωμα:
  • Στο κοινό των Αγώνων (δηλαδή τους κατοίκους Αθηνών, Πειραιώς και περιχώρων) που γέμισε το Στάδιο και ένα μέρος του οποίου θα επιθυμούσε και θα μπορούσε οικονομικά να αποκτήσει ένα αναμνηστικό αυτών των Αγώνων. Το κοινό που θα ένιωθε περήφανο γι’ αυτό που συνέβη στην πόλη του και που το ηθικό του φρόνημα θα ανέβαινε κατακόρυφα.
  • Στις ελίτ των Αθηνών που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ενεπλάκησαν στη διαδικασία και επιθυμούσαν να δουν το όνομά τους ταυτισμένο με ένα τόσο μεγάλο γεγονός. Ο Άννινος εδώ τίμησε περισσότερο τους διοργανωτές των Αγώνων και λιγότερο τους πνευματικούς ανθρώπους που με το έργο τους συνέβαλαν στις παράλληλες εκδηλώσεις, εκτός ίσως του Σαμάρα.
  • Στο κοινό του Ελληνισμού, ελεύθερου και μείζονος, που θα επιθυμούσε να πληροφορηθεί γι’ αυτά που δεν έζησε από κοντά και συνέβησαν στην πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους. Που θα ένιωθε περηφάνεια και συγκίνηση για το επίτευγμα του νεοπαγούς ελληνικού κράτους και, όπως και το κοινό των Αθηνών, θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη του προς το Ελληνικό Βασίλειο και την ηγεσία του ως του φορέα που ήταν αποδεδειγμένα σε θέση να ενώσει και να χαρίσει νίκες στον Ελληνισμό.
  • Στη διεθνή κοινότητα, μέσω της γαλλικής μετάφρασης, που θα διέκρινε το επίτευγμα της Ελλάδας, και των ηγετών της, ως διαπιστευτήριο της Ελλάδας στα σαλόνια των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ως υπολογίσιμης δύναμης που μπορούσε να φέρει εις πέρας ένα γεγονός αντάξιο, αν όχι ανώτερο, των μεγάλων διεθνών εκθέσεων που διοργανώνονταν στο πλαίσιο της νέας, βιομηχανικής εποχής.
  • Τέλος, στις επερχόμενες γενιές, ως ιστορικό ντοκουμέντο- - καταγραφή μιας ένδοξης στιγμής. Υπό αυτή την έννοια το κείμενο ξεφεύγει από την επικαιρικότητα και τον πρόσκαιρο χαρακτήρα ενός δημοσιογραφικού κειμένου και μεταμορφώνεται (εν τη γενέσει του) ως δυνητική (και αυθεντική, εφ’ όσον έχει την έγκριση της επιτροπής των Αγώνων) ιστορική πηγή για την περίοδο.
  • Έχοντας όλα αυτά κατά νου ο Άννινος, στο μέρος που του αναλογεί, δηλαδή στην περιγραφή των Αγώνων, αναδεικνύει τρεις πρωταγωνιστές:
  • Πρώτα απ’ όλα, την ίδια την Ελλάδα ως  αδιάσπαστη συνέχεια με την αρχαιότητα και ως φορέα υλοποίησης του οράματος της Μεγάλης Ιδέας.
  •  Έπειτα, τον λαϊκό ήρωα – τον Σπύρο Λούη, με τις διαστάσεις του ποπ ειδώλου που περιγράψαμε, ως σύμβολο του ελληνικού λαού και
  • Τέλος, τον διάδοχο Κωνσταντίνο, ψυχή και διοργανωτή των Αγώνων (υπέρ του οποίου αυθορμήτως ζητωκραύγασε το πλήθος), ως σύμβολο της βασιλείας στην Ελλάδα, αλλά και ως προσωπικότητας διεθνούς κύρους, ως τον ιδανικό ηγέτη που θα οδηγήσει τους άλλους δύο πρωταγωνιστές (την Ελλάδα και τον ελληνικό λαό) στην πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας. Ο ηγέτης προβάλλεται διαρκώς ως λαοπρόβλητος, και οι Αγώνες μοιάζουν σαν να έχουν υλοποιηθεί από αυτόν γι’ αυτόν.
  • Υπάρχει και ένας αρνητικός πρωταγωνιστής στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων όπως αποτυπώνεται στο λεύκωμα, ο οποίος αμυδρά εμφανίζεται στο κείμενο του Άννινου, για την ακρίβεια η παρουσία του παρουσιάζεται ως περιθωριακή, ενώ καταγγέλλεται ουσιαστικά στο κείμενο του Τιμολέοντος Φιλήμονος: αυτός είναι η πολιτική ηγεσία του τόπου, η κυβέρνηση, οι υπουργοί, οι πολιτικοί. Η συμβολή τους εμφανίζεται από ελάχιστη έως αρνητική, σε αντίθεση με τις κοπιώδεις προσπάθειες του διαδόχου.
Για να κατανοήσουμε τη φιλοσοφία της ανάδειξης του διαδόχου σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων, την οποία διαχειρίζεται με αξιοζήλευτη επιτυχία ο Άννινος, αρκεί να προστρέξουμε σε ένα απόσπασμα από την προσφώνηση του Ούγου Λερού, Γάλλου δημοσιογράφου, προς τον Βασιλιά στο ίδιο εκείνο δείπνο των Ανακτόρων στο οποίο ο Λούης εμφανίστηκε με τη φουστανέλα:

«Αλλ’ όταν είδομεν εις την αρχήν του Σταδίου εμφανιζόμενον τον αγρότην εκείνον, όστις κατέφθασε πρώτος, ουδείς εξ ημών, οιαςδήποτε εθνικότητος, υπήρξεν ο μη καταληφθείς υπό χαράς. Ησθανόμεθα ότι η ελληνική γη θα έτρεχεν υπό τους πόδας αυτού του τέκνου της δια να του δώση την νίκην. ‘Επρεπε Έλλην να έλθη δια να είπη: Λησμονήσατε τας διχονοίας σας. Οι βάρβαροι ηττήθησαν. Ο πολιτισμός θριαμβεύει το δεύτερον ήδη. Κατά την στιγμήν εκείνην ότε τα δύο Υμών τέκνα ανεσήκωσαν το τέκνον τούτο της Ελλάδος και το επαρουσίασαν εις Υμάς, δεν υπήρχον πλέον εν τω Σταδίω ούτε ξένοι ούτε Έλληνες, δεν υπήρχον παρά υπήκοοί σας».[32]

Η Ευρώπη δείχνει να συνηγορεί υπέρ της αποστολής του Βασιλέως των Ελλήνων – και οι «βάρβαροι» τους οποίους εννοεί ο Λερού μάλλον δεν είναι οι Αμερικανοί, οι Άγγλοι, οι Ούγγροι ή οι Δανοί και οι Γερμανοί που αγωνίστηκαν στην Ολυμπιάδα. Το στεφάνι του Λούη είναι το εισιτήριο της Ελλάδας για αυτό που νομίζει ότι θα είναι από εδώ και πέρα: μια επίδοξη ολυμπιονίκης του Ανατολικού ζητήματος, με τον  βασιλιά και το διάδοχο στο τιμόνι και με το Λαό στο πλευρό της. Ο Άννινος είναι από τα νιάτα του οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, αλλά το σίγουρο είναι ότι εδώ δεν εκφράζει προσωπικές απόψεις. Είναι διαχειριστής, επιτυχέστατος, μιας επικοινωνιακής στρατηγικής αποθέωσης της Ελλάδας, δια του βασιλιά της, ως αποφασιστικού παράγοντα στη σκακιέρα του Ανατολικού Ζητήματος.
Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Άννινο για στρατευμένη δημοσιογραφία – ο ίδιος, ενταγμένος πλήρως στην αθηναϊκή πραγματικότητα, σ’ ένα σύστημα πνευματικής ζωής όχι άσχετο με την δημόσια ζωή (με κοινό παρονομαστή τη λειτουργία του τύπου), «σαρξ εκ της σαρκός» του συστήματος, υλοποιεί αυτό που το σύστημα επιθυμεί κάνοντας, και απολαμβάνοντας, κάτι που ο ίδιος ξέρει πάρα πολύ καλά: δίνοντας μια γλαφυρή περιγραφή του σπουδαιότερου γεγονότος της νεότερης Ελληνικής ιστορίας.
Ένα χρόνο μετά, με την εξευτελιστική ήττα της Ελλάδας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και την επιβολή, λίγο αργότερα, του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου αυτό το λαμπερό πρόσωπο της Ελλάδας που με ολύμπιες (ή μάλλον ολυμπιακές) προσπάθειες οικοδομήθηκε θα κηλιδωθεί  σχεδόν ανεπανόρθωτα. Η Μεγάλη Ιδέα όμως έχει ακόμα μέρες, για την ακρίβεια, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα ακόμη, εντός του οποίου δύο βαλκανικοί πόλεμοι, ένας παγκόσμιος, η εδαφική γιγάντωση της Ελλάδας και το οδυνηρό τέλος της Μικρασιατικής Καταστροφής, θα αποτελέσουν τα επόμενα επεισόδια αυτής της περιπέτειας, στην οποία οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν ίσως το πιο λαμπερό, ευχάριστο ιντερμέδιο: μια μεταμφίεση, μια «ονειροφαντασία» ένθετη στη δύσκολη, γεμάτη εσωτερικές έριδες και διεθνείς συμπληγάδες πορεία του ελληνικού κράτους. Πάνω απ’ όλα, ένα γιγαντιαίο θέαμα που η Ελλάδα δεν είχε ξαναζήσει. Ο Χαραλάμπης Άννινος έδωσε μια εξαιρετική περιγραφή των ημερών εκφράζοντας τον κρυφό πόθο που είχε κάθε Έλληνας τις ημέρες των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, τον ίδιο πόθο που εκφράστηκε και έναν και πλέον αιώνα αργότερα, κατά τις ημέρες των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, και πάλι στην Αθήνα: ότι η Ελλάδα είναι μια διεθνώς υπολογίσιμη δύναμη που μπορεί να προσφέρει στην ανθρωπότητα ένα μεγαλειώδες θέαμα, αντάξιο του παρελθόντος της, αλλά και τροχιοδεικτικό του δυνητικού μέλλοντός της. Μια Ελλάδα αισιόδοξη, δυναμική, ενωμένη, σύγχρονη, οικουμενική, ανεπτυγμένη, ισχυρή.
Η διάψευση των πόθων του Άννινου (αλλά, ίσως, και των αντίστοιχων πόθων των Ελλήνων στη νεότερη Ολυμπιάδα) δεν καταργεί, ωστόσο, τη λάμψη και τη χαρά που προσφέρει τον άνθρωπο κάθε θέαμα – και που καθιστά τόσο αναγκαίο για την ανθρώπινη ύπαρξη το θέατρο με την ευρύτερη έννοιά του, από τις πρώτες στιγμές της έλλογης πορείας του ανθρώπου πάνω στη γη. Ο άνθρωπος πάντοτε θα έχει ανάγκη από φωτεινές «παρενθέσεις» λάμψης και χαράς σε μια ιστορική πραγματικότητα που συνεχώς θα προχωρά «με φωτιά και με μαχαίρι». Και όσο υπάρχει αυτή η ανάγκη, πάντα θα χρειάζονται και οι «λογογράφοι» εκείνοι, σαν και τον Άννινο που θα απαθανατίζουν εκείνες τις πολύτιμες στιγμές καταγράφοντας το χρονικό τους.
Ηλίας Α. Τουμασάτος


[1] Η βιβλιογραφία για την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 είναι ευρύτατη σε ελληνικό και διεθνές επίπεδο. Αναφέρουμε εντελώς ενδεικτικά: Βασίλης Α. Καρδάσης, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην Αθήνα 1896-1906, Αθήνα: Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004, 2004· Αικατερίνη Κορδούλη (επιμ.), Πρώτοι διεθνείς Ολυμπιακοί Αγώνες, Αθήναι 1896 – Ενθυμήματα = First International Olympic Games, Athens 1896 – Memorabilia, [Αθήνα]: Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, 2004· Αλίκη Σολωμού – Προκοπίου, Ιφιγένεια Βογιατζή (επιμ.), Η Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα: Οι πρώτοι διεθνείς ολυμπιακοί αγώνες, Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2004· Βαλεντίνη Τσελίκα, Ολυμπιακοί Αγώνες 1896: Το λεύκωμα του Άλμπερτ Μάγιερ, Αθήνα: Εξάντας, 1995· Νίκος Ε. Πολίτης, Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896, όπως τους έζησαν τότε οι Έλληνες και οι ξένοι, Πάτρα: Αχαϊκές Εκδόσεις, 1996· Charles Maurras, Αθήνα 1896: οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, μφρ. Παναγιώτα Πανταζή, Αθήνα: Ωκεανίδα, 2000· Ευθυμία Παπασπύρου – Καραδημητρίου, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896: Ειδήσεις από την εφημερίδα Το Άστυ (Ιούλιος 1894 - Απρίλιος 1896), Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002· Ευθυμία Παπασπύρου – Καραδημητρίου, Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896: Ειδήσεις από την εφημερίδα Ακρόπολις (Ιούνιος 1894 - Απρίλιος 1896), Αθήνα: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002· Ευθυμία Παπασπύρου – Καραδημητρίου, Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 και θεατρικές παραστάσεις: ειδήσεις από αθηναϊκές εφημερίδες, Πειραιάς: Τζέι και Τζέι, 2004· Ζαχαρούλα Μαρκοπούλου, Αθήνα η Κοσμόπολις: Η Αθήνα του 1896 από το γαλλικό τύπο, Αθήνα: Δωδώνη, 2004·  Αλέξανδρος Καποσδίστριας, Η οργάνωση και η επιτέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, Αθήνα: χ.ε., 2005· Michael Llewellyn Smith, Οι Ολυμπιακοί του 1896 στην Αθήνα: η γένεση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, μφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, Αθήνα: Εστία, 2004.

[2] Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο ο Τιμολέων Φιλήμων ([κείμενο χωρίς τίτλο], στο Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, Μέρος Β: «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896 υπό βαρώνου δε Κουμπερτέν, Τιμολέοντος Φιλήμονος, Ν. Γ. Πολίτου και Χαραλάμπου Αννίνου, γαλλική μετάφραση Leon Olivier,  Αθήναι: Κάρολος Μπεκ, 1896 και Paris: H. Le Soudier, 1896, σσ. 8-34) αναφέρεται αναλυτικά στο ιστορικό χρηματοδότησης των Αγώνων από ιδιωτικά συμφέροντα και από εσωτερικό δανεισμό, αφού το κράτος είναι πτωχευμένο. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα (ό.π., σ. 18: «Άπαξ δεκτού γενομένου, ότι, ένεκα των δυσχερειών, εις ας προήλθεν, απέναντι των αλλοδαπών πιστωτών του κράτους, το Δημόσιον Ταμείον έπρεπε ν’ αποστή πάσης χρηματικής αρωγής υπέρ του Ταμείου των Ολυμπιακών Αγώνων, εις απέμεινε τρόπος προς πορισμόν του αναγκαίου χρήματος, η έκκλησις εις ατομικήν εισφοράν προς τους Έλληνας, τους εντός και τους εκτός της Ελλάδος». Υπογραμμίζεται δε, με ιδιαίτερα ειρωνικό τόνο, ότι το ελληνικό κράτος δεν μπορούσε να διαθέσει ένα μέρος των απαιτούμενων εξόδων για τη διεξαγωγή της Ολυμπιάδας, ενώ ούτε την ηθική στήριξη δεν παρείχε στην οργανωτική επιτροπή.
[3] Για τις τέσσερις Ζάππειες Ολυμπιάδες (1859, 1870, 1875 και 1888-1889) βλ. ενδεικτικά Τάσος Κ. Κοντογιαννίδης, Η θρυλική Ολυμπιάδα του Σπύρου Λούη: Φως στις άγνωστες «Ολυμπιάδες» του Ζάππα και στα παρασκήνια των αγώνων της Αθήνας του 1896, Αθήνα: Άγκυρα, 2004.

[4] Για τον Χαραλάμπη Άννινο βλ. εντελώς ενδεικτικά Κυριακή Πετράκου, «Ο Μπάμπης Άννινος ως θεατρικός συγγραφέας», Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμ. 9, (2003), σσ. 343-356· Ηλίας Τουμασάτος, «Το Αρχείο του Χαραλάμπη (Μπάμπη) Άννινου, ευρισκόμενο στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη Αργοστολίου», Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. IVB, Αθήνα: Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, 2009, σσ. 442-466· Λεύκωμα επί τη συμπληρώσει της τριακονταετηρίδος του φιλολογικού σταδίου του Χαραλάμπους Αννίνου 1869-1899. Εν Αθήναις: Γεώργ. Κασδόνης – Εστία, 1900· Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί περίπατοι, δεύτερος κύκλος, Εισαγωγή-επιμέλεια Αλέξης Ζήρας, Αθήνα: Καστανιώτης, 2002, σσ. 243-244· Ν. Π. Αποστολόπουλος, «Ο Μπάμπης Άννινος ως σατυρικός», Νέοι δρόμοι, αρ. φ. 6, Ιούν. 1938, σσ. 5-15· Γεράσιμος Άννινος, «Μπάμπης Άννινος». Παγκεφαλληνιακόν Ημερολόγιον, αρ. 3 (1939), σσ. 253-257, κ.ά.
[5] Για την παρουσία του Άννινου στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» βλ. Ηλίας Α. Τουμασάτος, «Ο Χαραλάμπης Άννινος και ο Φιλολογικός Σύλλογος "Παρνασσός": Μια διάσταση της αθηναϊκής πνευματικής ζωής στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα», Κυμοθόη, αρ. 17 (2007), σσ. 183-195.
[6] Χ. Άννινος, Εδώ κ’ εκεί, Εν Αθήναις: τυπ. Α. Κορομηλά, 1884.
[7] Χ. Άννινος, Αττικαί Ημέραι, Αθήναι: χ.ό., 1894.
[8] Το πρώτο φύλλο των Ολυμπίων κυκλοφορεί την 11-11-1895 με εκδότες τους Χ. Άννινο, Νικόλαο Λάσκαρη, Ν. Ιγγλέση, ως συνέχεια της διακοπείσας Εικονογραφημένης Εστίας. Κάθε τεύχος, εκτός από την κανονική ύλη, συνοδεύεται και από «δελτίο», στο οποίο υπάρχουν σελίδες επικαιρότητας και διαφημίσεις. Στο περιοδικό συνεργάζονται πολλοί από τον κύκλο της Εστίας (Ν. Λάσκαρης, Γ. Τσοκόπουλος, Γ. Ξενόπουλος, Θ. Βελλιανίτης, Γ. Σουρής κ.ά.), ωστόσο μεγάλο μέρος της ύλης καλύπτει θέματα επικαιρότητας γύρω από τους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες (τόσο πριν όσο και μετά τη διοργάνωσή τους), καθώς και ιστορικές αναφορές σε αθλητικά γεγονότα του παρελθόντος, ενώ επιχειρεί στη θεματολογία του να συνδέσει την Ολυμπιάδα με ποικίλες εκφάνσεις της αθηναϊκής ζωής.
[9] Αναφέρουμε ενδεικτικά δημοσιευμένες ιστορικές πραγματείες του Χ. Άννινου πριν το 1896: «Ουίγοι και Τόρεις», Εστία, τόμ. ΚΖ΄, αριθ. 682, 22 Ιαν. 1889, σσ. 49-54, «Χρονικά της Βασιλείας του Όθωνος – Ο Παπουλάκης», Εστία, τόμ. ΚΖ, αρ. 684, 5 Φεβρ. 1889. σσ. 81-84, φ. 685 (12 Φεβ. 1889, σσ. 97-99),  686 (19 Φεβρ. 1889, σσ. 113-116), 688 (5 Μαρ. 1889), σσ. 245-248, 689 (12 Μαρ. 1889), σσ. 261-264,  690 (19 Μαρ. 1889), σσ. 281-285, 691 (26 Μαρ. 1889, σσ. 293-298), φ. 701 (1889), σσ. 460-464, 702 (1889), σσ. 477-483, 703 (1889), σσ. 496-500 και 704 (1889), σσ. 508-512, «Το έτος 1000 μ.Χ.», Εδώ κ’ εκεί, ό.π., σσ. 164-248, «Έλλην  θαλασσοπόρος», Παρνασσός, τόμος ΙΔ (1891-1892), σσ. 15-27 κ.λπ.
[10] Χαρακτηριστικό είναι το υμνητικό για τη βασιλική οικογένεια κείμενό του Άννινου «Δύο νύμφαι», Εστία, τόμ. ΚΣΤ’, αρ. 665, 25 Σεπ. 1888, σσ. 609-613.
[11] Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. - 1896. Τη εγκρίσει και υποστηρίξει του εν Αθήναις Κεντρικού Συμβουλίου των διεθνών Ολυμπιακών αγώνων, του προεδρευομένου υπό της Α.Β.Υψηλότητος του Διαδόχου Κωνσταντίνου / Les Jeux Olympiques 776 av.J.-C. 1896. Honoré d’ une souscription du Comité central d’Athènes presidé par S.A.R. le Prince Héritier de Grèce. Μέρος Α΄: «Οι αγώνες εν τη αρχαιότητι», υπό Σπ. Γ. Λάμπρου και Ν. Γ. Πολίτου, μετά προλόγου υπό Τιμολέοντος Φιλήμονος, γενικού Γραμματέως των διεθνών Ολυμπιακών αγώνων. Μέρος Β: «Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896 υπό βαρώνου δε Κουμπερτέν, Τιμολέοντος Φιλήμονος, Ν. Γ. Πολίτου και Χαραλάμπου Αννίνου, γαλλική μετάφραση Leon Olivier,  Αθήναι: Κάρολος Μπεκ, 1896 και Paris: H. Le Soudier, 1896.
[12] Αναφέρουμε ενδεικτικά άλλες εκδόσεις της εποχής για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896: Ολυμπιακοί Αγώνες εν Αθήναις, Μάρτιος – Απρίλιος 1896, πανηγυρικόν τεύχος της Εστίας, Αθήναι: Εστία, 1896· Το δεκαήμερον των ολυμπιακών αγώνων εν τω λεπτομερών και κατά χρονολογικήν τάξιν περιγράφονται οι ολυμπιακοί αγώνες, Αθήναι: χ.ο. 1896·  Η Ελλάς κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνας του 1896, Πανελλήνιον εικονογραφημένον λεύκωμα, Αθήναι: Ακροπολις, 1896· Μ. Ν.de Neufville, Esquisses et souvenirs: La Grèce et les Jeux Olympiques 1896, Paris, A. Pedone, 1897.
[13] Πέτρος Κουμπερτέν (Pierre de Coubertin), [κείμενο χωρίς τίτλο], Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, μέρος Β’ Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, ό.π., σσ. 1-7.
[14] Τιμολέων Φιλήμων, [κείμενο χωρίς τίτλο], Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, μέρος Β’ Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, ό.π., σσ. 8-28
[15] Τιμολέων Φιλήμων, ό.π., σ. 22.
[17] Νικόλαος Γ. Πολίτης, «Το Παναθηναϊκόν Στάδιον / Stade Panathenaique», Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, μέρος Β’ Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, ό.π., σσ. 29- 46.
[18] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, μέρος Β’ Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, ό.π., σσ. 47-109.
[19] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», στο λεύκωμα Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 776 π.Χ. – 1896, μέρος Β’ Οι Ολυμπιακοί Αγώνες 1896, ό.π., σσ. 47-50.
[20] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 55.
[21] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 55.
[22] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σσ. 56-60.
[23] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 61.
[24] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 66.
[25] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 64.
[26] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 72.
[27] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σσ. 74-75.
[28] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σσ. 81-90.
[29] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σσ. 87-88.
[30] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 98. Ακόμα και η παρουσία του πατέρα του Λούη σχολιάζεται από τον  Άννινο προσανατολισμένη στο αρχαίο κλέος: Παρομοιάζεται με τον ρόδιο Διαγόρα.
[31] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 107.

[32] Χαραλάμπης Άννινος, «Περιγραφή των Αγώνων / Description des Jeux», ό.π., σ. 102.