Αναζήτηση στο ιστολόγιο

16/9/12

90 χρόνια μετά το 1922: Μνήμη γενοκτονίας του μικρασιατικού ελληνισμού



Οι περισσότεροι από όσους παρευρισκόμαστε εδώ πιστεύω ότι θυμόμαστε μια ιδιαίτερη εκπομπή του κρατικού ραδιοφώνου, που παιζόταν μετά το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων. Ήταν οι «Αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού». Ανάμεσα στις δεκάδες σύντομες ανακοινώσεις ανθρώπων που αναζητούσαν συγγενείς τους, υπήρχαν κάποιες που μου έχουν εντυπωθεί ανεξίτηλα στη μνήμη: Πρόκειται για ανθρώπους που αναζητούσαν αδέλφια, γονείς και συγγενείς από τις φοβερές μέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής.  Ήταν μέσα της δεκαετίας του 1980. Περισσότερα από εξήντα χρόνια είχαν περάσει, τότε, κι όμως ακόμη υπήρχαν άνθρωποι που είχαν ακόμη μέσα τους την ελπίδα να μάθουν κάτι για τους αγαπημένους τους, που τους αποχωρίστηκαν με βίαιο τρόπο μέσα σε μερικές μόνο στιγμές, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922.

Καθεμιά απ’ αυτές τις ανακοινώσεις έκρυβε και μια μικρή ιστορία από εκείνες τις δεκάδες χιλιάδες που συνθέτουν την εικόνα της μεγαλύτερης ανθρωπιστικής καταστροφής που γνώρισε ο Ελληνισμός, ίσως σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας του.  Σήμερα, 90 χρόνια μετά τη σφαγή της Σμύρνης, ελάχιστοι από όσους κατόρθωσαν να ζήσουν εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές βρίσκονται ακόμα στη ζωή – ευτυχώς πολλές από τις πολύτιμες μαρτυρίες τους έχουν καταγραφεί σε ιστορικά ντοκουμέντα από φορείς και σωματεία του Μικρασιατικού ελληνισμού. Είναι όμως χιλιάδες οι ιστορίες απόγνωσης, αγωνίας και φρίκης που δεν θα μάθουμε ποτέ. Και αυτοί ακόμα οι αριθμοί των νεκρών, των αγνοουμένων, των αιχμαλώτων, εκείνων που βασανίστηκαν, κακοποιήθηκαν, αλλά και εκείνων που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς, αριθμοί τρομακτικοί, δεν είναι σε θέση να αποτυπώσουν το κλίμα των ημερών εκείνων. Αντί να αναφερθούμε σε αριθμούς, ας κάνουμε έναν απλό συλλογισμό: Ας βάλουμε για ένα λεπτό τους εαυτούς μας στη θέση εκείνων των ανθρώπων, κι ας σκεφτούμε πώς είναι να φεύγεις πανικόβλητος και κυνηγημένος από τον τόπο που γεννήθηκες και μεγάλωσες, αφήνοντας πίσω σου πτώματα αγαπημένων σου ανθρώπων, το σπίτι σου καμμένο, τη ζωή σου ολόκληρη κατεστραμμένη, και πεινασμένος, βρώμικος,  τραυματισμένος, κακοποιημένος, στοιβάζεσαι μαζί με δεκάδες άλλους, σ’ ένα πλοιάριο με άγνωστο προορισμό.

Οι γνωστές σε όλους μας εικόνες του οικονομικού και πολιτιστικού κέντρου της Ιωνίας, της Σμύρνης, στις φλόγες,  αλλά και των καραβιών με τους πρόσφυγες να αποχαιρετούν για πάντα τη γη της Ιωνίας, σηματοδοτούν, σε μακροσκοπικό επίπεδο, τον πρωτοφανή ξεριζωμό των Ελλήνων από έναν τόπο στον οποίο έζησαν, αναπτύχθηκαν και έδρασαν για δυόμισι χιλιετίες. Η ανείπωτη αυτή καταστροφή έχει με νόμο του Ελληνικού κράτους, εδώ και δεκαπέντε περίπου χρόνια, χαρακτηριστεί γενοκτονία – και η 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα που τα κεμαλικά στρατεύματα πυρπόλησαν τη Σμύρνη, τιμάται ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πέρα από τις νομικές διαστάσεις του όρου «γενοκτονία» σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όταν αναφερόμαστε στο 1922, συνήθως εστιάζουμε στο μέγεθος των βιαιοτήτων και τις φρικιαστικές περιγραφές, προσπερνώντας άλλες, ουσιωδέστερες παραμέτρους που επέδρασαν καθοριστικά στον βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων από μια πανάρχαιη ιστορική τους κοιτίδα. Η καταστροφή του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, σε συνδυασμό με εκείνες των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, αλλά και των Αρμενίων, θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας συνολικής πολιτικής στρατηγικής της Τουρκίας, στα χρόνια μετά το κίνημα των Νεοτούρκων, αλλά και ενός διεθνούς ανταγωνισμού οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος.

Ο καθυστερημένος σε σχέση με την Ευρώπη μετασχηματισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εθνικό κράτος έχει ως προτεραιότητα τη συρρίκνωση ή και εξαφάνιση των «διαφορετικών». Η απουσία αυτών των διαφορετικών θα της εξασφάλιζε εθνική συνοχή, αλλά θα την απάλλασσε και από την παρουσία ισχυρών παραγόντων της οικονομικής ζωής. Η καινούρια για τη χώρα αστική τάξη των Τούρκων, καταλύτης για τη δημιουργία κάθε εθνικού κράτους, είχε να ξεπεράσει ένα σημαντικό εμπόδιο: Την αστική τάξη των Ελλήνων και των Αρμενίων, που ήλεγχαν σε μεγάλο ποσοστό κρίσιμους τομείς της οικονομικής και εμπορικής ζωής των κοσμοπολίτικων αστικών κέντρων.  Το γεγονός ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι βρέθηκαν σε αντίπαλες συμμαχίες στους πολέμους που είχαν προηγηθεί ήταν ασφαλώς η καλύτερη αφορμή για να ξεκινήσουν συστηματικοί διωγμοί των Ελλήνων, ήδη από τη δεκαετία του 1910, με αποτέλεσμα χιλιάδες Έλληνες να έχουν ήδη φύγει από τη Μικρά Ασία ως το 1920. Από προαιώνιοι κάτοικοι της περιοχής και ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, οι Έλληνες γίνονται σιγά σιγά ξένοι στην ίδια τους τη γη της Ιωνίας.

Όταν ο Ελληνικός Στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη το 1919, και άρχισε να προωθείται προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, ο τουρκικός εθνικισμός είχε άλλο ένα επιχείρημα για να καλλιεργήσει στις τάξεις του στρατού, που δεν υπάκουαν πλέον στον σουλτάνο, αλλά στον Κεμάλ Ατατούρκ, το μίσος για τους «κατακτητές» Έλληνες. Μπορεί να υπήρχαν κι άλλοι νικητές του πολέμου στη Μικρά Ασία (Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί), ωστόσο μόνο οι Έλληνες ήταν εκείνοι που είχαν μόνιμο πληθυσμό στην περιοχή – άρα ήταν η πιο σοβαρή απειλή. Το σχέδιο από εδώ και πέρα ήταν διπλό: Από τη μία, διπλωματία με τους ισχυρούς, και από την άλλη, πόλεμος εναντίον των «προφανών» εχθρών. Οι σύμμαχοι της Ελλάδας, Ιταλοί και Γάλλοι, αλλά και οι Σοβιετικοί, έκλεισαν επωφελείς οικονομικές συμφωνίες με τον Κεμάλ, ενώ οι Έλληνες, τους οποίους οι σύμμαχοι είχαν «αδειάσει» κυριολεκτικά,  δεν ήταν πλέον μόνο οι «πλούσιοι αστοί» της πολιτισμένης δυτικής ακτής, έγιναν και οι «κακοί εισβολείς» - ο ιδανικός δηλαδή στόχος της αναδυόμενης τουρκικής εθνικής αντίστασης.

Η Ελλάδα, προσπαθώντας να υπερασπιστεί τους πληθυσμούς της,  και μέσα από πολλές δικές της αστοχίες και παλινωδίες, βρέθηκε να λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή των συμμάχων που την εγκατέλειψαν όταν βρήκαν καλύτερους τρόπους για να επιτύχουν αυτό που πραγματικά επιθυμούσαν: Τον οικονομικό έλεγχο της ευρύτερης περιοχής των Στενών, της Μαύρης Θάλασσας, της Εγγύς Ανατολής, και τις καλύτερες δυνατές συμφωνίες για τις εταιρείες τους. Η τύχη των Ελλήνων ήταν μια παράπλευρη απώλεια στην αλλαγή στρατηγικής όλων. Κι αυτό το αποδεικνύει η απάνθρωπη στάση των πληρωμάτων των συμμαχικών πλοίων απέναντι στους απελπισμένους Έλληνες που πάσχιζαν να γλιτώσουν τη σφαγή και τη φωτιά.

Αυτό που βίωσε η Ελλάδα στα χρόνια που ακολούθησαν την Καταστροφή, με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης, ήταν ακόμη πιο συγκλονιστικό. Πάνω από ένα εκατομμύριο Έλληνες ρακένδυτοι και πεινασμένοι πρόσφυγες, κυρίως στη Μακεδονία και στους λόφους γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα, προσπαθούν να επιβιώσουν κάτω από άθλιες συνθήκες σε μια μητέρα πατρίδα που είχε κυριολεκτικά διαλυθεί μετά από μια δεκαετία με τέσσερις πολέμους και έναν εθνικό διχασμό.  Οι Μικρασιάτες Έλληνες γίνονται για δεύτερη φορά ξένοι. Αυτή τη φορά, ξένοι όχι στην ίδια τους τη γη, αλλά στην μητέρα πατρίδα τους, που λίγο πριν φάνηκε ότι τους είχε απελευθερώσει, και τώρα ήταν αδύναμη να διαχειριστεί μια τόσο μεγάλη ανθρωπιστική κρίση και να υποδεχτεί έναν πληθυσμό ίσο με περίπου το 20% του μέχρι τότε πληθυσμού της. Είναι πάρα πολλοί οι πρόσφυγες που, έχοντας επιζήσει από τη σφαγή της Μικράς Ασίας, θα πεθάνουν τον πρώτο δύσκολο χειμώνα στην Ελλάδα, μέσα στους προσφυγικούς καταυλισμούς, και πολλοί επίσης εκείνοι που θα αντιμετωπίσουν το φόβο, την καχυποψία, ακόμα και βίαιη συμπεριφορά από κάποιους «αυτόχθονες» Έλληνες. Παρά τις δυσκολίες όμως θα ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, μπολιάζοντάς την με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κουλτούρας της Ιωνίας, με ένα άρωμα ανατολίτικο και ταυτόχρονα κοσμοπολίτικο, ό,τι μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους από τις στάχτες της Σμύρνης.

Στο πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα, το ελληνικό κράτος μεγιστοποιήθηκε και συρρικνώθηκε εδαφικά με βίαιο τρόπο – αντίθετα, ο μείζων ελληνισμός, «των Ελλήνων οι κοινότητες», ισχυρά οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα που για αιώνες μεγαλουργούσαν σε όλη τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, περιορίζονται στα σύνορα του ελληνικού κράτους.  Οι οικονομικές συμφωνίες που είχαν προηγηθεί της καταστροφής, οι πολιτικές αποφάσεις, που εξώθησαν στην καταστροφή δεν περιελάμβαναν τον παλιό ελληνικό κόσμο στα σχέδιά τους. Αυτός ο καινούριος σχεδιασμός είχε ως συνέπεια εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες. Οι Έλληνες έγιναν θύματα μιας αλόγιστης εθνικιστικής βίας. Μιας βίας που καλλιεργήθηκε και σχεδιάστηκε με λεπτομέρεια και επιμέλεια, προκειμένου να εξυπηρετηθούν γεωστρατηγικά και οικονομικά  συμφέροντα. Μιας βίας που βρήκε το ελληνικό κράτος διχασμένο, τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις ανήμπορες να συνεργαστούν για το εθνικό καλό.

Διχασμός και εθνικιστική βία υπήρξαν εκείνη την περίοδο και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, με διαφορετική δοσολογία σε καθεμιά. Και διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο στην εκρηκτική εξέλιξη των πραγμάτων. Αλλά και εξυπηρέτησαν, με τίμημα την αιματοχυσία χιλιάδων αθώων, τα οικονομικά συμφέροντα δυνάμεων που παρακολουθούσαν από μακριά τη σφαγή και τη φωτιά της Σμύρνης.  Ο διχασμός και η βία είναι παιδιά του μίσους. Του μίσους που βρίσκει εύφορο έδαφος σε περιόδους κρίσης, που μεταλαμπαδεύεται στις ψυχές των ανθρώπων με ταχύτητα τόσο μεγάλη όσο η φωτιά που έκαψε τη Σμύρνη.

Στις περιόδους μεγάλων κρίσεων είναι που οι αρχιτέκτονες του μίσους, για να επεκταθεί η φωτιά του στους απλούς ανθρώπους, ανακαλύπτουν ή κατασκευάζουν εχθρούς. Στοχοποιούν κάποιους ως «ξένους», ξένα σώματα που πρέπει να αφανιστούν, προσπαθούν να χωρίσουν τους ανθρώπους, να στρέψουν τη μία κοινωνική, εθνική, θρησκευτική ομάδα ενάντια στην άλλη, για να μπορούν εκείνοι ανενόχλητοι να εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους.  Από αυτό το μίσος, που φέρνουν ο διχασμός και η εθνικιστική βία, οφείλουμε να προστατεύσουμε την κοινωνία μας,  και τις γενιές που έρχονται.

Τα τελευταία χρόνια στα σχολικά μας εγχειρίδια ο μικρασιατικός πόλεμος και η καταστροφή αντιμετωπίζονται με αμηχανία – πολλές φορές και με αυτό που ονομάζουμε «πολιτική ορθότητα».  Και εμείς οι δάσκαλοι δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε στις σχολικές αίθουσες το σημαντικότερο ίσως γεγονός της σύγχρονής μας ιστορίας, και καμιά φορά, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι έτσι υπηρετούμε την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, «στρογγυλεύουμε» κάποιες αιχμηρές γωνίες της ιστορίας. Οι νέοι μας μαθαίνουν ελάχιστα για την καταστροφή της Σμύρνης – κι αυτό δεν έχει μόνο ενδεχόμενο κίνδυνο τη λήθη, τη λησμονιά. Η λήθη δημιουργεί ένα κενό γνώσης και ανοίγει τον δρόμο σε κάποιους για να γεμίζουν τις συνειδήσεις των νέων με στερεότυπα, μισές αλήθειες, γενικεύσεις, εν τέλει με μίσος.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να φοβόμαστε την ιστορία. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να διδάξουμε στα παιδιά μας γι’ αυτή τη μεγάλη καταστροφή, σε όλη την έκταση και τις διαστάσεις της. Η γνώση της ιστορίας είναι το μοναδικό αντίδοτο της κοινωνίας στον διχασμό και το μίσος. Οι λαοί, για να συνυπάρξουν ειρηνικά, οφείλουν να γνωρίζουν τι συνέβη στο παρελθόν, και γιατί συνέβη. Όχι για να διαιωνίζεται το μίσος, αλλά για να συνειδητοποιήσουν πόσο μεγάλο κακό έκανε στους προγόνους τους αυτό το μίσος. Οφείλουν και στους προγόνους αυτούς, αλλά και στα παιδιά τους, να προχωρούν μπροστά, όχι ξεχνώντας, αλλά γνωρίζοντας. Και, τέλος, μαθαίνοντας από τα διδάγματα της Ιστορίας οφείλουν να θωρακίζουν την πορεία τους προς την πρόοδο απομονώνοντας το μίσος, και προωθώντας την ενότητα, τη συνεργασία, την αλληλεγγύη, την ειρήνη.

Ηλίας Α. Τουμασάτος
Εκφωνήθηκε  στο Μητροπολιτικό Ναό Αργοστολίου στις 16-9-2012, στο πλαίσιο της Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Πηγή εικόνας: εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ

8/9/12

Φεγγάρι εδώ, φεγγάρι εκεί...




Το φωτισμένο Αργοστόλι ερχόταν όλο και πιο κοντά και το φεγγάρι ήταν ήδη ψηλά. Δεύτερη φορά τούτο τον Αύγουστο ήταν γεμάτο. Το μπλε βατράχι (το αμάξι μου) με είχε πάρει λίγο νωρίτερα από μια γιορτή αγαπημένων φίλων – εκεί είχα τη χαρά να πάρω για λίγο στην αγκαλιά μου το μωράκι τους. Όσοι έχετε κρατήσει ένα μωρό στην αγκαλιά σας (κατά προτίμηση ήσυχο) φαντάζομαι ότι το έχετε νιώσει αυτό το φανταστικό συναίσθημα της ζωής που με μικρά ματάκια εξερευνά αυτόν τον τεράστιο περίεργο κόσμο. Και για εκείνη τη στιγμή, που ο κόσμος όλος είναι η δικιά σας αγκαλιά, ίσως έχετε νιώσει κι εκείνο το άλλο, περίεργο συναίσθημα, που κλείνεται όλο σε μια ερώτηση: Τι είδους κόσμο θα γνωρίσουν αυτά τα ματάκια;

Περνούσα από τη Λάση, την πολυσύχναστη το καλοκαίρι τουριστική περιοχή, λίγο έξω από τη μικρή μας πόλη. Φώτα, φασαρία ανακατεμένη με παράταιρες μεταξύ τους μουσικές, κτίρια κι αυτά παράταιρα, άνθρωποι, ζωή. Αυτή είναι; Το μπλε βατράχι διέσχισε τη μεγάλη ευθεία, σαν να περνάει ανάμεσα σε χαρούμενες σειρήνες και πλαστικές συμπληγάδες… Δεν είναι αργά, προλαβαίνεις.

Ο κήπος του Κώστα Ευαγγελάτου, καθώς ανηφόριζα προς το πατρικό του σπίτι, την “Villa Ροδόπη” που το έχει με μεράκι μετατρέψει σε χώρο τεχνών, ήταν κι αυτός φωτισμένος. Μα ήταν άλλα τα φώτα που είχε. Αλλιώτικα απ’ αυτά που είχα προσπεράσει πριν (είχε βάλει το χεράκι του ο Μάκης Ιακωβάτος). Ο Κώστας μάς είχε καλέσει για άλλη μια φορά στον κήπο του, όπως κάνει κάθε αυγουστιάτικη πανσέληνο.  Δεν πρόλαβα (εξαιτίας του αγαπητού μου μπέμπη) να ακούσω την ιστορικό τέχνης Μαράη Γεωργούση να μιλάει για το εικαστικό έργο του Κώστα. Δεν πρόλαβα καλά καλά να δω την έκθεση (ποτέ δεν προλαβαίνω, πάντα τη βλέπω και τη χαίρομαι κάποια άλλη, πιο ήσυχη μέρα). Ο κόσμος είχε κατεβεί ήδη από τον χώρο της έκθεσης, κι είχε συγκεντρωθει στην καρδιά του κήπου, τη μωβ σκηνή όπου θα ακολουθούσαν τα καθιερωμένα πια, καλλιτεχνικά δρώμενα. Ο Σπύρος Ανδρέας-Παπαδάτος, ηθοποιός και θεατρολόγος, παρουσίασε μια σπουδή του πάνω στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, κι αμέσως μετά, η μαέστρος της Φιλαρμονικής Αλεξία Μαρτσέλου, στο πιάνο και ο πολύ νέος (και, όπως φαίνεται, πολύ ταλαντούχος) μουσικός Φοίβος Μποζάς  με το σαξόφωνό του, ερμήνευσαν την αγαπημένη Σονάτα του Σεληνόφωτος.

Δεν θέλω να βάλω επίθετα, χαρακτηρισμούς και κρίσεις, δεν γράφω αυτό το σημείωμα γι’ αυτό, μακριά από μένα η γραφίδα του κριτικού. Θέλω να πω απλά ότι ήταν όμορφα… Κι αυτή η ομορφιά που ξεπηδούσε από την ψυχή των ερμηνευτών, έβρισκε ένα πρόσφορο περιβάλλον για να καρπίσει: Πρώτα-πρώτα τον χώρο, τον οποίο ο Κώστας έχει επιμεληθεί με τέτοια αγάπη, αισθητική και λεπτότητα που έχει πλέον αποκτήσει την ιδιαίτερη, μοναδική δυναμική του, έχει γίνει πραγματικά γίνει αυτό που (με τόση ευκολία, σε άλλες περιπτώσεις) λέμε «σημείο αναφοράς» για τη μικρή μας πόλη. Κι έπειτα, τους ανθρώπους. Ανθρώπους πολλούς, και προερχόμενους από διάφορους χώρους. Από την πολιτική, από την επαγγελματική ζωή του τόπου, από τους πνευματικούς ανθρώπους, από τους καλλιτέχνες, από τους γείτονες και φίλους του Κώστα. Ένα πολύβουο μελίσσι ανθρώπων που συναντιέται μπροστά στη μωβ σκηνή, που μόλις τελειώσουν τα δρώμενα θα γίνει μια μεγάλη παρέα, μια ιδιότυπη «αγορά» με ενδιαφέροντα «πηγαδάκια», με συζητήσεις που  διαρκούν ώρες πολλές φορές, με γέλια και αστεία, κι έναν Κώστα αεικίνητο, να αλωνίζει τον κήπο και τον χώρο της έκθεσης (ειλικρινά θα πρέπει να εφοδιαστεί μ’ έναν μετρητή χιλιομέτρων για να δούμε πόση απόσταση διανύει εκείνο το βράδυ), να φωτογραφίζει, να ατακάρει, να τροφοδοτεί τη συζήτηση… Νιώθω ότι ανάμεσα σ’ όλους αυτούς τους διαφορετικούς ανθρώπους, υπάρχει μια αόρατη γραμμή, ένας συνδετικός ιστός: η ανησυχία. Όχι με την κακή έννοια, αυτή του φόβου ενός αναπόφευκτου κακού, που κρέμεται πάνω από τα κεφάλια όλων μας. Αλλά ανησυχία με την έννοια της κινητικότητας, του προβληματισμού, της δράσης. Αυτή η ανησυχία που πάει τον κόσμο μπροστά, που κεντρίζει κάθε επαναπαυμένη συνείδηση και της δίνει αφορμές –αφορμήσεις για να κάνει «κάτι». Ή, τουλάχιστον, να σκεφτεί.

Θυμάμαι τους ανθρώπους που ανέβηκαν στη μωβ σκηνή όλα αυτά τα χρόνια που έρχομαι στις Πανσελήνους του Κώστα (ενδεικτικά θα αναφέρω, ας μη με παρεξηγεί κανείς αν τον παρέλειψα): Θυμάμαι τον Νίκο Γαρμπή (που και φέτος συνέβαλε «από τα παρασκήνια» στη βραδιά) να μας παρουσιάζει την ιδιαίτερα όμορφη μουσική του από το δαχτυλιδόφωνο, τον Γιώργο Κακή να ερμηνεύει, τη Θάλεια Προκοπίου, την Κανελλίνα Μενούτη να απαγγέλλει, τον Γεράσιμο Γαλανό να τραγουδά, τη Βίκυ Γεωργοπούλου… πολλοί άνθρωποι, ο καθένας με τη δική του πορεία, να εναλλάσσονται κάθε χρόνο στη σκηνή και στο κοινό. Σαν να ενώνει όλους αυτούς τους καλλιτέχνες και δημιουργούς ένας κύκλος (σαν αυτούς που ζωγραφίζει ο Κώστας) με εμάς, τους θεατές, που μοιραζόμαστε μέσα στα όρια αυτού του κύκλου την ανησυχία μας. Αναρωτιόμαστε, αναζητούμε, σκεφτόμαστε. Γιατί κι αυτό το τελευταίο, στον καθημερινό μας βίο, μάλλον προ πολλού το είχαμε λίγο έως πολύ παραμελήσει.

Η ώρα είχε πάει δωδεκάμισι και πήρα το δρόμο για το σπίτι… Καθώς κατηφόριζα κι άφηνα πίσω μου τον φωτισμένο ακόμα κήπο, με τις μουσικές και τις κουβέντες να έχουν πια καταλαγιάσει, σκεφτόμουν πάλι το μωράκι που κράταγα στην αγκαλιά μου λίγες ώρες πριν, τον κόσμο που ετοιμάζεται ν’ αντικρίσει – μακάρι να ήταν ένας τέτοιος κήπος φεγγαρολουσμένος. Γεμάτος λόγια, μουσικές, εικόνες, σκέψεις. Ένας κήπος μαγεμένος από την καλή νεράιδα τέχνη.

Κι αμέσως ήρθε στο κεφάλι μου το πνεύμα της αντιλογίας: Στ’ αλήθεια το έχουμε ανάγκη αυτό; Μήπως είναι πολυτέλεια σ’ αυτή την εποχή η ενασχόληση με την τέχνη; Ώσπου να ανεβώ τα σκαλιά του σπιτιού μου, η απάντηση που ήρθε αβίαστα ήταν ότι, όχι, δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη. Ανάγκη επιβίωσης. Και αμέσως σκέφτηκα ότι δεν είναι καινούρια αυτή η ανάγκη, όπως δεν είναι καινούρια και αυτή η κρίση. Δεν ήρθε ξαφνικά αυτή η δυστυχία που βιώνουμε όλοι, σαν σεισμός από τα έγκατα της γης. Κάποιοι άνθρωποι το ένιωθαν αυτό, το έπιαναν με τις κεραίες τους. έβλεπαν την κρίση που εμείς βρήκαμε ξαφνικά μέσα στα σπίτια μας, όχι να έρχεται, αλλά να είναι παρούσα και να πολλαπλασιάζεται. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν πάντα εκεί για να μας το θυμίζουν. Κι ας ήταν τα δικά μας αυτιά κλειστά από τις χαρούμενες σειρήνες. Ο Κώστας Ευαγγελάτος πιστεύω ότι είναι ένας απ’αυτούς τους ανθρώπους. Με το εικαστικό, το ποιητικό του έργο, τις performances που για δεκαετίες τώρα πραγματοποιεί, ήταν πάντα φωνή ζωντανή, δυνατή, καθαρή, που έβλεπε και φανέρωνε, που δεν φοβόταν την αλήθεια, που δεν κρυβόταν και δεν έκρυβε. Που ανησυχούσε και δημιουργώντας μάς προειδοποιούσε, με τον δικό του τρόπο, ακούραστα, «ιδίοις αναλώμασιν», αλλά και ελεύθερα, ανεξάρτητα, χωρίς στήριξη από πουθενά, και «τότε», που η πολιτιστική μας ζωή ήταν πλήρης φανφάρας και ανούσιου πληθωρισμού, και η καθημερινότητά μας ήταν αποχαυνωμένη στον δανεικό μας ευδαιμονισμό. Αλλά και «τώρα», που ελλείψει χρημάτων, τα αλαλάζοντα κύμβαλα σίγησαν, εκείνος συνεχίζει. Ο κήπος του μένει ανθισμένος και θαλερός επειδή ποτέ δεν χρειάστηκε λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Επειδή, σ’ αυτή την τόσο δύσκολη συγκυρία αυτό που θα αντέξει και θα ζήσει (ή, στην εσχάτη, θα πέσει τελευταίο), είναι το αυθεντικό, το ουσιαστικό. Το αληθινό.

Ο Κώστας μιλούσε και τότε και τώρα. Γιατί η τέχνη είναι πάντα εκεί. Και πάντα μιλάει, μόνη πολλές φορές, άλλες φορές ακόμη και δίχως κανέναν να έχει τη διάθεση να την ακούσει. Και την τέχνη την χρειαζόμαστε για δυο δουλειές, ειδικά τώρα: Η προφανής δουλειά της είναι να κοινωνήσουμε μέσα απ’ αυτήν την ομορφιά, μοναδική μας άμυνα, σανίδα σωτηρίας, αλλά και επίθεση, απέναντι στο κοινωνικό και οικονομικό χάος. Κι η άλλη της δουλειά είναι να μας κάνει να ανησυχούμε. Να προβληματιζόμαστε. Να σκεφτόμαστε (Άρα: Να Υπάρχουμε).

7-9-2012, μια εβδομάδα μετά την Πανσέληνο στον κήπο του Κώστα Ευαγγελάτου.