Αναζήτηση στο ιστολόγιο

24/12/12

Τα πρώτα τους Χριστούγεννα! [Χρόνια πολλά!]




 ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ

Μπέμπα, 11 μηνών: «Θέλω να ορμήξω στο χριστoυγεννιάτικο δέντρο!»

Αυτό που συμβαίνει στο σπίτι μας είναι ανήκουστο. Μέσα σ’ εκείνο το μεγάλο δωμάτιο, εκεί που παίζω και κυλιέμαι όλη μέρα, εκεί που έμαθα να περπατάω και πιάνομαι σιγά σιγά από καρέκλα σε καρέκλα, η μαμά, ο μπαμπάς και ο αδελφούλης μου έφτιαξαν ένα τεράστιο δέντρο.

Δεν έχω δει κανένα δέντρο μέσα σε σπίτι μέχρι τώρα. Αναρωτιέμαι πώς τους ήρθε αυτή η ιδέα. Έχω δει πολλά δέντρα στο πάρκο, στο βουνό, στην αυλή μας, αλλά μέσα στο σπίτι ποτέ. Ποιος τους είπε να το φέρουν εδώ μέσα;… Τα άλλα δέντρα έχουν πουλάκια, και επίσης ωραία στρογγυλά φρούτα που καμιά φορά τα τρώμε. Αυτό το δέντρο δεν έχει πουλάκια. Υπάρχουν δέντρα χωρίς πουλάκια, πέστε μου, γιατί όταν τους είδα να το βάζουν μέσα στο σπίτι ένιωσα πάρα πολύ θυμωμένη. Και το φοβάμαι λίγο. Μπορεί και να το φοβάμαι πολύ. Λέω να βάλω τα κλάματα, όχι τώρα, σε λίγο, να δω τι θα απογίνει με αυτό το θέμα. Θεέ μου, γιατί με εκνευρίζουν τόσο αυτοί οι γονείς;

Κοίτα να δεις. Το δέντρο μας δεν έχει πουλάκια, αλλά του κρεμούν πάνω του κάτι ωραία παιχνιδάκια… Γιατί τα κρεμούν εκεί και δεν μου τα δίνουν;  Είναι δικά μου. Κοίτα! Του βάζουν και κάτι άλλα πράγματα… Α! Ο μπαμπάς έκανε κάτι και πάνω στο δέντρο μας άναψαν πάρα πολλά φωτάκια.  Ανάβουν. Σβήνουν. Ανάβουν. Σβήνουν. Μια φορά κι εγώ πάτησα ένα κουμπάκι και το έκανα αυτό και η μαμά φώναζε. Και τώρα γελάνε… Χμ… Ανάβουν. Σβήνουν! Και βγάζουν μουσική! Μ’ αρέσουνε πολύ. Πάρα πολύ. Δεν υπάρχει αμφιβολία: Κι αυτά είναι δικά μου. Είναι πολύ όμορφα. Τα θέλω… Εκείνες τις μπαλίτσες θέλω να τις δαγκώσω, γιατί βαρέθηκα πια αυτή την πιπίλα. Τα θέλω. Είναι δικά μου! Τώρα να δεις, θα σηκωθώ… θα πιαστώ από την καρέκλα  ή θα μπουσουλήσω προς τα κει.

Κοίταξέ το, τελικά είναι πολύ ωραίο όλο αυτό… Είναι πιο ωραίο από κείνα τα δεντράκια που είναι εκεί έξω. Τελικά δεν το φοβάμαι. Τελικά είναι μάλλον κι αυτό δικό μου. Το θέλω. Όλο αυτό το δέντρο είναι δικό μου. Τώρα θα πάω προς τα κει, και θα ξεκρεμάσω εκείνο το κουκλάκι με τα φτερά.

Μα… μαμά, τί κάνεις εκεί; Γιατί βάζεις τα κουτιά που φυλάς τα παιχνίδια μου μπροστά από το δέντρο; Γιατί με κοιτάς πονηρά και μου στέλνεις φιλί; Τώρα πρέπει να προσπαθήσω πολύ, πάρα πολύ για να φτάσω εκεί…Πρέπει να βρω άλλη διαδρομή. Κατάλαβα, μαμά. Το έκανες επίτηδες, για να μ’ εμποδίσεις. Για να μην μπορέσω να φτάσω μέχρι εκεί και να πάρω αυτά που θέλω από το δέντρο μου… Ώστε έτσι, μαμά! Εσείς μπορείτε να βάζετε ό,τι θέλετε μέσα στο σπίτι και να βάζετε πάνω του ό,τι πράγματα θέλετε κι εγώ απαγορεύεται να πλησιάσω! Είναι άδικο! Επειδή είμαι μικρή και ακόμα δεν περπατάω όπως εσείς και δεν είμαι τόσο ψηλή όπως εσείς, δεν θέλετε να με αφήσετε να πιάσω το δέντρο. Να πάρω τις μπαλίτσες και να τις δαγκώσω, να τις δαγκώσω, να τις δαγκώσω. Να παίξω με τα φωτάκια! Είναι δικά μου, δικά μου, δικά μου!

Δεν θα σας περάσει! Όχι, δεν θα κλάψω!!! Ούτε θα πάω να φάω τα μούτρα μου πάνω στα εμπόδια που βάλατε στο πέρασμά μου. Όχι… Μόλις ανοίξετε εκείνο το μεγάλο κουτί που δείχνει πολλές εικόνες και ανθρώπους και καθίσετε στον καναπέ, σιγά σιγά και αθόρυβα θα μπουσουλήσω γύρω γύρω. Χαμπάρι δεν θα πάρετε. Με τον ποπό μου θα σπρώξω τα κουτιά από τα παιχνίδια, θα περάσω… και επιτέλους θα καταφέρω να φτάσω!!!! Θα σηκωθώ τότε όρθια και… ΕΠΙΘΕΣΗ!!!!


ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Μπέμπης, 6 μηνών: Με βάλανε στην κάλτσα του Άγιου Βασίλη!


Σήμερα η μαμά και ο μπαμπάς με έβαλαν σε μια μεγάλη κάλτσα. Είναι πολύ μεγαλύτερη από όλες τις κάλτσες που έχω δει. Είναι πάρα πολύ μεγαλύτερη από τις δικές μου κάλτσες. Είναι κόκκινη και τεράστια, την είδα από μακριά. Είναι πολύ πολύ μεγαλύτερη και από τις κάλτσες του μπαμπά. Ο μπαμπάς είναι πάρα πολύ ψηλός, δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος πιο ψηλός, για να έχει πιο μεγάλη κάλτσα. Μα ποιανού είναι αυτή η μεγάλη κάλτσα και γιατί με βάλανε μέσα; Και αν έρθει αυτός που είναι δικιά του και θέλει να τη φορέσει;  Τέλος πάντων, ας καθήσω εδώ λίγο ήσυχος να δω τι θα γίνει και το πολύ πολύ σε λίγο να τσιρίξω…

Το ήξερα. Ο μπαμπάς έρχεται με αυτό που η μαμά το λέει «κάμερα» και όταν το βάζει μπροστά στο πρόσωπό του μου λένε να κοιτάξω το πουλάκι. Κανένα πουλάκι δεν βλέπω, αλλά ο μπαμπάς και η μαμά είναι χαρούμενοι, και βλέπω τα πρόσωπά τους χαμογελαστά, οπότε λέω να κάνω κι εγώ το ίδιο. Όταν είμαστε χαμογελαστοί, είναι πολύ ωραία, αυτό έχω καταλάβει μέχρι τώρα… Οπότε δεν πειράζει που είμαι μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη κόκκινη κάλτσα. Η μαμά είπε ότι είναι του «Άγιου Βασίλη» μα κανείς δεν έχει έρθει σπίτι μας με τέτοιο όνομα και τόσο μεγάλο πόδι. Αλλά πρέπει να έχει έρθει εδώ και να ξέχασε την κάλτσα του, δηλαδή να φόρεσε μόνο μία όταν έφυγε.

 Η μαμά με δείχνει και λέει στον μπαμπά «Αυτό είναι το δώρο μας. Είναι το καλύτερο δώρο του κόσμου!». Άρα εμένα με λένε Δώρο. Αλλά τί είναι δώρο και γιατί το βάζουν μέσα στην κάλτσα ενός γίγαντα;  Ωραία είναι μάλλον να έχεις ένα δώρο, τους βλέπω να γελάνε, λέω να γελάσω κι εγώ (αν και πεινάω λιγάκι). Είναι ωραίο να σε λένε Δώρο, αλλά μέχρι τώρα με φωνάζανε μπέμπη. Ποιος είμαι από τους δύο; Εξάλλου, κάτω από το μεγάλο δέντρο με τα στολίδια και τα φωτάκια υπάρχουν κάποια κουτιά. Ο μπαμπάς είπε στην μαμά προχθές «Βάλτο αυτό μαζί με τα άλλα δώρα, κάτω από το δέντρο». Δηλαδή, εκεί μέσα έχει κι άλλα μωράκια… Και πού είναι; Εγώ μόνο ένα έχω δει μέσα στο σπίτι. Πήγα να το πιάσω αλλά το χεράκι μου ακούμπησε σε κάτι κρύο και σκληρό. Κοίταξα καλά απέναντί μου και τί να δω; Η μαμά μου, η δικιά μου η μαμά κρατούσε το ξένο μωράκι! Μετά κοίταξα πάνω και η μαμά μου κρατούσε κι εμένα. Άρα υπάρχουν δύο μαμάδες – ίδιες! - και δύο μωράκια μέσα στο σπίτι, χώρια αυτά που είναι μέσα στα κουτιά. Τι κρίμα που δεν μπορώ να πάω εκεί να δω τι έχουν μέσα.

Στο δωμάτιο ακούγεται μια ωραία μουσική, σαν αυτή που μου βάζουν στο κρεβάτι μου για να κοιμηθώ το βράδυ, αλλά τώρα την ακούμε όλη μέρα. Η μαμά τραγουδάει σύμφωνα με την ωραία μουσική και ακολουθεί και ο μπαμπάς. Λέω να τραγουδήσω κι εγώ μαζί, μια και δεν πολυνυστάζω. Τα άλλα Δώρα δεν τραγουδάνε. Ποτέ. Αυτά μάλλον συνέχεια κοιμούνται. Ενώ εγώ ξυπνάω πολλές φορές τη μαμά και το μπαμπά.  Ούτε το μωρό που κρατάει η μαμά η ίδια με τη δικιά μου και το βλέπω καμιά φορά τραγουδάει. Μόνο ανοιγοκλείνει το στόμα του όταν μιλάω εγώ. Με κοροϊδεύει; Εμένα μ’ αρέσει να τραγουδάω, και η μαμά με τον μπαμπά μου δίνουν φιλί. Όταν σου δίνουν φιλί είναι καλό, οπότε, ας τραγουδήσω κι άλλω, κι ας πεινάω πιο πολύ…

Η μαμά είναι συνέχεια στην κουζίνα – έτσι λένε το δωμάτιο που βγάζει φαγητά… αχ, είπα πάλι φαγητό και ξαναθυμήθηκα ότι πεινάω…. Η μαμά βγάζει διάφορα περίεργα φαγητά από την κουζίνα και τα δοκιμάζει και είναι πολύ χαρούμενη και λέει «Τέλειο είναι!» αλλά εμένα μου δίνουν μόνο αυτή τη χάλια κρέμα που θέλω να τη φτύσω. Φαίνεται πως τα Δώρα τρώνε μόνο κρέμα και τα βάζουν σε κόκκινες κάλτσες, ενώ οι μαμάδες και οι μπαμπάδες τρώνε όλα αυτά τα τέλεια και κρατάνε αυτά τα μικρά τετράγωνα πράγματα που τα λένε κάμερες και λένε ψέματα ότι έχουν μέσα τους πουλάκια.

Τελικά μάλλον είναι καλό να είσαι Δώρο. Τραγουδάς, γελάς, παίρνεις φιλάκια. Μόνο το φαΐ είναι λίγο χάλια. Και πεινάω.. Λέω τώρα να τσιρίξω… Καλά Χριστούγεννα!!!





22/12/12

Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει [κουβεντιάζοντας μ' ένα τραγούδι]




Τα τραγούδια είναι σύντροφοί μας – ιδίως όταν είμαστε μόνοι. Μιλούν βαθιά μέσα μας, και με τον τρόπο μας ίσως να  τους μιλάμε κι εμείς. Τα τραγούδια μας κρατούν όρθιους και εμείς τα κρατάμε για πάντα στην ψυχή μας, τα κάνουμε δικά μας, καμιά φορά πιστεύουμε πως έχουν γραφτεί για μας.

 Σκέφτηκα αυτές τις δικές μου κουβέντες με τα τραγούδια να τις καταγράφω σιγά σιγά. Όχι με όλα τα τραγούδια. Μ’ εκείνα μονάχα που κατά καιρούς μ’ αγγίζουν βαθιά. Αυτός ο σιωπηλός (από τη μεριά μου) διάλογος, ελπίζω να κρατήσει κάτι (που στιγμιαία ξεπηδά και στιγμιαία χάνεται) από μια βαθιά δύναμη που κρύβει η μουσική.

Το τραγούδι «Η Καρδιά πονάει όταν ψηλώνει» γράφτηκε από τον Θέμη Καραμουρατίδη (μουσική), τον Γεράσιμο Ευαγγελάτο (στίχοι) και ερμηνεύθηκε από τη Νατάσσα Μποφίλιου στον δίσκο «Οι μέρες του φωτός» που κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική εταιρεία Sony Music, στην Ελλάδα, το 2012).

16/12/12

Η αύρα του χθες στο σήμερα ενός τόπου




Υβόννη Μαρκαντωνάτου
Κεφαλονιά: Ιστορικός οδηγός
Αθήνα: Εικών, 2011, σελ. 160

Το παρόν ενός τόπου είναι κεντημένο με ορατά κι αόρατα υλικά του παρελθόντος του. Η ιστορία του βρίσκεται πάντα εκεί, ανάμεσα στα σύγχρονα κτίρια, τις μοντέρνες επιγραφές, τυλίγεται στους ήχους των καλοκαιρινών μαγαζιών και τα κύματα των ασυρμάτων δικτύων, «σκάει» μαζί με το κύμα στις γεμάτες το καλοκαίρι και άδειες τον χειμώνα παραλίες. Η ιστορία ενός τόπου είναι πάντα εκεί – εμείς είμαστε οι περαστικοί, οι τουρίστες του παρόντος σ’ έναν τόπο που διαρκώς εξελίσσεται στο χρόνο.

            Η Κεφαλονιά, πέρα από την ευλογία του φυσικού της κάλλους, είναι διαχρονικά κι ένα σκηνικό σπουδαίων ιστορικών στιγμών. Τόπος περάσματος και συνάντησης διαφορετικών ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτισμούς, αλλά και αφετηρία μακρινών, οδυσσειακών ταξιδιών για τους Κεφαλονίτες, φέρει μέχρι και σήμερα στον «γενετικό της κώδικα» την κληρονομιά αυτών των ποικιλόμορφων ανθρώπινων επαφών. Οι εναλλαγές του τοπίου (η τραχύτητα των ορεινών όγκων, τα καταπράσινα τοπία και ι δαντελωτές ακτές, ακριβώς κάτω από το χάος) σε συνδυασμό με αυτές τις διαχρονικές ιστορικές εναλλαγές έχουν διαμορφώσει και την ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία του Κεφαλονίτη: εσωστρεφής και ταυτόχρονα χιουμορίστας, κοσμοπολίτης και ταυτόχρονα παθολογικά ερωτευμένος με τον τόπο του. Γι’ αυτό και ο κάτοικος ή ο επισκέπτης της Κεφαλονιάς είναι αδύνατο να γνωρίσει πραγματικά τον τόπο αυτό, αν δεν γνωρίσει την ιστορία του.

             Αυτό το ταξίδι στον χρόνο επιχειρεί το βιβλίο της Υβόννης Μαρκαντωνάτου «Κεφαλονιά, ιστορικός οδηγός», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Εικών». Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση «Αρχιτεκτονική κατοικιών στην Κεφαλονιά από τον 16ο μέχρι τον 21ο αιώνα»  (από κοινού με τον Λάμπρο Σιμάτο), η Υβόννη Μαρκαντωνάτου στην καινούρια της αυτή συγγραφική προσπάθεια επιχειρεί να αποκαλύψει στον επισκέπτη (αλλά και τον κάτοικο) της Κεφαλονιάς αυτά που δεν μπορεί να δει με την πρώτη ματιά – αλλά είναι τόσο απαραίτητα για να αισθανθεί την αληθινή αύρα του τόπου – την ανάσα του χρόνου μέσα στην τωρινή ομορφιά του.

            Ο οδηγός είναι σχεδιασμένος διαφορετικά από έναν συμβατικό οδηγό του νησιού – η συγγραφέας, με εμπειρία δεκαετιών στις ξεναγήσεις, αλλά και με αυτήν της συγγραφής ενός ταξιδιωτικού οδηγού (στη δεκαετία του 1990, μαζί με τον καθηγητή Γ.Ν. Μοσχόπουλο), έχει «κρατήσει» στο βιβλίο αυτό τις βασικές αρετές ενός χρηστικού βιβλίου: Μικρό σχήμα, ευσύνοπτα κείμενα, ευχάριστη και εύληπτη ροή του λόγου. Ταυτόχρονα, έχει φροντίσει ώστε το βιβλίο να μην είναι μόνο «καλοκαιρινό», να το παίρνεις μαζί σου φεύγοντας από την Κεφαλονιά μαζί με τις αναμνήσεις σου αν είσαι επισκέπτης ή να  επιστρέφεις σ’ αυτό κι όταν φεύγει το καλοκαίρι, αν είσαι Κεφαλονίτης. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ενδεικτική βιβλιογραφία για τον αναγνώστη που επιθυμεί να εντρυφήσει σε περισσότερες λεπτομέρειες της κεφαλονίτικης ιστορίας. Η αισθητική του βιβλίου έχει επίσης ένα διαφορετικό “vintage” άγγιγμα, που υποδηλώνει ακριβώς αυτή την αύρα της ιστορίας στο παρόν: Δεν θα βρείτε σύγχρονες έγχρωμες φωτογραφίες του νησιού (τα μάτια σας μπορούν να τραβήξουν πολύ ωραιότερα στιγμιότυπα για να κατοικούν στις αναμνήσεις σας), αλλά εικόνες από το παρελθόν, εικόνες που δεν θα δείτε στο νησί, γκραβούρες, παλιά κτίρια, που συνοδεύουν τα κείμενα του βιβλίου, εκείνα που θα σας ταξιδέψουν στο κεφαλληνιακό παρελθόν.

            Περίπου η μισή έκταση του βιβλίου καταλαμβάνεται από μια σύντομη, αλλά περιεκτική και κατατοπιστική, περιδιάβαση στην ιστορία της Κεφαλονιάς: από τα προϊστορικά χρόνια και τον καιρό του Οδυσσέα, στην αρχαία Τετράπολη, στα Βυζαντινά χρόνια, κι έπειτα στις διαδοχικές ξένες κατοχές: Φραγκοκρατία, Ενετοκρατία, Γαλλοκρατία, τα χρόνια της Επτανήσου Πολιτείας, της Αγγλοκρατίας, και του Ιονίου Κράτους, και κατόπιν στα χρόνια μετά την Ένωση και τους καταστροφικούς σεισμούς του 1953. Όλες εκείνες τις εναλλαγές που διαμόρφωσαν την οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ενότητα του νησιού, αλλά και τον χαρακτήρα του Κεφαλονίτη.

            Στη συνέχεια, επισκεπτόμαστε συγκεκριμένους τόπους του νησιού, εξερευνώντας το παρελθόν τους: Τις ακροπόλεις Κράνης και Σάμης, τα δύο ενετικά κάστρα, και τους σημαντικότερους οικισμούς της πόλης. Κι από τις πόλεις ταξιδεύουμε διαχρονικά στις ιδιαιτερότητες του φυσικού ανάγλυφου αυτού του τόπου: Τον Αίνο με τη σπάνια χλωρίδα και πανίδα, τις Καταβόθρες και τα λιμνοσπήλαια.

            Και ο πολιτισμός του τόπου κατέχει τη θέση του στον ιστορικό αυτό οδηγό: γράμματα, τέχνες, αρχιτεκτονική, μουσική και θέατρο, αλλά και τα ενδιαφέροντα και πλούσια σε περιεχόμενο μουσεία του νησιού που μπορεί να επισκεφθεί κανείς. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η θρησκευτικότητα του νησιού, μέσα από την εμβληματική μορφή του Αγίου Γερασίμου και τα θρησκευτικά πανηγύρια, σημαντικό κομμάτι του τοπικού λαϊκού πολιτισμού. Η «μικροϊστορία» του τόπου – που είναι ταυτόχρονα και δυναμικό παρόν του αποτυπώνεται σε μια επισκόπηση των τοπικών προϊόντων και της ιδιαίτερης κεφαλονίτικης κουζίνας, ενώ σημαντική είναι και η αναφορά σε σπουδαίους Κεφαλονίτες που έδρασαν στο νησί αλλά και σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, επιστήμονες, καλλιτέχνες και ευεργέτες, τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν το κεφαλονίτικο πολιτιστικό στίγμα στους αιώνες.

            Ο ιστορικός οδηγός «Κεφαλονιά» της Υβόννης Μαρκαντωνάτου προσφέρει στον αναγνώστη μια γεύση από την ιστορία του νησιού, μια γεύση ικανή για να μάθεις αρκετά για την ιστορία των τόπων απ’ όπου διαβαίνεις, αλλά και επίσης για να σε κάνει να διψάς περισσότερο, να θες να μάθεις ακόμα περισσότερα γι’ αυτό το πανέμορφο, μυστηριώδες νησί μ’ αυτούς τους ιδιότυπους κατοίκους. Στην παραλία, θα συντροφέψει τις υπέροχες ζωντανές εικόνες που αντικρίζεις, με εικόνες από άλλες εποχές, εικόνες που στην πραγματικότητα είναι καλά κρυμμένες πίσω από τη φυσική ομορφιά. Και τον χειμώνα, πίσω στο σπίτι, θα ενώνει τις δικές σου αναμνήσεις από την Κεφαλονιά με το συλλογικό παρελθόν του νησιού – μια κι εσύ, με τον τρόπο σου, θα έχεις γίνει ένα κομμάτι της ιστορίας του, άρα κι εσύ θα θέλεις κάποια στιγμή να ξαναγυρίσεις πίσω…

Ηλίας Τουμασάτος

11/12/12

O Captain! My Captain! [για τον Μάριο Πλωρίτη]

Το κείμενο αυτό γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 2006, τη μέρα που έφυγε από τη ζωή ο Καθηγητής μου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών Μάριος Πλωρίτης, μία από τις σπουδαιότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου (μετέφρασε και σκηνοθέτησε σπουδαία έργα), αλλά και της ελληνικής πνευματικής ζωής (δημοσίευσε πολλά ιστορικά και δοκιμιακά έργα, ενώ κλασσικές θεωρούνται πλέον οι επιφυλλίδες που δημοσίευε στο "Βήμα" και σε άλλες εφημερίδες. Το είχα ανεβάσει στο ανώνυμο ιστολόγιο που διατηρούσα τότε και δεν υπάρχει πια. Σε λίγες μέρες, συμπληρώνονται έξι χρόνια από τον θάνατό του. Το κείμενο είναι αρκετά συγκινησιακά φορτισμένο, αφού γράφτηκε μόλις έμαθα για τον θάνατό του, αλλά δεν θέλησα να πειράξω τίποτα, παρά μόνο μερικές μικρολεπτομέρειες... Πριν λίγες μέρες είδαμε με τους μαθητές μου την ταινία "Ο κύκλος των χαμένων ποιητών", όπου δέσποζε, εκτός από το περίφημο "Carpe Diem" κι εκείνη η υπέροχη προσφώνηση από το ποίημα του Walt Whitman "O Captain my Captain"... Οπότε, ίσως ηταν αυτή η στιγμή που έπρεπε να ξαναέρθει αυτό το κειμενάκι στο φως...

Για τον Μάριο Πλωρίτη. Υστερόγραφο.

Αισθάνομαι τόσο βαθιά την ανάγκη να  γράψω για τον αγαπημένο μου δάσκαλο, τον Μάριο Πλωρίτη, που έφυγε από τη ζωή. Εκείνος είχε στη ζωή του χιλιάδες μαθητές. Είχα την τύχη να είμαι ένας από αυτούς. Κι εγώ είχα αρκετούς δασκάλους. Είχα την τύχη εκείνος να είναι ο καλύτερος δάσκαλος που είχα ποτέ.

Για λίγα πράγματα είμαι τόσο περήφανος στη ζωή μου, τόσο χαρούμενος που τα έζησα, όπως εκείνες οι Παρασκευές στον 6ο όροφο της Φιλοσοφικής, στη μικρούλα αίθουσα 12. Αμερικάνικο θέατρο τη μια χρονιά, Σαίξπηρ τη δεύτερη, Ρώσικο την τρίτη, Βυζαντινό την τέταρτη.

Με θυμάμαι τότε (15 χρόνια πέρασαν) να έχω πρωτοπεράσει με κατατακτήριες στη σχολή εκείνη. Γραφτήκαμε μια Παρασκευή, κι έπειτα, 12 η ώρα πήγαμε να ακούσουμε το πρώτο μάθημα. Αμερικάνικο θέατρο. Τέννεση Ουίλλιαμς.

Δεν είχε τη στόφα του δασκάλου-σόουμαν. Ήταν απίστευτα γαλήνιος, και low-tempo. Είχε την ηρεμία της σιγουριάς, της γνώσης. Μα ένιωθες στα λόγια του την αύρα όλου του ελληνικού θεάτρου. Ένιωθες ότι οι μετρημένες του κουβέντες ήταν απόσταγμα δεκάδων χρόνων εμπειρίας πάνω στη σκηνή, και κυρίως, απέραντης αγάπης για αυτό το υπέροχο πράγμα που λέγεται θέατρο. Ένιωθες για μια στιγμή ότι στο διπλανό έδρανο βρίσκονταν μαζί του (και μαζί μας) η Λαμπέτη, ο Χορν, ο Κουν, όλο εκείνο το θαύμα που έχτισε εκείνη η dream team του θεάτρου, τότε. Κι όμως, ήταν τόσο απλός και καλόβολος μαζί μας, μας ευχαριστούσε κάθε φορά, γιατί, έλεγε, του δίναμε ζωή με τα νιάτα και την όρεξή μας. Και σ' έκανε, φεύγοντας, να θες να πας να σηκώσεις τα βιβλιοπωλεία, να μάθεις τα πάντα για τον Ουίλιαμς, για τον Ο' Νηλ, για τον Τσέχοφ. Σ' έκανε να τους αγαπήσεις, να συμπονέσεις τους ήρωες, να τους βλέπεις μέσα σου.

Όταν γράφτηκα στη σχολή ήμουν διαλυμένος σχεδόν από την προσωπική μου περιπέτεια. Μου ήταν δύσκολο να διαβάσω, να γράψω, να συγκεντρωθώ σε ο,τιδήποτε. Ο Μάριος Πλωρίτης ήταν ο άνθρωπος που μ' έκανε για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια να νιώσω ότι  αξίζω κάτι, ότι μπορώ και πάλι να κάνω το μόνο που ξέρω να κάνω: να γράφω. Έκανα εργασίες σ' όλα του τα μαθήματα - μας άφηνε ελεύθερο το θέμα, κι εμείς οργιάζαμε. Πάντα είχε έναν καλό λόγο να  πει σε όλους μας. Ήξερα πως, ακόμη κι εμένα, δε μου έκανε χάρη, αφού δεν ήξερε... Ένιωθα να ξαναπατάω στα πόδια μου, ένιωθα ότι μπορώ ακόμα να κυνηγήσω αυτά που αγαπάω.

Ο άνθρωπος αυτός, και δυο-τρεις ακόμα δάσκαλοι, με κράτησαν τότε στη ζωή. Κυριολεκτώ, όσο κι αν ακούγεται μελό. Όσο κι αν οι ίδιοι δεν το ήξεραν. Και μ' έκαναν άνθρωπο ξανά. Μου άνοιξαν το μυαλό, την καρδιά, τα φτερά μου ξανά. Ό,τι καλό έχω πάνω μου σήμερα τους το χρωστάω. Όση ζωή έχω μέσα μου τώρα, είναι από τη δικιά τους πνοή.

Δεν είχα ευκαιρία ούτε να τον χαιρετίσω, ούτε να του πω ευχαριστώ. Έφυγα στη μέση του τέταρτου έτους για το νησί. Πήγα μόνο στις πτυχιακές εξετάσεις. Την τελευταία φορά που τον είδα, στις εξετάσεις, με κράτησε στο γραφείο του, στο τέλος. «Δουλεύεις;» με ρώτησε. Του είπα ότι θα φύγω, για το νησί,  αλλά ότι σίγουρα θα τα ξαναπούμε. Δεν φάνηκε να συμφωνεί με την επιλογή μου, αλλά μου ευχήθηκε να πάνε όλα καλά. Έφυγα. Δεν τα ξαναείπαμε. Ήθελα πάντα να του στείλω ένα γράμμα, που να του λέω όλα αυτά, να του λέω πόσα του χρωστάω, και πόσο τον ευχαριστώ. Και σ' αυτό υπήρξα αναβλητικός.  Είναι λίγο αργά, τώρα...

Όχι τίποτα άλλο, αλλά, από εκεί ψηλά, κύριε Πλωρίτη, μπορεί να βλέπετε πως έτσι που πέρασαν τα χρόνια, έγινα κι εγώ σαν τον Τρέπλιεφ στο «Γλάρο», που τον κορόιδευα στις εργασίες μου. Και περιμένω πως και πώς να φύγουν όλοι από το γραφείο για να κλάψω για λίγο μόνος μου, κι έπειτα να πάω σπίτι και να διαβάσω τα «Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή» του Ρίλκε, που μεταφράσατε εσείς, εκείνο το μικρό βιβλιαράκι από τις εκδόσεις «Ίκαρος».

Μη θεωρήσετε ότι σας κλαίω. Οι δάσκαλοί μας (κι όσοι άνθρωποι μας σημάδεψαν) κατοικούν για πάντα μέσα μας. Απλά θέλω να κλάψω γιατί νιώθω πως έσβησε ξαφνικά ένα φως, που φώτιζε τόσο λυτρωτικά τις πιο σκοτεινές μου μέρες. Γι αυτό το φως σας, μέσα από την καρδιά μου σας ευχαριστώ.

(Έφυγαν όλοι. Θέλω να μείνω λίγο μόνος μου... Μου επιτρέπετε...)

7/12/12

Ένα ράφι στη ντουλάπα [ώρες αυτοκριτικής...]



Ένα ράφι στη ντουλάπα μου είναι γεμάτο από πακετάκια - μικρά βιβλιαράκια. Είναι τα ανάτυπά μου. Αποσπάσματα δηλαδή από τόμους συνεδρίων, από επιστημονικά περιοδικά, όπου κατά καιρούς έχουν φιλοξενηθεί μικρές μελέτες που έχω γράψει. Είναι παλιά πρακτική: οι εκδότες εκτός από τους τόμους τυπώνουν επιπλέον σε καμιά τριανταριά αντίτυπα ξεχωριστά τις μελέτες καθενός και του τις στέλνουν, με ένα χαρτονένιο εξωφυλλάκι. Οι περισσότεροι τα χαρίζουν σε βιβλιοθήκες, σε φίλους τους ή σε άλλους συναδέλφους τους από τον ίδιο επιστημονικό χώρο, τα βάζουν στους φακέλους τους όταν είναι υποψήφιοι για κάποια ακαδημαϊκή θέση ή όταν κρίνονται για να προαχθούν σε κάποια επόμενη ακαδημαϊκή βαθμίδα. Καθεμιά τέτοια δημοσίευση είναι μια γραμμή στο βιογραφικό τους – είναι «κάτι». Αυτή η γραμμή βέβαια κρύβει πολύ χρόνο (καμιά φορά και μήνες ολόκληρους) δουλειάς για να βγει αυτή η μελέτη που θα κυκλοφορήσει σε πολύ λίγα αντίτυπα (τώρα τελευταία ορισμένες δεν τυπώνονται καν και υπάρχουν μόνο σε ηλεκτρονική μορφή). Ακόμα λιγότερα είναι τα μάτια που θα τη διαβάσουν – συνήθως κάποιος στο (εγγύς ή απώτερο) μέλλον που θα κάνει μια σχετική εργασία και θα χρησιμοποιήσει αυτή τη βιβλιογραφική αναφορά.

Με τα δικά μου ανάτυπα δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο. Κάθονται εκεί και πιάνουν τον τόπο χωρίς να πιάνουν τόπο κάμποσα χρόνια – έχω χαρίσει μερικά σ’ ένα φίλο μου, δίνω πάντα ένα στη μάνα μου, όταν δεν λέει μέσα πολύ ακαταλαβίστικα πράγματα. Χάρηκα μάλιστα όταν ένα τελευταίο, που έλεγε για κάποιον που σκότωσε τη γυναίκα του και τον εκτέλεσαν, το δάνεισε και στη γειτόνισσα για να το διαβάσει… Πιστεύω όμως ότι το πιο σημαντικό πράγμα που έκανα μ’ αυτά ήταν ότι κάποτε χρησιμοποίησα ένα, διπλωμένο στα δύο, για να στηρίξω ένα βαρύ έπιπλο που έγερνε κάπως. Το ανάτυπο ήταν μια μελέτη για το θέατρο στα Επτάνησα που μου είχε πάρει κάμποσες εβδομάδες να τη γράψω, πάντως αξιοποιήθηκε δεόντως και για καλό σκοπό. Σήκωσε ένα τεράστιο βάρος, όχι με τον επιστημονικό της όγκο, αλλά με το ταπεινό της μέγεθος καμιά τριανταριά σελίδων χαρτιού.

Δεν ξέρω πια τί να τα κάνω. Στη δουλειά μου δεν μπορούν να με βοηθήσουν. Δεν μπορώ να διδάξω στο σχολείο τίποτα απ’ όλα αυτά, λόγω ειδικότητας. Ούτε λογοτεχνία, ούτε θέατρο. Η ανακύκλωση φαντάζει μόνη ενδεδειγμένη λύση, αλλά από την άλλη, ψιλολυπάμαι τις δεκάδες μέρες, τις εκατοντάδες ώρες που έχω αφιερώσει για την έρευνα και το γράψιμό τους. Μου θυμίζουν, άλλωστε, πόσο μου άρεσε η έρευνα, πόσο μου αρέσει ακόμα. Μου θυμίζει το ξεφύλλισμα των παλιών βιβλίων, τα κιτρινισμένα φύλλα των παλιών εφημερίδων, τα τρεμάμενα γράμματα πάνω στα χειρόγραφα, την απίστευτη χαρά του να βρίσκεις κάτι μικρούλι, του να σε πηγαίνει το ένα στοιχείο στο άλλο, το να σου φανερώνεται ένα, έστω απειροελάχιστο, μυστικό. Αλλά, έρευνα για την έρευνα; Για να ικανοποιεί κανείς το μεράκι του; Και το αποτέλεσμα;

Η αίσθησή μου είναι ότι η συμβολή στην επιστήμη όλων αυτών των σελίδων που πάσχισα ομολογουμένως πολύ για να γράψω είναι μάλλον μικρότερη από την περιβαλλοντική καταστροφή που έχει επιφέρει στο οικοσύστημα η κοπή των δέντρων που χρειάστηκαν για να παραχθεί το χαρτί στο οποίο τυπώθηκαν. Διάβαζα πριν από λίγο καιρό στο «Βήμα» για τον τεράστιο όγκο των επιστημονικών εργασιών που παράγονται παγκοσμίως και που ουδόλως προάγουν την επιστήμη – που κανείς δεν προλαβαίνει πλέον να διαβάσει. Είναι κι αυτά εργαλεία σ’ ένα σύστημα που «αξιολογεί» το επιστημονικό έργο κάποιου μέσα μια δαιδαλώδη κλίμακα που αδυνατώ και αρνούμαι να συλλάβω. Δεν είναι μόνο το πόσες δημοσιεύσεις έχεις, αλλά και το σε πόσα διεθνή περιοδικά βρίσκονται αυτές, και πόσοι άλλοι αναφέρθηκαν σε σένα, και σε πόσα συνέδρια έχεις πάει, και σε πόσα υπήρχε κριτική επιτροπή αξιολόγησης – ζαλίζομαι μόνο και στη σκέψη ότι κάποιος μπορεί να μετράει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία με τέτοιους τρόπους…  Είναι κανόνας του παιχνιδιού θα μου πείτε... Αλλά μετριέται η επιστήμη με πόντους και γραμμές στο βιογραφικό μας;

Εδώ βέβαια θα μπορούσε κάποιος να μου προσάψει το «όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια». Ασφαλώς, μέσα σ’ αυτόν τον κυκεώνα υπάρχουν πάμπολλες αξιολογότατες μελέτες, που, σε αντίθεση με αυτές που φιλοξενεί η ταπεινή μου ντουλάπα, πραγματικά προσφέρουν καινούρια πράγματα στην επιστήμη και στη γνώση. Υπάρχουν. Σπουδαίες, από σπουδαίους ερευνητές, που έχω πραγματικά ζηλέψει. Όχι φθονήσει. Ζηλέψει. Με την έννοια, ότι κάπως έτσι θα ήθελα να ήταν και οι δικές μου μελέτες. Αλλά ο αληθινός ερευνητής περνάει ατέλειωτες ώρες σε βιβλιοθήκες, αρχεία, ηλεκτρονικές (πλέον) πηγές και παράγει καινούρια γνώση. Αν έλεγα ότι υπάρχει έστω και μία πιθανότητα τα κλεισμένα στη ντουλάπα μου ανάτυπα να παράγουν καινούρια γνώση, μπορεί να ήμουν ευτυχισμένος, αλλά σίγουρα θα ήμουν (μικρός ή μεγάλος ακόμα δεν το έχω ξεκαθαρίσει) ψεύτης.

Είναι κι αυτά ένα ελάχιστο κομμάτι εκείνου του τεράστιου σωρού των εργασιών που γράφονται πλέον με ταχύτητα οπλοπολυβόλου, ανακοινώνονται σε συνέδρια και δημοσιεύονται σε περιοδικά σε κολοσσιαίες ποσότητες και τελικά δεν διαβάζονται από κανέναν. Που ουσιαστικά δημιουργούν «θόρυβο» στην επιστήμη,  («μπούγιο» θα το λέγαμε πιο λαϊκά), που δεν της ανοίγουν κανέναν ορίζοντα. Που ενδεχομένως αποσυντονίζουν κι αυτούς τους λίγους ρέκτες που ψάχνουν μανιωδώς τα επιστημονικά περιοδικά αναζητώντας να διαβάσουν κάτι πραγματικά καινούριο. Και δεν το βρίσκουν πια.

Κουράστηκε η επιστήμη (και μιλώ κυρίως για τις ανθρωπιστικές επιστήμες); Δεν νομίζω. Δεν υπάρχει πεπερασμένη γνώση, για να πούμε ότι έφτασε στο φουλ η χωρητικότητα του σκληρού της δίσκου. Απλώς φοβάμαι ότι δεν μπορεί πια να «επεξεργαστεί» όλον αυτόν τον πληθωρισμό από μελέτες που κατακλύζει συνέδρια και επιστημονικά περιοδικά. Δεν μπορεί πια να χωνέψει όλα αυτά τα ανάτυπα που τυπώνονται μανιωδώς και στοιχειώνουν ντουλάπες. Χαμένες εργατοώρες, καμμένη φαιά ουσία, χωρίς ουσιώδες τελικό αποτέλεσμα, χωρίς, στην πραγματικότητα, τελικό αποδέκτη. Όπερ εστι μεθερμηνευόμενον, στα αζήτητα.

Ίσως λοιπόν είναι καιρός κάποιοι να αφήσουμε ήσυχη την επιστήμη, να τη γυρίσουμε πίσω στους αληθινούς ερευνητές. Αν την αγαπάμε πραγματικά, πρέπει να σταματήσουμε να γεμίζουμε τη ντουλάπα μας με ανάτυπα. Η δικιά μου, άλλωστε, δεν χωράει άλλα.