Αναζήτηση στο ιστολόγιο

31/12/13

Η πρώτη μέρα του χρόνου




Τρέμουν τα πόδια. Από το κρύο εκ πρώτης όψεως. Δεκέμβρης μήνας, πάει ο παλιός ο χρόνος. Επί της ουσίας, από αυτό που πάει να κάνει.  Αυτό ανθρώπου νους δεν θα το χωρούσε. Ούτε κι ο δικός του ένα χρόνο, ίσως κι ένα μήνα πριν.. Ούτε και τώρα. Και τώρα δεν ξέρει αν θα βρει τη δύναμη να φτάσει μέχρι το τέλος. Όσο θυμάται τι κουβέντες μεταχειριζόταν για όσους άκουγε στα νέα ότι είχαν κάνει κάτι παρόμοιο…

29/12/13

Η πένα της Ντιάνας Αντωνακάτου

Πίνακας του Πέτρου Ζουμπουλάκη - πηγή www.inkefalonia.gr




Από την εκδήλωση «Για την Ντιάνα που αγαπάμε», Παρασκευή 27-12-2013, θέατρο «Κέφαλος»

Οι λέξεις είναι για τον καλλιτέχνη ένα ακόμη εργαλείο έκφρασης. Ο λόγος συγκροτεί έναν παράλληλο, συμπληρωματικό κόσμο προς εκείνον των εικόνων. Ο χώρος, ο χρόνος, οι άνθρωποι, η ιστορία, η ψυχή του δημιουργού, κατοικούν, όπως και στους ζωγραφικούς πίνακες, και στους κόσμους που φτιάχνουν οι λέξεις. Η Ντιάνα Αντωνακάτου εξερεύνησε τον κόσμο που φτιάχνουν οι λέξεις, θεωρώντας την «δημιουργική της ατμόσφαιρα» ενιαία.

"Ανθρωποφύλακες" - Περικλής Κοροβέσης


Περικλής Κοροβέσης, Ανθρωποφύλακες
Αθήνα: Οι εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013

Όταν ξεκίνησα να διαβάζω τους «Ανθρωποφύλακες», το μυαλό μου πήγε στη φετινή γιορτή του Πολυτεχνείου στο σχολείο μας. Η γιορτή είχε τον τίτλο «40 χρόνια μετά». 40 χρόνια. Οι μαθητές μου της πρώτης Λυκείου έχουν γεννηθεί το έτος 1998 – επομένως η Χούντα των Συνταγματαρχών είναι για τα παιδιά μας τόσο μακρινή όσο ακριβώς ήταν για τη δική μου γενιά ο πόλεμος του 1940 και ο εμφύλιος. 

"Παράπλευρες καθημερινές απώλειες" - Περικλής Κοροβέσης



Παράπλευρες καθημερινές απώλειες
Περικλής Κοροβέσης, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013

Κείμενο από την παρουσίαση του βιβλίου στον "Αστραίο" (Κάστρο Αγ. Γεωργίου, Κεφαλονιά, 21-12-2013)

«Μη μου λες ότι λάμπει το φεγγάρι. Δείξε μου τη λάμψη του φεγγαριού πάνω στο σπασμένο γυαλί»,  είχε πει ο Τσέχωφ… Έχει γίνει χίλια κομμάτια ο κόσμος μας, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Η πραγματικότητά μας, τόσο η πραγματική, όσο και το παράλληλο σύμπαν της ψηφιακής μας ζωής έχουν θρυμματιστεί, σαν σπασμένος καθρέφτης. Η παγκοσμιοποιημένη μας κοινωνία είναι θρυμματισμένη σε μικρόκοσμους,συναισθηματικά απομονωμένους, αλλά οικονομικά τόσο εξαρτημένους μεταξύ τους. 

26/10/13

Το τραγούδι του




Καμιά φορά σκέφτομαι πώς θα φαινόταν από μακριά ο κόσμος μας αν μπορούσαμε να δούμε, τη νύχτα, εκεί που όλοι κοιμούνται, το φως από τις ψυχές των ανθρώπων να φεύγει από το σώμα τους και να ταξιδεύει εκεί που πηγαίνουν τα όνειρά τους. Νιώθω πως εκείνο το ταξιδιάρικο και ονειρικό φως θα είχε πολύ περισσότερα χρώματα απ’ όσα εμείς μπορούμε να δούμε με τα μικρά μας μάτια, μέσα στον πεπερασμένο, στενό μας ορίζοντα. Και καμιά φορά τα μάτια μας είναι τόσο κουρασμένα που δεν προλαβαίνουν να χαρούν τόσες και τόσες μοναδικές αχτίδες που κάθε στιγμή ξεπηδούν από παντού.

20/10/13

Το θέατρο στα Επτάνησα (1864-1900)



[Δημοσιεύτηκε με τον τίτλο " ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΑ  ΕΠΤΑΝΗΣΑ 1864-1900 - ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ στα πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου "Η Ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα 1864-2004 (Ακαδημία Αθηνών - Βουλή των Ελλήνων, 2004), τόμος Β' (Ιδεολογία - Πολιτισμός, Αθήνα, 2006, σελ. 537-569)]

Το εσωτερικό του θεάτρου "Κέφαλος" του Αργοστολίου πριν τους σεισμούς του 1953

1.      Εισαγωγικά
1.1  «Μακροσκοπική» φύση της εξέτασης: Η πολιτισμική συμπεριφορά μετά από πολιτειακή μεταβολή.

Οφείλω να σας ομολογήσω εξ’ αρχής ότι η παρούσα ανακοίνωση δεν φιλοδοξεί να κομίσει νέα στοιχεία στην ιστοριογραφία του Νεοελληνικού Θεάτρου, που, σε ό,τι αφορά τον χώρο των Επτανήσων έχει ευτυχήσει να έχει δει και να εξακολουθεί να βλέπει εξαιρετικές μελέτες (του Σπύρου Ευαγγελάτου για την Κεφαλονιά, της Γλυκερίας Πρωτοπαπά – Μπουμπουλίδου για τη Ζάκυνθο, του Πανταζή Κοντομίχη για την Λευκάδα, και του Δημητρίου Καπαδόχου για την Κέρκυρα, αλλά και τις νεότερες:

8/10/13

Δυο μεγάλες, μικρές στιγμές...

Δυο κείμενα από ένα παλιό μου ιστολόγιο, γραμμένα σε δυο διαφορετικές χρονικές στιγμές, για ένα παιδάκι απ' αυτά που η κοινωνία τα ξεχνάει, ή κάνει πως δεν τα βλέπει. Επειδή δεν "χωρούν" στα μέτρα της. Επειδή γεννήθηκαν αλλιώτικα από αυτό που κάποιοι έχουν ορίσει ως "συνηθισμένο" ή (ακόμη χειρότερα) "φυσιολογικό". Δυο πολύτιμες για μένα στιγμές,  από εκείνες που η ζωή φέρνει αναπάντεχα μπρος μας, και μας κάνει να καταλαβαίνουμε ποια πράγματα αξίζουν αληθινά... Δούλευα τότε στη Βιβλιοθήκη του Αργοστολίου, και ούτε που φανταζόμουν ότι λίγο καιρό μετά... θα πήγαινα κι εγώ, ξανά, σχολείο...




Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008
Η ζωή καμμιά φορά τα φέρνει έτσι ώστε μερικές μεγάλες χαρές και συγκινήσεις να έρχονται ανέλπιστα... Ιδίως σε μας που οι ζωές μας είναι συνηθισμένες και λιγάκι βαρετές - αλλά αυτό είναι το δικό μου ιστολόγιο, η δικιά μου καθημερινότητα, δεν έχω άλλη, όσο ασήμαντη κι αν είναι.
Οχτώ χρόνια στη δουλειά κλείνω σε λίγες μέρες... Με πολλές χαρές, πιο πολλές δυσκολίες, αλλά αυτό που έζησα προχθές την Πέμπτη δεν ξεχνιέται εύκολα...  Ίσως ήταν η πιο σημαντική στιγμή στα οχτώ αυτά χρόνια. Όλα τα άλλα, έρχονται και πάνε... Αυτό είναι τώρα τόσες μέρες στο μυαλό μου και δε λέει να φύγει...
Μού είχαν τηλεφωνήσει από την προηγούμενη ότι θα ερχόταν επίσκεψη στη δουλειά το Ειδικό Σχολείο του νομού μας... Είχα, ομολογώ, αγχωθεί, γιατί δεν έχω ειδικές γνώσεις, και δεν ήξερα πώς να αντιμετωπίσω αυτά τα παιδάκια που η ζωή τους στέρησε αυτά που εμείς έχουμε αυτονόητα. Δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να τα πληγώσω, να τα κάνω να νιώσουν άβολα και ξένα.
Και να'τα που έσκασαν μύτη εννιά παιδάκια με τις δασκάλες τους... Εννιά αξιολάτρευτες γελαστές φατσούλες, όλα με μάτια λαμπερά, με λαχτάρα να γνωρίσουν κάτι καινούριο. Κανένα δεν είχε ξανάρθει εδώ... Ποιος ξέρει αν πηγαίνουν πουθενά εκτός από το σχολείο... Ποιος ξέρει πόσο έχουν αποκλειστεί, πόσο τα έχουν κοροϊδέψει οι συνομήλικοί τους (ξέρουμε πόσο σκληρά είναι καμμιά φορά τα παιδιά), πόσο οι δικοί τους τα έχουν κρύψει από την κοινωνία, την ίδια τη ζωή...
Έσπασε από νωρίς ο πάγος. Είπαμε τα ονόματά μας. Όλοι, εκτός από έναν. Τον Σ.... Μια τσαχπίνα μικρούλα δίπλα του μού είπε πώς τον λένε.
Τα παιδιά είχαν έρθει προετοιμασμένα, με ερωτήσεις. Ανοίξαμε κουβεντούλα. Όχι μόνο για την επίσκεψή τους. Όλοι ήθελαν να χιονίσει, για να βγουν στο χιόνι και να παίξουν, είπαμε για τα αγαπημένα τους παραμύθια , κάναμε πλάκα και γελούσαμε όλοι μαζί, εκτός από τον Σ... που ήταν πέραν του κόσμου τούτου. Η δασκάλα μού εξήγησε ότι το παιδάκι έχει αυτισμό, γι' αυτό δεν ήθελε να επικοινωνήσει. Κάποια στιγμή μού είπε ότι στον Σ... αρέσουν οι χάρτες. Ψάξαμε και βρήκαμε ένα βιβλίο με χάρτες και του το έδωσα. Το ξεφύλλισε με λαχτάρα και μιλούσε μόνο με τη δασκάλα γι' αυτό ενώ εμείς οι υπόλοιποι είχαμε ανοίξει απίστευτη πολυλογία...
Τα παιδιά είχαν φέρει μαζί τους και ζωγραφιές από το σχολείο. Μού τις έδωσαν όλοι, ένας ένας, εκτός από τον Σ... που είχε ζωγραφίσει κάτι και το έδωσε στη δασκάλα για να  μού το δώσει... (Αυτή η ζωγραφιά του Σ... είναι και στην εικόνα αυτού του ποστ).
Έπειτα σκεφτήκαμε ότι είναι καλή ιδέα να ζωγραφίσουν όλοι κάτι επιτόπου. Μια και δυο αρχίζουν όλοι να ζωγραφίζουν και μού το φέρνουν με πολλή αγάπη. «Τι θα τις κάνετε;» μου λέει ένα κοριτσάκι. «Θα τις πετάξετε;». «Όχι, θα τις βάλω σ' ένα ντοσιέ και θα τις κρατήσω για πάντα, για να σας θυμάμαι». «Θα σας ξαναδούμε, θα σας καλέσουμε στο σχολείο στη γιορτή μας».
Ξαφνικά το μάτι μου πέφτει στον Σ... Με μια μονοκοντυλιά ζωγραφίζει τα δυο νησιά μας, τους κεντρικούς δρόμους και τα βασικά τοπωνύμια και βάζει σημάδια για κάποιους ιερούς ναούς. Μονοκοντυλιά. Χωρίς να σηκωθεί ο ίδιος, μου το δίνει, και μού λέει τι είναι αυτό που ζωγράφισε «Το νησί, οι δρόμοι, οι εκκλησίες». Κοφτά και σταράτα.. Είναι αμφίβολο αν ένα παιδί στην ηλικία του θα μπορούσε να το κάνει αυτό. «Είσαι απίθανος», του λέω.. Μου χαμογελά. Εγώ, στον ουρανό.
(Αυτή τη ζωγραφιά την κρατάω για μένα - γράφει το πραγματικό όνομα του παιδιού, δεν θέλω να το «φωτογραφίσω» με κανέναν τρόπο).
Έρχεται η ώρα του αποχαιρετισμού, και χαιρετιόμαστε με αστειάκια. Θα πάνε εκδρομή σε ένα ανοιχτό μέρος, μετά από μας. «Πόσο σας ζηλεύω».
«Να έρθετε μαζί μας, κύριε. Σας παρακαλούμε...»
«Αχ βρε παιδιά, το θέλω τόσο πολύ, αλλά έχουμε τόση δουλειά».
Η τσαχπίνα μικρούλα πετάγεται...
«Να κάνετε κοπάνα. Ελάτε, κύριε... Σας αγαπάμε πολύ!».
Κι εγώ, ψυχούλες, κι εγώ... Και σας ευχαριστώ που μπήκατε με τα χαμόγελα και τις ζωγραφιές σας και φωτίσατε τη γκρίζα εκείνη μέρα...
Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009


Η μαγεία της στιγμής περνά από δίπλα μας. Είναι τόσο προσωπική που μπορεί κανείς άλλος να μην την αντληφθεί μέσα στο πλήθος. Κι ίσως αυτή να είναι η αξία ενός μπλογκ: ότι μπορεί να αποτυπώσει τις μαγικές στιγμές του καθενός μας - αυτές που κι οι ίδιοι αύριο ίσως θα ξεχάσουμε, και να μας κάνει να τις μοιραζόμαστε, με την αγωνία κάποιος άλλος ν' ανακαλύψει τη μαγεία τους.
Σας είχα γράψει για τον μικρό Σ... παλιά, όταν το ειδικό σχολείο του νησιού μας επισκέφτηκε το χώρο της δουλειάς μου. Ο Σ... είναι αυτιστικός - ο τρόπος που καταλαβαίνει τον κόσμο είναι αλλιώτικος από τον δικό μας, κι εκείνος δεν το ξέρει. Και γι' αυτό οι γέφυρές του με τον δικό μας κόσμο, όπως τον βλέπουμε εμείς, είναι δύσκολες, στριφνές, στενές. Μα κάπου μπορείς να τις βρεις. Σχεδόν δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε κι ακόμα έχω τη ζωγραφιά που μου χάρισε.
Κυριακή πρωί, πριν πάω στο πατρικό, σταματώ στο κοιμητήριο της μικρής μας πόλης. Στην εκκλησία του, τη Δραπανιώτισσα, γίνεται μνημόσυνο για ένα πρόσωπο πολύ οικείο και αγαπημένο. Κόσμος πολύς, ζέστη πολλή, ένταση...
Μέσα στον κόσμο, βλέπω τον Σ..., υποβασταζόμενο από ένα άλλο αγόρι, που του έμοιαζε, μάλλον αδελφό του. Ο Σ... περνά από μπροστά μου και πάει ν' ανάψει το κερί του. Ασυναίσθητα η προσοχή μου φεύγει από τη λειτουργία - τον παρακολουθώ.
Ο Σ... είναι μπροστά απ' το κηροπήγιο και μόλις ανάβει το κερί του, κάποιος ανοίγει μια κοντινή πόρτα για να μπει λίγη δροσιά. Το αεράκι που εισβάλλει ξαφνικά στο ναό σβήνει όλα τα αναμμένα κεριά...
Η πόρτα κλείνει. Εγώ κοιτάζω μόνο τον Σ... σαν κανείς άλλος να μην υπήρχε εκεί μέσα. Ατάραχος, μένει εκεί. Ο αδελφός του τον τραβάει να φύγουν. Δε φεύγει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει και ανάβει ένα ένα όλα τα σβησμένα κεριά. Όλα. Κι ύστερα κάνει στην άκρη.
Δεν είμαι καλός χριστιανός. Θεωρώ όμως ιερότερη απ' όλες τις στιγμές της λατρείας εκείνη που ο πιστός ανάβει ένα κερί, κάπου. Κάθε κερί έχει έναν πόνο, μια προσευχή, μια λαχτάρα, μια ελπίδα.
Τούτο το πρωί της Κυριακής ο Σ... που η επιστήμη λέει ότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει στοιχειωδώς  με τους άλλους ανθρώπους,  που ζει μέσα σ' έναν δικό του, παράξενο για μας κόσμος, εκείνος, ο ίδιος Σ... φρόντισε ώστε όλες οι προσευχές, όλες οι ελπίδες όλων μας εκεί μέσα να μείνουν ζωντανές. Το κεράκι του καθενός μας ξανάναψε, χάρη σε κείνον. Εκείνον, που ανέλαβε μόνος του αυτό το καθήκον. Να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα. Και που το έφερε εις πέρας, για όλους.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε έτσι ο Σ... Θα 'θελα πολύ να καταλάβω το μυαλουδάκι του, τον κόσμο του. Μα νιώθω ότι μ' ένα μυστήριο τρόπο, επικοινώνησε μαζί μας. Άρρητα. Μ' αυτό που ο καθένας μας έχει βαθιά μέσα του και δεν εκφράζει. Όπως δεν το εκφράζει κι εκείνος. Με τον δικό μας, μύχιο αυτισμό.
Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από κείνη τη λειτουργία. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί μέσα μετά απ' αυτό. Τέλειωσε η λειτουργία, χαιρέτησα τους λυπημένους κι έφυγα. Δεν ξέρω, και δε με νοιάζει αν κανείς άλλος εκεί πρόσεξε αυτό που είδα εγώ. Στον δικό μου παράξενο κόσμο «αυτό» ισοδυναμεί με μια υπέροχη στιγμή. Απ' αυτές που σε κάνουν πλούσιο, και σού χαρίζουν καινούρια φτερά.

1/10/13

Ένα παγκάκι στη Σπιανάδα




Μάρτης μήνας, συννεφιά, όμορφη πόλη, μεγάλη πλατεία. Απ’ τη μεριά της θάλασσας, το παλιό κάστρο. Απ’ την άλλη, μια πόλη παλιά, σαν παραμύθι που πήγε να κρυφτεί ανάμεσα στον θόρυβο των αμαξιών της καινούριας πόλης και το μόνο που κατάφερε ήταν  να κρύψει εκείνο μέσα στην αγκαλιά του και να γλυκάνει όλες τις αναποδιές, ηχητικές, πλαστικές, ολότελα ανθρώπινες, του καινούριου κόσμου.

17/9/13

Εφιάλτης στην οδό Μπάμπη Άννινου!




Αφιερωμένο σ' όλα τα πρωτάκια

Αλλιώς τα περίμενα εγώ, όλο το καλοκαίρι. Αλλιώς τα ονειρευόμουν… Και τώρα η καρδιά μου πάει να σπάσει… Οδός Μπάμπη Άννινου 1. Η πρώτη διαδρομή  προς αυτόν τον προορισμό κράτησε αιώνες. Βγαίνουμε από το μικρό δωματιάκι που νοικιάσαμε (με κουδούνι και θερμοσίφωνα παρακαλώ) στη λεωφόρο Βεργωτή. Ανεβαίνουμε τα σκαλάκια. Στρίβουμε τη μεγάλη ανηφοριά της Βύρωνος με προσοχή μη μας κόψει κανένα αυτοκίνητο.

25/8/13

Οδηγώντας στην παλιά Κεφαλονιά


Το κείμενο προέρχεται από την παρουσίαση του βιβλίου «Αμαξάδες και φορτάκηδες» της Σωτηρούλας Γονατά-Μουστάκη, που είχε γίνει στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Πυλαρέων,  (Αγία Ευφημία στις 4-5-2005). Δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά.



Το έτος 1917 στην ανθρωπότητα ολόκληρη συμβαίνουν κοσμοϊστορικές αλλαγές. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη, και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής αποφασίζουν να συμμετάσχουν σ’ αυτόν. Στη Ρωσία, ξεσπά η Επανάσταση των μπολσεβίκων, που θα αλλάξει την πορεία της ανθρωπότητας.

12/8/13

Οι σεισμοί του 1953 και οι άνθρωποι [60 χρόνια μετά]




60 χρόνια μετά τους σεισμούς του 1953
Το κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση μνήμης με αφορμή την επέτειο 60 χρόνων από τους σεισμούς του 1953 που διοργανώθηκε από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, Π.Ε. Κεφαλληνίας,  στην Πλατεία Βαλλιάνου (Αργοστόλι) στις 11-8-2013:

Στη μακριά και αργόσυρτη πορεία του χρόνου, χρειάζονται μερικές στιγμές μονάχα, στιγμές κυριολεκτικά, για να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι δεν είναι ο παντοδύναμος αφέντης αυτού του κόσμου. Ότι η δύναμη της φύσης, μια δύναμη έξω από την ανθρώπινη λογική, είναι τέτοια που μπορεί να εξαφανίσει σε μερικές μόνο στιγμές, όλα όσα εκείνος χρειάστηκε εκατοντάδες χρόνια να δημιουργήσει. Τέτοιες είναι οι στιγμές που έζησαν, εξήντα χρόνια πριν, οι κάτοικοι της Κεφαλονιάς, της Ιθάκης και της Ζακύνθου. 1953,

8/8/13

Η αγάπη κατοικεί σ' έναν χαρταετό






Πού κατοικεί η αγάπη; Στις ουρές της Γραμματείας της Νομικής Αθηνών, οδός Σόλωνος 57, μέσα στη  χλαλοή και στο στριμωξίδι, εκεί που όλοι οι πρωτοετείς, Σεπτέμβρη μήνα, στριμώχνονται ο ένας πίσω από τον άλλον, αγοράζουν το πάσο τους από τις φοιτητικές παρατάξεις, μαζί με έξτρα βοήθεια για τη συμπλήρωση των δικαιολογητικών εγγραφής.

4/8/13

Ο κήπος των αστεριών


«Κι έπειτα θ’ ανοίξεις τη μεγάλη σιδερένια πόρτα και θα μπεις στον κήπο. Μα θα περιμένεις να νυχτώσει πριν βγάλεις οποιοδήποτε συμπέρασμα. Δεν θα είναι δικός σου αυτός ο κήπος, δικιά σου θα είναι μονάχα η χαρά απ’ τους καρπούς του».

Ένα σκισμένο χαρτί είναι, αυτό είναι όλο. Δεν ήξερε τι έγραφε πριν, δεν ήξερε τι έγραφε μετά. Κάτω από την τελευταία γραμμή, στο ελάχιστο μισοσκισμένο κομματάκι χαρτιού που είχε απομείνει, φαίνονταν οι άκρες από κάποια βελάκια που έδειχναν κάπου.

1/8/13

Οδύσσεια καρδιάς

Πέτρος Α. Αλιβιζάτος
Αποστολή …το τίμημα
Αθήνα: Επτάλοφος, 2012,
σελ. 374 και φωτογραφικό παράρτημα


Εκ των προτέρων οφείλω να ομολογήσω δύο πράγματα: Πρώτον, ότι για βιβλία σαν κι αυτό, που καταγράφουν πορείες ζωής, είναι δύσκολο να ακολουθήσει κανείς τους κανόνες μιας συμβατικής παρουσίασης. Και δεύτερον, ότι από παιδάκι έτρεφα απεριόριστο θαυμασμό για όσους εξασκούν το ιατρικό λειτούργημα.

31/7/13

Το ξεχασμένο θεατρικό έργο του Γεράσιμου Μοσχόπουλου

Ο Γεράσιμος Μοσχόπουλος ήταν ο προηγούμενος από μένα διευθυντής της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης. Δεν πρόλαβα βέβαια να τον γνωρίσω, μια και πέθανε το 1974, τη χρονιά που εγώ γεννήθηκα. Μέχρι το 2000, που ξεκίνησα να δουλεύω στη Βιβλιοθήκη, η θέση παρέμενε κενή. Οι γηραιότεροι αναγνώστες θυμούνταν και μου περιέγραφαν την πραγματικά απέραντη (όχι αδικαιολόγητη, για μένα) αγάπη του για τη Βιβλιοθήκη.

30/7/13

Ιφιγένεια εν... Βουκουρεστίω





[Δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Ρουμανία 1871:
Ένας κεφαλονίτης μεταφράζει Ρακίνα στα ελληνικά και οραματίζεται την Ένωση της Ευρώπης" στο περιοδικό  Πόρφυρας, αρ. 114, Ιαν.-Μαρ. 2005, σσ. 711-722]


            Στην επτανησιακή συλλογή της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης Αργοστολίου φιλοξενείται η αυτοτελής έκδοση της τραγωδίας Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Jean Racine, μεταφρασμένης στα ελληνικά από τον κεφαλονίτη Παναγιώτη Πανά (1832-1896), που τυπώθηκε στο Βουκουρέστι το 1871[1].

29/7/13

Κεφαλονίτικος λόγος στα Βαλκάνια: Ο Παναγιώτης Πανάς στη Ρουμανία



Ο Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), δημοσιογράφος, λογοτέχνης, μεταφραστής αλλά και πολιτικός οραματιστής, είναι ένας από τους πολλούς Κεφαλονίτες, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα μετακινούνται στα διάφορα οικονομικά κέντρα του μείζονος Ελληνισμού, σε ολόκληρη τη Βαλκανική και την Ανατολική Μεσόγειο. Όπως μας αποκαλύπτει η Ερασμία–Λουίζα Σταυροπούλου στη μονογραφία της για τον Πανά («Παναγιώτης Πανάς, ένας ρομαντικός», εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1987)  είναι χαρακτηριστικό ότι ο ανήσυχος και ρομαντικός Κεφαλονίτης έχει ήδη  ταξιδέψει στα νεανικά του χρόνια, τη δεκαετία του 1850, στη Μάλτα, τη Σικελία, την Κάτω Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, και έχει πραγματοποιήσει την πρώτη του επίσκεψη στη Ρουμανία. Πηγαίνει επίσης, πριν την Ένωση, στην Αθήνα, και απελαύνεται μάλιστα από το ελληνικό κράτος για τις ιδέες του, ενώ κάνει και ένα σύντομο πέρασμα από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το 1865. Η μεγαλύτερη σε διάρκεια παραμονή του στο εξωτερικό, η οποία ωστόσο και αυτή διακόπτεται από σύντομα ταξίδια στην Ελλάδα, είναι η περίοδος κατά την οποία ο Πανάς εγκαθίσταται στη Ρουμανία. Θα περάσει εκεί περίπου δέκα χρόνια της ζωής του, από το 1868 μέχρι το 1879, συνεχίζοντας τις εκδοτικές, δημοσιογραφικές, φιλολογικές και λογοτεχνικές του συνεργασίες, δραστηριότητα στην οποία είχε ήδη ξεκινήσει να επιδίδεται από τα νεανικά του χρόνια, στην Κεφαλονιά.

Οι περιπλανήσεις του Πανά

Υπάρχει ωστόσο μια ουσιώδης διαφορά, που ξεχωρίζει τον Πανά από τις υπόλοιπες περιπτώσεις των Κεφαλονιτών που επιχείρησαν να δοκιμάσουν την τύχη τους μακριά από τα στενά όρια του νησιού, και που είναι χαρακτηριστική για να κατανοήσουμε την ιδιαίτερη προσωπικότητά του. Συνήθως οι μετακινήσεις των Κεφαλονιτών έχουν κάποιο οικονομικό κίνητρο (την ανάληψη κάποιας επικερδούς επαγγελματικής δραστηριότητας στο εξωτερικό, συνήθως σε εμπορικούς οίκους) ή την προσδοκία για σταδιοδρομία στον πνευματικό στίβο (αυτή η διάσταση αφορά κυρίως την Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και μεγάλα κέντρα του παροικιακού ελληνισμού όπου εκδίδονται έντυπα). Ο Πανάς μπορεί φαινομενικά να ακολουθεί αυτόν τον δρόμο, αφού λειτουργεί ένα εμπορικό γραφείο στη Ρουμανία και δημοσιεύει συνεργασίες του σε έντυπα, ωστόσο το κίνητρό του δεν φαίνεται να είναι αυτό. Ο Πανάς δεν έχει στόχο την επαγγελματική του αποκατάσταση, αλλά οι μετακινήσεις του μοιάζουν να υπαγορεύονται από την επιθυμία του για εκπλήρωση των πολιτικών του στόχων. Είχε ανδρωθεί στο ριζοσπαστικό κίνημα, και παρακολουθούσε από κοντά  τις εξελίξεις στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα τη δυναμική που είχε αναπτυχθεί στην ιταλική χερσόνησο και τους εκεί πολέμους και κινήματα που οδήγησαν στην ανεξαρτησία και ενοποίηση της Ιταλίας, αλλά και την πολιτική δυναμική στη Γαλλία που αργότερα θα οδηγούσε στην Κομμούνα του Παρισιού. Θα πρέπει να δούμε λοιπόν αυτή του την κινητικότητα, ήδη από τα νεανικά του ταξίδια στη Νότιο Ιταλία και τη Σικελία, μέχρι την παραμονή του στη Ρουμανία, ως ένα ταξίδι με πολιτικό περιεχόμενο και στόχο. Ο Πανάς ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του ριζοσπαστικού κινήματος, τους ασυμβίβαστους ριζοσπάστες, που επιθυμούσαν εκτός από την Ένωση με την Ελλάδα, και κοινωνική αλλαγή. Αυτό τον έφερε, λίγο μετά την Ένωση,  κοντά στην ιδέα της «Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας» (Δ.Α.Ο.),  στο όραμα δηλαδή για την Ένωση όλων των λαών της Βαλκανικής για την αποτίναξη της οθωμανικής απολυταρχικής κυριαρχίας και την οργάνωσή τους σε ενιαία ομόσπονδη υπόσταση με δημοκρατικές αρχές. Ο Πανάς ήταν από τα ενεργότερα μέλη της μυστικής εταιρείας που συστήθηκε στο Βελιγράδι το 1865, γι’ αυτό το σκοπό, και της «αδελφής» οργάνωσης «Ο Ρήγας» που ιδρύθηκε αργότερα στο Ελληνικό Βασίλειο. Η φυσική του λοιπόν παρουσία, αλλά και τα κείμενα που γράφει και δημοσιεύει την περίοδο που βρίσκεται στη Ρουμανία, συνδέονται άμεσα με τη «στράτευσή» του στο όραμα της δημοκρατικής ένωσης των βαλκανικών λαών.

Ο Πανάς έμεινε σε δυο διαφορετικές περιοχές της Ρουμανίας, στο Καλαφάτι, κοντά στα σύνορα με τη Βουλγαρία, για έξι χρόνια, από το 1868 ως το 1874, όταν η Εταιρεία ήταν σε πλήρη δράση, και στη Μπράιλα από το 1876 ως το 1877 και από το 1878 ως το 1879. Στα ενδιάμεσα διαστήματα κατοικεί στην Αθήνα, επιστρέφει και για μια σύντομη περίοδο στην Κεφαλονιά, αλλά και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρουμανία πραγματοποιεί πάρα πολλά ταξίδια στην Αθήνα. Και στις δύο πόλεις αυτές το ελληνικό επιχειρηματικό στοιχείο είναι έντονο, όπως έντονα είναι και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Πανάς, ιδίως στο Καλαφάτι, με στελέχη της εκεί ελληνικής κοινότητας – ο Πανάς βρίσκεται στη Ρουμανία για διαφορετικούς λόγους και προφανώς οι ιδέες που πρεσβεύει είναι ενοχλητικές. Η περίοδος, άλλωστε που ζει στη Ρουμανία ο Πανάς σηματοδοτούν και τη μετάβασή της από την Ένωση των Δύο Πριγκιπάτων της Μολδαβίας και της Βλαχίας το 1859 ως την αναγνώριση της πλήρους ανεξαρτησίας της Ρουμανίας το 1878, μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου. Ο Πανάς ζει από κοντά τη μετάβαση της Ρουμανίας σε μια νέα ανεξάρτητη κρατική οντότητα, και προσπαθεί με τη γραφή του, αλλά και με τη μυστική πολιτική του δράση, να συμμετέχει στην πολιτική δυναμική του ευρύτερου βαλκανικού χώρου.

Τη συγγραφική του δραστηριότητα στα «ρουμανικά χρόνια», μπορούμε να τη χωρίσουμε σε δυο βασικούς άξονες. Ο πρώτος περιλαμβάνει κείμενά του που γράφτηκαν στη Ρουμανία και δημοσιεύτηκαν σε έντυπα που εκδίδονταν από τον ελληνισμό της διασποράς. Ο δεύτερος περιλαμβάνει συνεργασίες του που δημοσιεύονται σε έντυπα του Ελληνικού Βασιλείου.

Όσον αφορά στα κείμενά του που δημοσιεύονται σε Ρουμανικά έντυπα, και εδώ έχουμε να παρατηρήσουμε μια στροφή: Στην πρώτη εξαετία (1868-1874) κατά την οποία διαμένει στο Καλαφάτι, δημοσιεύει τα κείμενά του στην εφημερίδα Ίρις που κυκλοφορούσε την εποχή εκεινη στο Βουκουρέστι. Εκδότης της ήταν ο Ζαχαρίας Σαρδέλλης, εκ των ενεργών μελών της Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας, με τον οποίο φαίνεται ότι συνεργάζονται στενά για τους σκοπούς της. Η Ίρις φαίνεται ότι εντάσσεται σε ένα «δίκτυο» βαλκανικών εφημερίδων που προωθούν τους σκοπούς της Δ.Α.Ο. και ο Πανάς εκεί βρίσκει την ευκαιρία να δημοσιεύσει αρκετά κείμενά του με μορφή επιστολών,με θεματολογία καθαρά πολιτική, σε πολλά επίπεδα: εξελίξεις στο Ανατολικό ζήτημα, στο ελληνικό Βασίλειο, στις βαλκανικές κοινότητες όπου υπάρχουν Έλληνες. Επειδή τα περισσότερα κείμενα που δημοσιεύονται στην Ίριδα είναι, κατά την προσφιλή συνήθεια της εποχής, ανυπόγραφα, δεν μπορούμε να ξέρουμε πόσα ακόμη αλλά ούτε και ποια κείμενά της έχουν γραφτεί από τον Πανά.

 Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν και οι μεταφράσεις του Πανά που δημοσιεύονται στην Ίριδα: Το κείμενο «Περί καθηκόντων» του Ιταλού πρωτεργάτη της ιταλικής παλιγγενεσίας Τζουζέπε Ματσίνι, που μάλλον αποτελούσε το πρότυπο του Πανά και αναδημοσιεύτηκε και σε εφημερίδες του ελλαδικού χώρου, αλλά και το κείμενο του αναρχικού δημοσιογράφου Γκυστάβ Φλουράνς  «Περί ελληνισμού» (δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1873) δίνουν το ιδεολογικό στίγμα του Πανά. Ο Φλουράνς είχε λάβει ενεργό μέρος στην Κρητική Επανάσταση και στην παρισινή κομμούνα, όπου και έχασε τη ζωή του.

 Ίσως όμως η πιο περίεργη μεταφραστική κίνηση του Πανά ήταν μια μετάφραση σε συνέχειες, στις σελίδες της Ίριδας, η οποία όμως κυκλοφόρησε και αυτοτελώς το 1871, τυπωμένη στο τυπογραφείο της εφημερίδας. Πρόκειται για τη μετάφραση της Ιφιγένειας εν Αυλίδι του Ρακίνα, ενός θεατρικού έργου του γαλλικού «χρυσού αιώνα» που γράφτηκε για να υμνήσει στρατιωτικές επιτυχίες του Λουδοβίκου του ΙΔ΄, και πρωτοπαίχτηκε στους κήπους των Βερσαλλιών. Στο πρώτο παραξένισμα, αν αναρωτηθεί κανείς γιατί ο Πανάς επέλεξε μια τέτοια μετάφραση για να προωθήσει τους πολιτικούς του σκοπούς, αρκεί κανείς να διαβάσει τον πρόλογό του. Ο Πανάς ανατρέπει όλο το σκεπτικό του Ρακίνα και μεταφράζει την τραγωδία, γνωρίζοντας ότι ένα «ελληνικό» θέμα θα είχε απήχηση στο αναγνωστικό κοινό των Ελλήνων της Ρουμανίας, για να καταγγείλει τον αυταρχικό μονάρχη Αγαμέμνονα. Για τον Πανά ο Αγαμέμνονας είναι, όπως γράφει, «Η τελειωτέρα εικών του κατακτητού όλων των εποχών» - άρα είναι όλα αυτά που ο ίδιος αντιπάλευε σε όλη του τη ζωή και εξακολουθεί να αντιπαλεύει: Είναι το βρετανικό στέμμα στο οποίο αντιπαρατάχθηκε ως ριζοσπάστης, είναι ο σουλτάνος, την αποτίναξη του ζυγού του οποίου προετοιμάζει η Δ.Α.Ο., είναι επίσης και όλοι εκείνοι οι βασιλείς της Ευρώπης, ενάντια στους οποίους στρέφονται όλα τα επαναστατικά κινήματα της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και, στην απέναντι όχθη, το όραμα μιας αβασίλευτης ομοσπονδίας των λαών της Βαλκανικής.

Στην περίοδο κατά την οποία ο Πανάς διαμένει στη Μπράιλα, επιχειρεί μια διαφορετική τακτική – ιδιαίτερα προσφιλή στον ίδιο ήδη από τα νεανικά του χρόνια στην Κεφαλονιά, αλλά και στην Αθήνα: Προσπαθεί να εκδώσει δικό του έντυπο. Όπως συνέβη και κατά το παρελθόν στις εκδοτικές του προσπάθειες στην Κεφαλονιά και στην Αθήνα, δεν θα τα καταφέρει με επιτυχία. Το έντυπο που εκδίδει στη Μπράιλα καταφέρνει να επιβιώσει μόλις για επτά εβδομάδες. Πρόκειται για τη δεκαεξασέλιδη εφημερίδα Κυκεών (με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Εφημερίς sui generis”) που κυκλοφόρησε στη Μπράιλα από τον Σεπτέμβριο ως τον Οκτώβριο του 1876, χωρίς να γνωρίσει απήχηση – ο Πανάς εδώ φαινόταν να χάνει σταδιακά την ορμή του, βλέποντας τους στόχους για ενωτικό ξεσηκωμό των λαών της Βαλκανικής σταδιακά να απομακρύνονται.  Κυκεών ήταν και το αρχικό όνομα της σατιρικής εφημερίδας Διαολαποθήκη της Κεφαλονιάς, με την οποία είχε συνεργαστεί ο Πανάς στα νεανικά του χρόνια. Φαίνεται ότι προσπάθησε να εκδώσει και άλλα έντυπα, μια και κατά καιρούς κυκλοφορούσε διάφορες αγγελίες έκδοσης εντύπων, όπως της εφημερίδας Εσπέρα ή του περιοδικού Ρωμαντική ή Ρωμαϊκή Ανθολογία – η τύχη όμως αυτών των εντύπων μας είναι άγνωστη. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν κυκλοφόρησαν ποτέ.

Την ίδια περίοδο που ο Πανάς ζει στη Ρουμανία, συνεχίζει να δημοσιεύει κείμενά και μεταφράσεις του και σε έντυπα του Ελληνικού Βασιλείου, κυρίως του αθηναϊκού κέντρου, που από τη δεκαετία του 1870 γίνεται πόλος έλξης για πολλούς συγγραφείς και λόγιους του ευρύτερου ελληνικού «γαλαξία». Περισσότερο ενδιαφέρον για τον ιδεολογικό προσανατολισμό του έχουν οι ανταποκρίσεις του στην αθηναϊκή εφημερίδα Μέλλον, αλλά και τον Κόσμο του συμπατριώτη του και συντρόφου του στις τάξεις της Δημοκρατικής Ανατολικής Ομοσπονδίας Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, ενώ δεν θα πρέπει να παραλείψουμε το γεγονός ότι ο Πανάς «δημιούργησε» στη Ρουμανία, κατά την προσφιλή συνήθεια πολλών λογοτεχνών,  μία «φανταστική» γυναίκα λογοτέχνη, την Γεωργία Κατσικογένη. Ο Πανάς χρησιμοποίησε το όνομα αυτό για να δημοσιεύει ποιήματα και μεταφράσεις τόσο στη Ρουμανία όσο και στην Αθήνα (κυρίως στο περιοδικό Εθνική Βιβλιοθήκη). Πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι στην ποιητική του συλλογή Έργα Αργίας που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1883, περιλαμβάνονται και πολλά ποιήματά του που, αν κρίνουμε από τη χρονολογία συγγραφής τους, γράφτηκαν στη Ρουμανία.

Στις αλλεπάλληλες μετακινήσεις του, άλλωστε, στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1870, ο Πανάς προσπάθησε να εκδώσει πολλά έντυπα, και συμμετείχε σε πολλές προσπάθειες, όπως έκανε και στα χρόνια πριν την Ένωση, προσπάθειες που οι περισσότερες απέτυχαν. Ο ίδιος άλλωστε δεν φαινόταν ιδιαίτερα υπομονετικός ή έστω επίμονος στο να υποστηρίξει αυτές του τις προσπάθειες και τις εγκατέλειπε με την ίδια ευκολία με την οποία τις ξεκινούσε.

Το βέβαιο είναι ότι ο Πανάς έφυγε απογοητευμένος από τη Ρουμανία, που κατά τη δεκαετία του 1880 έγινε ένα ακόμα ανεξάρτητο Βασίλειο στη Βαλκανική, και μάλιστα με ένα μεγάλο τμήμα της σημερινής χώρας, την Τρανσυλβανία, να βρίσκεται στην κατοχή της Αυστροουγγαρίας. Η απήχηση της ιδέας για ένωση των βαλκανικών λαών φαινόταν να μην είναι τόσο ζωηρή, καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία κλυδωνιζόταν και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις έψαχναν να επιβάλλουν ηγεμόνες στις επίδοξες νέες σφαίρες επιρροής, όπως έκαναν άλλωστε και με το Ελληνικό Βασίλειο. Η ιδέα για ομοσπονδιοποίηση ήταν ασφαλώς ασθενέστερη από τις εθνικές φιλοδοξίες κάθε λαού που διεκδικούσε τη χειραφέτησή του από την παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία. Αντίθετα, ευκολότερη από την ένωση των λαών αποδείχτηκε, για άλλη μια φορά στην ιστορία, η κυκλοφορία των κεφαλαίων και η δημιουργία οικονομικών ζωτικών χώρων – η Δημοκρατία θα περιμένει για πολλά χρόνια ακόμα, ίσως, με τον τρόπο που την οραματίστηκε ο Πανάς, να περιμένει ακόμα.


Στη δεκαετία του 1880, στην Αθήνα πλέον, ο Πανάς, έχοντας εγκαταλείψει την ενεργό πολιτική δράση επιτέλους θα καταφέρει να γνωρίσει κάποια αποδοχή στους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, κυρίως μέσα από τις αυτοτελείς εκδόσεις του και τη συνεργασία του με το περιοδικό Εβδομάς, όπου μάλιστα θα δημοσιεύσει σε συνέχειες, κείμενα για τις σχέσεις Ελλήνων και Ρουμάνων (1884, 1885). Ωστόσο κάποιες φιλόδοξες εκδοτικές του προσπάθειες θα αποτύχουν και πάλι, οδηγώντας τον πάντοτε οικονομικά αδύναμο, απογοητευμένο και ψυχικά συντετριμμένο Πανά σε πλήρες αδιέξοδο. Ο Πανάς, αυτός ο πολίτης του κόσμου, ο ρομαντικός, ο οραματιστής, θα αυτοκτονήσει με μορφίνη στο «Ξενοδοχείο των ξένων» στην Αθήνα (οξύμωρος ίσως ο τίτλος), στις 29 Σεπτεμβρίου του 1896. Οι νεκρολογίες του περιγράφουν έναν άνθρωπο με σιγαλή φωνή, αιώνια απάθεια, λίγες και μετρημένες λέξεις, αργό βάδισμα με σκυμμένο κεφάλι. Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος ονειρεύτηκε και προσπάθησε να αλλάξει τον κόσμο…

16/7/13

Η ευτυχία είναι τηγανητές πατάτες



Τα παιδικά μας καλοκαίρια τα περνούσαμε στην Άσσο – το γραφικό χωριό στα βόρεια της Κεφαλονιάς, το οποίο, όπως καταλαβαίνετε, ακόμη και τώρα που κάπως λιγάκι μεγαλώσαμε, εξακολουθεί να είναι για μας ο επίγειος παράδεισος. Η Άσσος είχε τα πάντα. Μια θάλασσα ρηχή, πολύ κοντά μας. Φορούσες μπανιερό, σαγιονάρες, μπρατσάκια, μπαλίτσες, κουβαδάκια και πήγαινες κατευθείαν εκεί.

15/7/13

Federico Garcia Lorca: Τρία ποιήματα (κάπως... λυπημένα)


Το μικρό σιωπηλό αγόρι

Έψαχνε τη φωνή του το μικρό αγόρι
 (την είχε πάρει ο βασιλιάς των γρύλλων)
σε μια σταλαματιά νερού
έψαχνε τη φωνή του το μικρό αγόρι.

Μα δεν τη θέλω εγώ για να μιλήσω.
Μ’ αυτήν θα φτιάξω ένα δαχτυλίδι
για να μπορεί τη σιωπή μου να φοράει
Στο μικρό του δαχτυλάκι.

Σε μια σταλαματιά νερού
Έψαχνε τη φωνή του το μικρό αγόρι.

Μα η αιχμάλωτη φωνή, πέρα μακριά
Ντύθηκε με τα ρούχα ενός γρύλλου.


Κλαίγοντας

Κλαίγοντας
κατηφορίζω το δρόμο
αλλόκοτος, δίχως λύση καμιά
με τη λύπη του Συρανό
και του Κιχώτη.

Εξαργυρώνοντας
τ' άπειρα ακατόρθωτα
με του ρολογιού τον χτύπο.



Το τραγούδι της ξερής πορτοκαλιάς


Ξυλοκόπε,
πελέκησε τη σκιά μου από πάνω μου!
Ελευθέρωσέ με
απ’ το βασανιστήριο
να μην έχω καρπούς...

Γιατί γεννήθηκα μες στους καθρέφτες;
Η μέρα τριγυρίζει ολόγυρά μου
κι η νύχτα στ’ άστρα της
τη μορφή μου αντιγράφει.

Θέλω να ζήσω δίχως το είδωλό μου.
Κι έπειτα, άσε με να ονειρευτώ
πως τα μυρμήγκια κι οι ανθοί του γαϊδουράγκαθου
είναι οι φυλλωσιές μου κι οι παπαγάλοι μου.




Απόδοση από την αγγλική μετάφραση: Η.Τ.

7/7/13

Kορίτσια του καλοκαιριού...

Τα κορίτσια του καλοκαιριού τα βλέπεις παντού. Στις παραλίες... στις βραδινές βόλτες... στα καφέ και στα μπαράκια... Αλλά και στο σινεμά. Σ' αυτά τα τελευταία είναι αφιερωμένη η ανάρτηση. Σε κορίτσια, πολλά από τα οποία δεν υπάρχουν πια, που ταυτίστηκαν με το ελληνικό καλοκαίρι, ή, ίσως, το ελληνικό καλοκαίρι ταυτίστηκε μ' αυτά. Που οι εικόνες τους μάς παραπέμπουν σε μια εποχή αθωότητας και ξενοιασιάς, που μπορεί να μην ήταν τόσο ξένοιαστη ούτε τόσο αθώα, αλλά ήταν οπωσδήποτε πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή από τη δικιά μας.

30/6/13

Η λαιμητόμος στο Αργοστόλι! (1887)

Μια θανατική καταδίκη για έγκλημα «χάριν φιλοτιμίας» και η αθηναϊκή δημοσιογραφία της εποχής

ημοσιεύθηκε στα Κεφαλληνιακά Χρονικά, τόμος 13 (2011-2012), σελ.299-320]

Ηλίας Α. Τουμασάτος

1. Προλογικά: Το γεγονός – η θανατική ποινή στην Ελλάδα

Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1887, στην πλατεία των Λυκιαρδοπουλάτων, στην είσοδο δηλαδή της πόλεως του Αργοστολίου, εκτελέστηκε στη λαιμητόμο ο Αναστάσιος Κουνάδης, 35 ετών, από τα Βλαχάτα Σάμης. Ο Κουνάδης, τρία χρόνια πριν, είχε δολοφονήσει την επιληπτική σύζυγό του και είχε επιχειρήσει να την κάψει ώστε να φανεί ότι ο θάνατός της προήλθε από ατύχημα λόγω της κατάστασης της υγείας της.

28/6/13

Το παραμύθι του φυλακισμένου πουλιού



Κλεισμένο μέσα στο κλουβί, κελαηδούσε μονάχο. Δεν άκουγε κανείς, μα λίγο νοιαζόταν γι’ αυτό. Δεν είχε δει ποτέ τον κόσμο εκεί έξω, μα το μόνο που ήξερε ήταν να τον τραγουδάει, έτσι όπως τον φανταζόταν. Και να χαίρεται όταν η φωνή ανέβαινε από το μικρό του λαρύγγι κι έβγαινε έξω, πέρα από τα κάγκελα του κλουβιού… «Ποιος ξέρει», σκεφτόταν «μπορεί κάποιος εκεί έξω ν’ ακούει».

9/6/13

Τραγούδι της ψυχής - Gibran Khalil Gibran

Αυτοπροσωπογραφία του ποιητή

Τραγούδι της ψυχής
Gibran Khalil Gibran [1883-1931]

Στης ψυχής μου τα βάθη,
ένα τραγούδι δίχως λόγια υπάρχει
Ένα τραγούδι που ζει στο σπόρο της καρδιάς μου
Που αρνείται με μελάνι πάνω στον πάπυρο να λιώσει
Τη στοργή μου μ’ ένα διάφανο μανδύα τυλίγει
Και ρέει – μα όχι στα χείλια μου.

Μα, πώς να το ανασάνω;
Φοβάμαι πως θα σμίξει με τον γήινο αιθέρα.
Σε ποιον να το τραγουδήσω;
Εκείνο κατοικεί στο σπίτι της ψυχής μου
Από φόβο για τ’ άγρια τ’ αυτιά.

Όταν κοιτώ μέσα στα εντός μου μάτια
Βλέπω τον ίσκιο του ίσκιου του
Όταν αγγίζω τ’ ακροδάχτυλά μου
Νιώθω τους παλμούς του.

Των χεριών μου οι κινήσεις
Την όψη του προσέχουν
Όπως μια λίμνη αντανακλά
Των αστεριών τη λάμψη.

Τα δάκρυά μου το κάνουν ορατό
όπως οι λαμπερές σταγόνες της δροσιάς
φανερώνουν το μυστικό του ρόδου
που μαραίνεται.

Είναι ένα τραγούδι
που ο λογισμός το σύνθεσε
κι η σιωπή το εξέδωσε
κι η κραυγή το απέφυγε
Κι η αλήθεια το δίπλωσε
Και τ’ όνειρο το ξανατραγούδησε
Κι η αγάπη το κατάλαβε
Και το ξύπνημα το έκρυψε
Κι η ψυχή το τραγούδησε.

Είναι το τραγούδι της αγάπης.
Ποιος Κάιν, ποιος Ησαύ
θα μπορούσε να το τραγουδήσει;

Είναι πιο ντελικάτο κι απ’ το γιασεμί
Ποια φωνή θα μπορούσε να το σκλαβώσει;

Είναι δεμένο στην καρδιά
σαν μυστικό παρθένας
Ποια χορδή θα μπορούσε
να το κάνει να πάλλεται;

Ποιος τολμά να ενώσει
τον βρυχηθμό του κύματος
με το τραγούδι τ’ αηδονιού;
Ποιος τολμά να συγκρίνει
της τρικυμίας το στρίγγλισμα
με την ανάσα ενός μωρού;
Ποιος τολμά να προφέρει δυνατά
τις λέξεις που προορίζονται για να τις πει
η καρδιά;
Ποιος άνθρωπος τολμά με τη φωνή του
 να τραγουδήσει
το τραγούδι του Θεού;

(Από το έργο του «Ένα δάκρυ κι ένα χαμόγελο», [κυκλοφόρησε στα αραβικά το 1914]
(Απόδοση από την αγγλική μετάφραση: Η.Τ.)

25/5/13

Ένας πατέρας στο γιο του - Carl Sandburg



Ένας πατέρας στο γιο του
Carl Sandburg (1878-1967)
(A father to his son)

Ένας πατέρας βλέπει το γιο του
– κοντεύει πια να γίνει άντρας…
Τι πρέπει να πει σ’ αυτό το γιο;

19/5/13

Η σκάλα των ονείρων




Τα πιο πολλά από τα μαθητικά χρόνια τα περάσαμε ζώντας σ’ ένα μικροσκοπικό σπιτάκι στην οδό Βύρωνος. Όλο κι όλο ήταν ένα δωμάτιο. Ένα, το ίδιο, για να κοιμόμαστε, να διαβάζουμε, να τρώμε. Μια μικρή κουζίνα, που ίσα χώραγε το νεροχύτη κι ένα φουρνάκι, κι ένα μικροσκοπικό μπάνιο, αυτό ήταν το βασίλειό μας. Δηλαδή, το «Καμαρούλα μια σταλιά» που τραγουδούσε ο Γιάννης Πουλόπουλος επακριβώς. Το πατρικό μας σπίτι ήταν κάμποσα χιλιόμετρα μακριά απ’ το σχολείο, και η ενοικίαση αυτού του «γιαπωνέζικου» καταλύματος ήταν το τίμημα για να μην ξυπνάμε από το χάραμα για το λεωφορείο της γραμμής και να μπορούμε να κάνουμε αγγλικά, το μοναδικό φροντιστήριο που σήκωνε το βαλάντιο της οικογένειας. Ο πατέρας έμενε πίσω στο χωριό, για τους κήπους και τα μεροκάματα, κι εμείς, Δευτέρα πρωί φτάναμε στο σπιτάκι «εκστρατείας», και Παρασκευή μεσημέρι φεύγαμε, πάντα με το λεωφορείο της γραμμής… Το σπίτι είχε τα απολύτως απαραίτητα έπιπλα: Ένα σουμιέ πάνω στον οποίο κοιμόμουνα εγώ, τέσσερα ντέξιον ράφια όπου βάζαμε τα βιβλία μας, ένα κομοδίνο με μια δεκαεφτάρα ασπρόμαυρη τηλεόραση, έναν καλόγερο ακριβώς πάνω στην πόρτα όπου κρεμάγαμε τα ρούχα μας και έπεφτε πάνω σε όποιον άνοιγε την πόρτα, ένα τραπέζι, πτυσσόμενο, τέσσερις καρέκλες, κι ένα καναπέ που γινόταν κρεβάτι – εκεί κοιμούνταν η μάνα και η αδελφή μου – και μια ντιβανοκασέλα για όποτε ερχόταν ο πατέρας (ο οποίος δεν πολυάντεχε αυτό τον συνωστισμό και το απέφευγε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί στη μικρή μας πόλη η φήμη ότι η μάνα μας είναι είτε χωρισμένη είτε χήρα).

Ένα πορτονάκι κι ένας στενός, σκεπασμένος διάδρομος, τούνελ στα μάτια μας, οδηγούσε στο σπιτάκι μας. Η αλήθεια είναι ότι πάντα είχα μια συστολή να καλέσω τους φίλους μου σ’ αυτό, γιατί ήταν αμφίβολο αν θα χωρούσαμε όλοι μέσα.

Ήταν δύσκολο το διάβασμα σ’ αυτό το σπιτάκι. Η καημένη η μάνα μου έπρεπε να προσποιείται πως δεν υπάρχει, εγώ με την αδελφή μου μαλώναμε συνέχεια σαν τα κοκόρια, και, κάθε τρεις και λίγο, ερχόταν επίσκεψη και η σπιτονοικοκυρά, όταν η μάνα μου δεν προλάβαινε να πάει εκείνη πρώτη στο σπίτι της, ακριβώς δίπλα, προκειμένου να μας αφήσει ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουμε ή για να τσακωθούμε. Από το μοναδικό παράθυρο βλέπαμε μόνο τη μικρή αυλή της σπιτονοικοκυράς, και το καλοκαίρι, που τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, ακούγαμε όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς από τη σπιτονοικοκυρά και τις φιλενάδες της. Ακούγαμε επίσης το σκύλο του γείτονα που τον είχαν δέσει, για να έχει χώρο να κινείται πάνω στο σύρμα του απλωμού, και όταν έτρεχε ακούγαμε επιπλέον κι ένα μεταλλικό σύρσιμο, πράγμα που αρχικώς μας είχε δημιουργήσει την υποψία ότι ο εν λόγω σκύλος είναι κάτι σαν ρόμποκοπ, και, τέλος, τους τουρίστες του ξενοδοχείου, οι οποίοι, παρά το βρετανικό τους φλέγμα, όταν είχαν πιει κάτι παραπάνω, καταλαμβάνονταν από διονυσιακή ευθυμία τις ώρες που θέλαμε να κοιμηθούμε…

Κι εμείς περιμέναμε να περάσουν οι μέρες και να έρθει το σαββατοκύριακο, που θα γυρίζαμε στο χωριό, όπου μας περίμενε το δωμάτιό μας, η αυλή μας, τα παιχνίδια μας, όλα όσα Δευτέρα με Παρασκευή ήταν απαγορευτικό να έχουμε στο μικρό μας σπιτάκι εκστρατείας.

Όλα αυτά, μέχρι που κάποια μέρα, ακούσαμε μεταλλικούς θορύβους στην αυλή. Η αρχική σκέψη ήταν ότι ο σκύλος μεταλλάχθηκε ολοκληρωτικά στον ρόμποκοπ που υποψιαζόμασταν ότι έκρυβε μέσα του. Ανοίγοντας τη στενή πόρτα που οδηγούσε στην αυλή της σπιτονοικοκυράς, διαπιστώσαμε ότι δεν είχαμε δίκιο. Ο ανηψιός της, από τους πρώτους σιδεράδες του Αργοστολιού, συναρμολογούσε μια στριφτή, σιδερένια σκάλα, προορισμένη να οδηγεί στην ταράτσα του διώροφου σπιτιού της σπιτονοικοκυράς μας.

Όταν η σκάλα ήταν έτοιμη και τοποθετήθηκε, και βάφτηκε πρώτα με μίνιο και μετά με μαύρο χρώμα, ήταν πραγματικά πολύ όμορφη – έμοιαζε μ’ εκείνους τους έλικες του DNA για τους οποίους μάθαινα στη Βιολογία. Τις πρώτες μέρες, την κοιτούσαμε σαν χαζοί και αναρωτιόμασταν το αυτονόητο: πώς θα είναι άραγε εκεί πάνω. Τις ίδιες απορίες είχε και μια συμμαθήτριά μας που η σπιτονοικοκυρά τής νοίκιαζε ένα άλλο καμαράκι του σπιτιού. Η μάνα μου γκρίνιαξε αρχικά (κανονίστε να γκρεμοτσακιστείτε, κανονίστε να κάνετε φασαρία και να μας διώξουνε, και πού θα ξαναβρούμε σπίτι), αλλά μετά ζήτησε από τη σπιτονοικοκυρά να μας αφήνει να ανεβαίνουμε στην ταράτσα… Η άδεια εδόθη, με τις σχετικές, βεβαίως, συστάσεις…

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που ανεβήκαμε τη σκάλα, οι τρεις μας (η αδελφή μου, η συμμαθήτρια κι εγώ). Αργά αργά, με φόβο πως θα τσακιστούμε, κρατώντας σφιχτά τη σιδερένια κουπαστή, ακούγοντας τα βήματά μας να αντηχούν πάνω στο σίδερο και νιώθοντας τους κραδασμούς όλου του συστήματος στο στομάχι μας… Μα όταν φτάσαμε πάνω, καταλάβαμε ότι τελικά αυτός ο τύπος, ο Καβάφης είχε άδικο, ο προορισμός είναι το καλύτερο κι όχι το ωραίο ταξίδι.

Από την ταράτσα του σπιτιού, έτσι όπως ήταν ψηλά στην ανηφορική οδό Βύρωνος της αμφιθεατρικά χτισμένης μικρής μας πόλης, βλέπαμε ολόκληρο το Αργοστόλι. Κι όχι μόνο την πολη, αλλά και τη θάλασσα, και τα βουνά, λίγο πιο πέρα. Κεραμιδένιες στέγες, ανοιχτά και κλειστά παντζούρια, μια πόλη άγνωστη στο μικροσκοπικό μας καμαράκι, που το παράθυρό του πια έβλεπε μονάχα ένα κομμάτι αυλή και… τη σκάλα. Από κάτω μας ο δρόμος, κι οι περαστικοί και τα αμάξια, που τους βλέπαμε και δεν μας έβλεπαν, και ο ουρανός, που δε φαινόταν από το τουνελάκι της εισόδου μας, και τα πουλιά, που δεν έφταναν ποτέ μέχρι το παράθυρό μας.

Ξαφνικά ο κόσμος είχε αλλάξει, και το μικροσκοπικό μας σπιτάκι είχε αποκτήσει, χάρη σ’ αυτή τη σκάλα, ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς τοίχους, το μεγαλύτερο δωμάτιο του κόσμου. Κι αυτό το «δωμάτιο» θα ήταν μόνο δικό μας. Η μάνα μας δεν τα είχε πολύ καλά με τις σκάλες, και η σπιτονοικοκυρά είχε ήδη περάσει τα 80 – εγγύηση ότι δεν θα ήταν πολύ συχνοί επισκέπτες.

Από κείνο το σημείο και μετά, το ανεβοκατέβασμα της σκάλας έγινε καθημερινή μας συνήθεια, ή να πω καλύτερα τελετουργία; Παίρναμε εκεί μαζί μας τα βιβλία μας και διαβάζαμε, και κουβεντιάζαμε, και χαζολογούσαμε, και χαζεύαμε τους περαστικούς, και κοιτούσαμε από ψηλά την πόλη, ακούγαμε τους ήχους της, ακόμα κι ο θόρυβος από το σύρμα του σκύλου-ρόμποκοπ και τα ψου-ψου-ψου της σπιτονοικοκυράς με της γειτόνισσες είχαν πάψει να μας απασχολούν, έμοιαζαν πια με ένα μικρό-μικρό κομματάκι σ’ ένα τεράστιο παζλ. Ένα τεράστιο παζλ, το οποίο ήταν μόνο δικό μας. Όλη η πόλη ήταν μόνο δικιά μας. Μεγάλη χαρά. Να φανταστείτε, εκεί πάνω, ουδέποτε τσακωθήκαμε με την αδελφή μου, πράγμα ομολογουμένως αξιοσημείωτο.

Βέβαια αυτή η μαγική μας ανακάλυψη ήταν κάτι σαν «θερινό ανάκτορο». Το χειμώνα με τις βροχές και το κρύο καθόμασταν μελαγχολικοί και κοιτούσαμε από το μοναδικό μας παράθυρο τη σκάλα, προσμένοντας να ανοίξει λίγο ο καιρός και να αρχίσουμε την αναρρίχηση… Ακόμα κι αυτή η προσμονή έκανε το μικρό μας σπιτάκι λιγότερο ανυπόφορο. Ήταν απλά ο προθάλαμος της σκάλας. Πού θα πάει, θα βγάλει ήλιο και μετά, μη μας είδατε!

Στις εξετάσεις του σχολείου τα κορίτσια προτιμούσαν να διαβάζουν μέσα, κι έτσι η σκάλα και η ταράτσα ήταν αποκλειστικά δικές μου. Έτσι κι αλλιώς, όπου αλλού και να ήμουν, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Άρπαζα λοιπόν το βιβλίο, ανέβαινα τη σκάλα και, για κάποιον περίεργο λόγο, δεν καθόμουνα στην ταράτσα, αλλά στο κεφαλόσκαλο, κρεμούσα τα πόδια μου στο κενό και άρχιζα το διάβασμα. Συνήθως σε αυτή τη θέση προτιμούσα να διαβάζω άλγεβρα και γεωμετρία (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου). Κι εκεί, με το βιβλίο της άλγεβρας στο χέρι, αισθανόμουνα ότι είμαι κάτι σαν βασιλιάς, τέλος πάντων κάποιος πολύ δυνατός που έχει στα πόδια του ολόκληρο τον κόσμο… Οι συναρτήσεις της άλγεβρας και όσα βρίσκονταν πέρα από τον ορίζοντα, πέρα απ’ το οπτικό μου πεδίο, ανακατεύονταν γλυκά μέσα στο μυαλό μου, ένιωθα ότι από κει θα απογειωνόμουνα και θα πετούσα μακριά από τη μικρή μας πόλη, όπως τα διαστημόπλοια εκτοξεύονταν από κάτι τεράστιες βάσεις στο ακρωτήριο Κανάβεραλ. Καμιά φορά ο σκύλος-ρόμποκοπ με έβλεπε, μου γάβγιζε και με επανέφερε στην τάξη, όπως και η μάνα μου: «Νύχτωσε, κατέβα από κει πάνω, θα σε κόψει».

Ένα παιδί στα 16 βέβαια έχει κάθε δικαίωμα να νιώθει ότι ανεβασμένος σε μια σκάλα πιλοτάρει διαστημόπλοιο και ετοιμάζεται, με ένα βιβλίο άλγεβρας, για απογείωση. Η μανούλα μου ήξερε κατά βάθος πόσο φαντασιόπληκτο παιδί έχει κι έτσι δεν με πολυπαρεξηγούσε. Κι οι μέρες περνούσαν με το ανεβοκατέβασμα της σκάλας, και, τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι πόσο πολύτιμο είναι σαν παιδί να είσαι ευτυχισμένος με τέτοια μικροπράγματα, κι αναρωτιέμαι αν και τα σημερινά παιδιά μπορούν να τα χαρούν στ’ αλήθεια όπως κι εμείς…

Ακόμα καμιά φορά περνάω μπροστά από το σπιτάκι εκείνο, κι επίτηδες κοιτάζω μέσα από το πορτόνι. Φαίνεται τόσο σκοτεινό και θλιβερό το τουνελάκι που οδηγεί σ’ αυτό. Και σκέφτομαι, πώς είναι δυνατόν να ζήσαμε εκεί, τόσον καιρό, τόσα από τα ωραιότερά μας χρόνια. Μόνο που από το δρόμο δεν μπορώ να δω πια τη σκάλα των ονείρων. Θά ‘θελα μια μέρα να χτυπήσω το κουδούνι, και να ζητήσω από τον ιδιοκτήτη να μ’ αφήσει ν’ ανεβώ για μια τελευταία φορά στην ταράτσα. Αλλά πάντα φοβάμαι. Φοβάμαι πως η πόλη θα έχει αλλάξει, πως όλα θα μου φαίνονται πιο μικρά, πως κι εγώ ο ίδιος μπορεί να έχω αλλάξει. Πως μπορεί να μην είμαι πια ο καπετάνιος του διαστημόπλοιου που ήμουν τότε. Πως μπορεί να κάτσω στο κεφαλόσκαλο και να μην δω τίποτα απ’ όλα αυτά που έβλεπα μπροστά μου, τότε…

Έτσι, λέω να συνεχίσω να περνάω και πάντα  να κοιτάζω  μονάχα μέσα απ’ το πορτόνι. Και να μην την ξαναδώ, ούτε να την ξανανεβώ τη σκάλα των ονείρων. Μόνο να την ονειρεύομαι.