Αναζήτηση στο ιστολόγιο

30/3/13

Το μπλε τραγούδι - Ένα χαμένο ποίημα του Tennessee Williams




Το μπλε τραγούδι [Blue song]
Tennessee Williams (1911-1983)

Είμαι κουρασμένος
Είμαι κουρασμένος, από κουβέντες κι από πράξεις
Κι αν θα με συναντήσεις σε κάποιο
δρόμο, μη μου κάνεις ερωτήσεις, γιατί
τ’ όνομά μου μονάχα μπορώ να σου πω
και τ’ όνομα της πόλης όπου
γεννήθηκα - Μα τούτο αρκεί.
Δεν έχει πια νόημα αν το αύριο
θα φτάσει. Αν υπάρχει
μονάχα τούτη η νύχτα κι έπειτα έρθει
το πρωί, δε θά ‘χει νόημα τώρα.
Είμαι κουρασμένος. Είμαι κουρασμένος από κουβέντες
κι από πράξεις. Μες στην καρδιά μου
θα βρεις μια χούφτα μικρούλα
από σκόνη. Πάρ’ την και φύσα την έξω
στον άνεμο. Άστην, να την πάρει ο άνεμος
και θα βρει το δρόμο για το σπίτι.


Ο καθηγητής Henry Schvey βρήκε αυτό το νεανικό ποίημα του σπουδαίου αμερικανού θεατρικού συγγραφέα Tennessee Williams το 2004 σ’ ένα βιβλιοπωλείο στη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ. Ήταν γραμμένο με μολύβι στην τελευταία σελίδα ενός μπλε φυλλαδίου εξετάσεων για το μάθημα των Ελληνικών, στο Πανεπιστήμιο Washington του Σεν-Λούις, το 1937, όταν ο Williams σπούδαζε εκεί.

Το ποίημα, όμορφο μέσα στην απλότητα της γραφής του και τη νεανική απελπισία του Williams, έμεινε άγνωστο για περίπου 70 χρόνια… Ο απελπισμένος νεαρός που είχε ήδη αρχίσει να δοκιμάζει τις πρώτες του γραφές, και τις πρώτες απογοητεύσεις, δεν ήξερε τότε ότι θα γινόταν ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, αλλά δεν θα κατάφερνε να βρει την ευτυχία.

Έδωσε στο παγκόσμιο δραματολόγιο σπουδαία έργα (Γυάλινος κόσμος, Λεωφορείον ο πόθος, Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, Καμίνο Ρεάλ, Καλοκαίρι και Καταχνιά, Το γλυκό πουλί της νιότης, Νύχτα της Ιγκουάνα, Λυσσασμένη γάτα και τόσα άλλα). Έργα που άντεξαν στο χρόνο και που χάρισαν φήμη και δόξα στον συγγραφέα και στους ηθοποιούς που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Μοιάζει με τραγική ειρωνεία, αλλά αυτό που αναφέρει ο  Williams ότι τον κούρασε, οι κουβέντες (speech) και οι πράξεις (action) στα νεανικά του χρόνια ήταν αυτό που τον έκανε διάσημο. Το θέατρο, τι άλλο είναι από speech και action; Μα δεν του χάρισαν, οι κουβέντες και οι πράξεις, την ευτυχία. Οι ήρωες (και κυρίως οι ηρωίδες) των έργων του είναι καθρέφτες της απελπισίας που τον βασάνιζε για μια ζωή. Το 1983 βρέθηκε νεκρός από συνδυασμό αλκοόλ και ναρκωτικών… Τα έργα του θα ζουν για πάντα. Ανάμεσα σ’ αυτά και το νεανικό «Μπλε τραγούδι», που έμεινε κρυμμένο για τόσα χρόνια σ’ ένα μπλε φυλλάδιο…

25/3/13

Η Ελληνική Επανάσταση... με λόγια απλά



To κείμενο εκφωνήθηκε σε εκδήλωση για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη που διοργανώθηκε από την Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, το Κοργιαλένειο Ίδρυμα και το Λύκειο Ελληνίδων στις 24-3-2013

            Ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα του «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά» αναφέρει:
Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά,
να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές
που σιγά σιγά βουλιάζει

9/3/13

Η φαντασία στην (τοπική) ιστορία


Δημοσιεύτηκε στον τόμο 19 (2009) του περιοδικού του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς και Ιθάκης ΚΥΜΟΘΟΗ

Η φαντασία στην (τοπική) Ιστορία
Δυνατότητες παιδαγωγικής αξιοποίησης Βιβλιοθήκης και Μουσείου στην προσέγγιση από τους μαθητές της τοπικής Ιστορίας.

Ηλίας Α. Τουμασάτος

            Κάπου στα ράφια της  Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης υπάρχει ένα βιβλίο παλιό, εξαιρετικά φθαρμένο. Είναι ο Περίφημος «Αετιδεύς» (LAiglon) του Εντμόν Ροστάν[1], ένα θεατρικό έργο που γνώρισε μεγάλες δόξες στις αρχές του αιώνα μας με πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Σάρα Μπερνάρ. Τί δουλειά άραγε έχει ένα τέτοιο βιβλίο σε μια επαρχιακή βιβλιοθήκη – πώς βρέθηκε εδώ; Ξεφυλλίζοντας τις πρώτες σελίδες, θα βρούμε γραμμένη μια πολύ ενδιαφέρουσα αφιέρωση του συγγραφέα:
«Στην δεσποινίδα Μαρία Βαλσαμάκη, εις ανάμνησιν της ημέρας κατά την οποία ερμήνευσε μεγαλειωδώς τον «Αετιδέα» με την αγάπη και τα σέβη μου. Παρίσι, Ιούνιος 1918. Εντμόν Ροστάν.»
Το βιβλίο αυτό βέβαια δεν έχει να κάνει με την τοπική Ιστορία κι ούτε βρίσκεται σε αντίστοιχο τμήμα της Βιβλιοθήκης. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουμε. Κατεβαίνοντας τις σκάλες και μπαίνοντας στο Λαογραφικό Μουσείο, στην αίθουσα των πορτραίτων, θα αντικρίσουμε μια πανέμορφη φιγούρα: Μια Κεφαλονίτισσα που κανείς μας δεν γνωρίζει. Μια μεγάλη ηθοποιό του Θεάτρου, που διέπρεψε στη Γαλλία και στην πατρίδα της έμεινε για πάντα ξεχασμένη. Την έλεγαν Μαρία Βαλσαμάκη.

            Η τοπική Ιστορία λοιπόν, αποτελεί ίσως πολύ πιο περίπλοκη υπόθεση απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Οι άνθρωποι φτιάχνουν την Ιστορία. Και οι άνθρωποι μετακινούνται διαρκώς, σ’ όλη της τη διάρκεια. Παίρνουν μαζί τους την Ιστορία τους στους καινούριους τόπους που κατοικούν. Και πίσω στις πατρίδες, οι άνθρωποι που μένουν κι οι άλλοι που έρχονται δημιουργούν την Ιστορία μοιράζοντας τα φύλλα της τράπουλας από την αρχή. Η Ιστορία είναι ζωντανή. Είναι η βροντή που έρχεται συνήθως μετά την αστραπή των γεγονότων. Ο απόηχος που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη στιγμιαία λάμψη.

Οι άνθρωποι δεν χρειάστηκε να φτάσουν στο σημερινό παγκόσμιο χωριό για να καταλάβουν πως η ιστορία ενός τόπου δεν μπορεί και δεν πρέπει να αρκείται σ’ ένα φιλάρεσκο κοίταγμα στον όμορφο και μοναδικό της καθρέφτη.  Αυτός είναι βέβαια ο ευκολότερος δρόμος – ωστόσο είναι και μονόδρομος. Μπορεί να μας οδηγήσει σε υπερφίαλες ιδέες περί της «δικής μας» μοναδικότητας έναντι της ασημαντότητας των «άλλων». Ωστόσο, η εκπαίδευση, επί σειρά ετών αγνοούσε την τοπική ιστορία, υπερπροβάλλοντας την εθνική – κάνοντας δηλαδή ουσιαστικά το ίδιο λάθος, σε ένα άλλο επίπεδο. Η τοπική ιστορία, στον άξονα όλων των τοπικών ιστοριών, όπως και η εθνική ιστορία, στον άξονα των εθνικών ιστοριών, δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως μια συντεταγμένη πολλών συγχρονιών μέσα στην ίδια διαχρονία και πολλών διαχρονιών μέσα στην ίδια συγχρονία. Η τοπική ιστορία δεν μπορεί να μελετηθεί παρά μόνον μέσα σε μια οικουμενική διάσταση, με το βλέμμα στραμμένο και εδώ αλλά και αλλού. Όταν ένα διαστημόπλοιο πλησιάζει έναν άγνωστο πλανήτη, οι αστροναύτες αντικρίζουν πρώτα το σύνολο και κατόπιν τα επιμέρους. Όταν προσεγγίζουμε την τοπική ιστορία πρέπει να έχουμε το νου μας στο σύνολο για να κατανοήσουμε τα επιμέρους. Η σχετική μελέτη προϋποθέτει, εκτός από παρατήρηση, κρίση και σύγκριση. Σε βάθος, συγχρονικό και διαχρονικό.

            Δεν πρέπει λοιπόν να θεωρήσουμε την τοπική ιστορία με φολκλορική διάθεση, σαν μια ανάγκη επιστροφής στις ρίζες. Αντίθετα, πρέπει να την εκμεταλλευτούμε σαν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για συνειδητοποίηση της ταυτότητάς μας, του γεωγραφικού μας μήκους και πλάτους σε μια πλατύτερη οικουμενικότητα.

            Η τοπική ιστορία από τη φύση της παρέχει την ευκαιρία στους μαθητές να ξεφύγουν από τα ασφυκτικά όρια του σχολείου. Η ιδιαιτερότητά της να μην είναι ενσωματωμένη σε ένα αυστηρά κεντρικά προσανατολισμένο αναλυτικό πρόγραμμα παρέχει στον εκπαιδευτικό την ευκαιρία να δοκιμάσει εναλλακτικές μορφές διδασκαλίας και συνακόλουθα στο μαθητή την (συχνά μοναδική)  ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το γνωστικό του αντικείμενο με έναν διαφορετικό, αμεσότερο τρόπο, να κατακτήσει τη γνώση απευθείας από την πηγή – να βγει έξω από την αίθουσα και να αναζητήσει μόνος του το χαμένο θησαυρό της γνώσης, εξερευνώντας ένα περιβάλλον που εκ των πραγμάτων του είναι πιο οικείο, γιατί είναι το δικό του περιβάλλον – το μικρό του σύμπαν, μέσα στο οποίο διαθέτει κάποια σταθερά και σίγουρα σημεία αναφοράς, στα οποία μπορεί να προσανατολιστεί ξεκινώντας το ταξίδι
.
            Η Βιβλιοθήκη και το Μουσείο είναι δυο δυνητικοί σταθμοί σε μια τέτοια περιπλάνηση του μαθητή σε εξωσχολικούς χώρους. Δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο να γίνει λόγος για την σημασία και τη χρησιμότητα που γενικά έχουν η τοπική (-ές) βιβλιοθήκη (-ες) ή το Μουσείο (-α) στην προσέγγιση της τοπικής Ιστορίας εν γένει. Αυτά είναι πράγματα αυτονόητα και αποτελούν καταστατικούς σκοπούς όλων των παρόμοιων κατά τόπους πνευματικών Ιδρυμάτων. Το ζητούμενο είναι ότι εν προκειμένω οι συνθήκες μας είναι απολύτως ειδικές:
(α) Αφ’ ενός έχουμε ένα «αναγνωστικό» ή «μουσειακό» κοινό μιας συγκεκριμένης ηλικίας και με συγκεκριμένες δυνατότητες πρόσβασης στο προσφερόμενο υλικό (όσον αφορά τη Βιβλιοθήκη) ή/και πρόσληψης των προσφερομένων παραστάσεων (όσον αφορά το Μουσείο).
(β) Αφ’ ετέρου, η επίσκεψη  στη Βιβλιοθήκη ή το Μουσείο, ή η ευρεία εννοία αξιοποίησή τους, δεν έχουν ερευνητικό ή ψυχαγωγικό, αλλά παιδαγωγικό χαρακτήρα.
Έχοντας υπόψη μας αυτές τις δυο βασικές παραμέτρους, θα επιχειρήσουμε να δούμε την δυνατότητα αξιοποίησης διαδοχικά της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου στην προσέγγιση της τοπικής Ιστορίας.

1.     Η Βιβλιοθήκη

Το παράδειγμα της  Μαρίας Βαλσαμάκη, το οποίο χρησιμοποιήσαμε στην αρχή, μας υποψιάζει σχετικά με τις δυνατότητες που παρέχει η Βιβλιοθήκη για την παιδαγωγική αξιοποίηση του υλικού της στο μάθημα της τοπικής Ιστορίας. Πολύ συχνά τα παιδιά προσφεύγουν στις Βιβλιοθήκες αναζητώντας «πληροφορίες» για τα εκάστοτε θέματα που καλούνται να πραγματευτούν στα πλαίσια των διαφόρων μαθημάτων. Αυτή η σχεδόν τυποποιημένη έκφραση «θα ήθελα πληροφορίες για το τάδε ή δείνα θέμα», ειλικρινέστατη έκφραση της πραγματικής πρόθεσης των παιδιών, είναι ίσως η ισχυρότερη απόδειξη για το πόσο έχει παραγνωριστεί ο ρόλος της Βιβλιοθήκης από όλους μας. Η Βιβλιοθήκη θεωρείται μια «Τράπεζα Πληροφοριών», μια μεγάλη εγκυκλοπαίδεια, που μπορεί να μας λύσει προσωρινά κάποια προβλήματα κι έναν καλό βαθμό, μια σύντομη στάση, μερικές φωτοτυπίες και έξω από την πόρτα, ιδίως τη σημερινή εποχή, που ο χρόνος των παιδιών είναι τρομακτικά περιορισμένος. Η  χρήση της Βιβλιοθήκης σε χρονικό φάσμα τέτοιο που να ανταποκρίνεται στις στοιχειώδεις ανάγκες μιας ερευνητικής δραστηριότητας, και μάλιστα  έξω από τα πλαίσια του ωρολογίου προγράμματος του σχολείου είναι κι αυτή εκ των πραγμάτων δύσκολο να κατορθωθεί – κι αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει προς το καλύτερο στα χρόνια που έρχονται.

            Από το σημερινό λοιπόν σημείο μέχρι να καταστεί η Βιβλιοθήκη ένα παιδαγωγικό εργαλείο έρευνας της τοπικής Ιστορίας, πρέπει να διανυθεί μια κάποια απόσταση. Χρειάζεται να γίνει μια κάποια προετοιμασία πριν οι νεαροί ερευνητές – κυνηγοί της γνώσης εισέλθουν στην περιπέτεια της έρευνας. Αλλιώς, ελλοχεύει ο κίνδυνος οι μαθητές να γίνουν «αστροναύτες χωρίς επιστροφή», με την έννοια ότι δεν πρόκειται ποτέ να επιστρέψουν στη Βιβλιοθήκη. Δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να ξεχνάμε ότι ο συντονισμός της δράσης τους από τον εκπαιδευτικό έχει κρίσιμη και αποφασιστική σημασία, μια και καθορίζεται από τις παιδαγωγικές αρχές, τους στόχους και τις προτεραιότητες που έχουν τεθεί για τη διδασκαλία του μαθήματος και περιγράφονται αναλυτικά στο σχετικό εγχειρίδιο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

            Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι δεν αρκεί απλά οι μαθητές να βγουν από το σχολείο για να έρθουν στη Βιβλιοθήκη. Πρέπει, πριν από αυτούς, να βγουν από το σχολείο και οι εκπαιδευτικοί. Πρέπει πρώτα εκείνοι να ξεφύγουν από την ασφυξία αλλά και το βόλεμα του ενός και μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου και της δαμοκλείου σπάθης  που ακούει στο όνομα «Ύλη» και να πειραματιστούν στον άγριο κόσμο του πλούτου των πηγών που διαθέτει η Βιβλιοθήκη. Ο εκπαιδευτικός καλείται και πάλι να ανοίξει το δρόμο, να χωρίσει την ήρα από το σιτάρι, να ξεριζώσει από το χωράφι των πηγών τα αγκάθια και να χαράξει στο καθαρό έδαφος τις γραμμές του παιχνιδιού. Όταν το χωράφι θα έχει γίνει γήπεδο, τότε θα μπουν τα παιδιά να παίξουν μπάλα.

            Η Βιβλιοθήκη από μόνη της είναι παιδαγωγικά μια άγνωστη, έρημη χώρα. Η Βιβλιοθήκη με την παρουσία του εκπαιδευτικού που συντονίζει, οργανώνει και προσφέρει ερεθίσματα για δράση, είναι ο κήπος της  Εδέμ. Ο εκπαιδευτικός είναι αυτός που θα συνδέσει το μαθητή με την πηγή. Το αν ο μαθητής θα πιει νερό, θα το δείξει η συνέχεια της διαδικασίας.

1.1 Η πηγή


            Ποια όμως είναι στ’ αλήθεια η πηγή και τί μπορεί να μας προσφέρει; Ας γίνουμε πιο «βιβλιοθηκάριοι» και ας ταξινομήσουμε το υλικό μας – ένας χάρτης είναι πάντα αναγκαίος για να παίξουμε σωστά το χαμένο θησαυρό:

Α. Τα γενικά εγχειρίδια τοπικής Ιστορίας.

 Το μυαλό όλων μας πηγαίνει ευνοήτως στην «έτοιμη δουλειά». Τα γενικά εγχειρίδια τοπικής Ιστορίας, αυτά δηλαδή που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της Ιστορίας του τόπου στη διαχρονία του είναι μια αναγκαία προϋπόθεση, ένα ασφαλές σωσίβιο για τον ασφαλή πλου στα βαθιά νερά της Βιβλιοθήκης, μια και προσφέρουν μια συνολική εποπτεία του αντικειμένου. Ωστόσο, οι γενικές Ιστορίες είναι περισσότερο χρήσιμες  στον διδάσκοντα απ’ ό,τι στον διδασκόμενο, αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός ότι πρωταρχικό μέλημα αυτής της σπουδής είναι η ενεργητική αναζήτηση της γνώσης και όχι η αναπαραγωγή έτοιμης ύλης, που θα καθιστούσε τη μελέτη της τοπικής Ιστορίας άνευ νοήματος.

Οι γενικές Ιστορίες θα πρέπει να είναι ωστόσο ένα «απόκρυφο Ευαγγέλιο» στα χέρια του δασκάλου, ένας εξάντας για το δικό του ρόλο του καπετάνιου αυτού του ταξιδιού. Εδώ ο εκπαιδευτικός θα βρει όλα τα κατάλληλα εφόδια για να  καταστρώσει το πλάνο του, αλλά και για να εκπονήσει ένα γενικό διάγραμμα της τοπικής Ιστορίας  που προϋποτίθεται ότι θα έχουν στη διάθεσή τους και θα έχουν εμπεδώσει οι μαθητές πριν ξεκινήσουν τη μελέτη τους. Από εδώ δηλαδή θα αλιευθούν οι γενικές πληροφορίες που θα δώσουν μια γενική εικόνα της τοπικής Ιστορίας – τις απολύτως απαραίτητες αποσκευές για το ταξίδι. Τα παιδιά, αναζητώντας τις «ειδικότερες πηγές» εντός και εκτός Βιβλιοθήκης πρέπει να έχουν μια καθαρή συνολική εικόνα του παρελθόντος. Σ’ αυτήν την καθαρή εικόνα τίποτε δεν είναι αυτονόητο, ούτε καν οι τοπικές επέτειοι. Παραδείγματος χάριν, πρέπει να είναι ξεκάθαρο το σχήμα της διαδοχής των ξένων κατακτήσεων στα Επτάνησα όταν πρόκειται να μελετηθεί μία από τις σχετικές περιόδους[2].

Επικεντρώνοντας στα κατ’ ιδίαν εγχειρίδια γενικής Ιστορίας της Κεφαλονιάς, διαπιστώνουμε ότι έχουμε στη διάθεσή μας έναν μεγάλο αριθμό τοπικών Ιστοριών: Η πιο πρόσφατη, η δίτομη «Ιστορία της Κεφαλονιάς» του Γ.Ν. Μοσχόπουλου[3] είναι ίσως ο συνδετικός κρίκος με όλα τα άλλα εγχειρίδια, αλλά και η πιο άμεσα προσβάσιμη και χρήσιμη στους μαθητές (λόγω της δημοτικής γλώσσας, της επιμελούς  ευρετηρίασης και της πλούσιας βιβλιογραφίας). Υπάρχουν επίσης αξιολογότατα παλαιότερα εγχειρίδια Ιστορίας, όπως αυτό του Ευσταθίου Λιβιεράτου[4], μια εξαιρετική και άρτια δουλειά που εκδόθηκε με 70 περίπου χρόνια καθυστέρηση, η έκδοσή της όμως πάσχει από έλλειψη υποσημειώσεων και ευρετηρίου, αλλά και η ελλιπής ελληνική μετάφραση του δοκιμίου Περί Ιστορίας της Κεφαλληνίας του Ιωάννου Λοβέρδου Κωστή[5], αλλά και η γραμμένη στα ιταλικά Ιστορία των Μαρίνου και Νικολάου Πινιατώρων[6], η μετάφραση της οποίας βρίσκεται σε εξέλιξη.
Στο πλάι των γενικών εγχειριδίων θα πρέπει να τοποθετηθεί και το «ευαγγέλιο» όποιου θέλει να ασχοληθεί σοβαρά με την κεφαλονίτικη Ιστορία. Πρόκειται για τα «Κεφαλληνιακά Σύμμικτα» του Ηλία Τσιτσέλη[7] (3 τόμοι). Οι «Βιογραφίες Ενδόξων Ανδρών της Νήσου Κεφαλληνίας» του Άνθιμου Μαζαράκη[8] και το πιο πρόσφατο «Βιογραφικό Λεξικό» Κεφαλονιάς και Ιθάκης[9] προσφέρουν επίσης πολλές πολύτιμες βιογραφικές πληροφορίες. Τέλος, παραπληρωματικά προς τα γενικά εγχειρίδια, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται και οι γενικότερες Ιστορίες των Επτανήσων (Βερύκιος[10], Χιώτης[11], Μαυρογιάννης[12], Μαλάκης[13]).
Στο σημείο αυτό, και με αφορμή τους τίτλους που ενδεικτικά παρατέθηκαν, θα πρέπει να επισημάνουμε ένα γενικότερο πρόβλημα προσπελασιμότητας που συναντούμε σ’ όλες τις κατηγορίες βιβλιογραφικών πηγών με τις οποίες έρχονται σε επαφή οι μαθητές. Κι αυτό είναι το πρόβλημα της γλώσσας, που συχνά είναι δυσνόητη ακόμη και για τους ερευνητές, πολύ περισσότερο για παιδιά 13-14 ετών. Είναι βέβαιο ότι δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τους μαθητές από την επαφή τους με τέτοιες πηγές (ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τους προηγούμενους αιώνες, κατά τους οποίους και η καθομιλουμένη ακόμη γλώσσα ήταν διαφορετική από τη σημερινή). Η διαφορετικότητα της γλώσσας αποτελεί μια δυσκολία, αλλά και μια πρόκληση. Κι εδώ είναι αναγκαία η παρέμβαση του δασκάλου, που πρέπει να είναι έτοιμος να εξηγήσει, να αναλύσει, να ρίξει και πάλι τα τροχιοδεικτικά του, να επιλέξει ποιος είναι ο ακολουθητέος δρόμος ώστε και να αποφευχθούν πολύ δύσκολα κείμενα, εντοπίζοντας τα ουσιώδη και εν γένει ο ίδιος λειτουργώντας ως ευρετήριο όταν αυτό δεν υπάρχει.

Β. Ειδική Βιβλιογραφία[14].

Η ειδική βιβλιογραφία περιλαμβάνει είτε αφορά σε επισκόπηση της Ιστορίας του νησιού σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους (π.χ. η μελέτη της Σταματούλας Ζαπάντη «Κεφαλονιά 1500-1571[15]», η πρόσφατα εκδοθείσα μελέτη του Σπύρου Γασπαρινάτου για τη Βενετοκρατία[16] ή το τρίτομο έργο του Σπύρου Λουκάτου «Τα χρόνια της Ιταλικής και Γερμανικής Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη[17]», ή του Πέτρου Πετράτου[18] για θέματα που περιλαμβάνουν τις λαϊκές ταραχές του 1833 στ’ Αργοστόλι, και τις ιδιαίτερες σχέσεις Κρήτης και Κεφαλονιάς, αλλά και την συμμετοχή των Κεφαλονιτών και Ιθακησίων στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, που επιμελήθηκε ο ίδιος,  και άλλες (εδώ άλλωστε ανήκει και η πλειοψηφία των βιβλιογραφικών πηγών) μελέτες  που αφορούν συγκεκριμένα ειδικά θέματα σε συγκεκριμένες περιόδους. Δεν θα αναφερθούμε εξαντλητικά στις μελέτες αυτές. Αρκεί να πούμε ότι υπάρχει αρκετό υλικό για τη μελέτη όλων των πτυχών του καθημερινού βίου των ανθρώπων σε διάφορες εποχές και περιόδους πέρα από τα στενά όρια της Ιστορικής Επιστήμης, που εκπροσωπούνται με εξαιρετικά πλούσιες και τεκμηριωμένες μελέτες. Θα ήταν ωστόσο εξαιρετική παράλειψη να μην αναφερθούμε στο έργο του ακαταπόνητου ερευνητή Αγγελοδιονύση Δεμπόνου[19], έργο μεγάλο σε όγκο αλλά και σημασία, το οποίο παρέχει αξιοζήλευτα τεκμηριωμένες πληροφορίες (από αρχειακό υλικό αλλά και πολύτιμες προφορικές μαρτυρίες), οι οποίες καλύπτουν όλο το φάσμα της τοπικής Ιστορίας,  και είναι γραμμένο σε γλώσσα κατανοητή και προσιτή στα παιδιά. Είναι ένας σπάνιος συνδυασμός επιστημονικής τεκμηρίωσης και χρηστικότητας (παρατίθενται φωτογραφικό και αρχειακό υλικό και εξαντλητικά ευρετήρια).

Αντίστοιχη είναι η πολύτιμη συμβολή άλλων συγγραφέων σε επιμέρους θέματα. Τέτοιες, απολύτως ενδεικτικά, είναι οι εργασίες του καθηγητή κ. Γεράσιμου Πεντόγαλου[20], πάνω στην Ιστορία της Ιατρικής, την Εκκλησιαστική ιστορία και πολλά άλλα ειδικά θέματα, οι εργασίες του Ιωάννη Τυπάλδου Λασκαράτου[21] γύρω από τα οικόσημα και τη γενεαλογία, τα έργα των Κονόμου[22], Κοσμετάτου[23] και Μοσχόπουλου[24] για την εκκλησιαστική τέχνη, οι μελέτες του Δημητρίου Λουκάτου[25] για τη Λαογραφία, το πολυχρησιμοποιημένο και μάλλον υπερεκτιμημένο γαλλόφωνο “Livre dOr” του Ευγένιου Ρίζου Ραγκαβή[26], οι ιστορικές – λαογραφικές μελέτες του Νικολάου Τζουγανάτου[27], οι φιλολογικές και ιστορικές μελέτες του Γιώργου Γ. Αλισανδράτου για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό[28] η έκδοση των λιανοτράγουδων της Κεφαλονιάς από τον Γεράσιμο Μπάλλα και τη Νίκη Λάσκαρη-Μπάλλα[29] οι αρχαιολογικές μελέτες του Μαρινάτου[30] και του Καββαδία[31], οι μελέτες του Νικολάου Φωκά Κοσμετάτου[32] για την αρχιτεκτονική και τις ενδυμασίες, οι μελέτες της κ. Ελένης Κοσμετάτου για την ενδυμασία[33], την οδοποιϊα[34] και ποικίλα άλλα θέματα, οι κλασσικές ιστορικές γεωγραφίες των Ιωσήφ Παρτς[35] και Αντωνίου Μηλιαράκη[36], η μελέτη του Σπύρου Ευαγγελάτου για το Θέατρο στην Κεφαλονιά[37], η εξαιρετική έκδοση του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας για τον Εθνικό Δρυμό του Αίνου[38], οι εκδόσεις που αφορούν την θεωρία που ανέπτυξε ο Γερμανός καθηγητής Warnecke σχετικά με την παρουσία του Αποστόλου Παύλου στην Κεφαλονιά[39]. Παράλληλα, πλούσιο εικονογραφικό και πραγματολογικό υλικό περιέχουν και οι λευκωματικές εκδόσεις του Κοργιαλενείου Ιδρύματος που αφορούν το προσεισμικό Αργοστόλι, τους σεισμούς του 1953 και τη συλλογή έργων τέχνης του Λαογραφικού Μουσείου[40]. Επιπροσθέτως, τα τελευταία χρόνια βλέπουν το φως αξιόλογες μονογραφίες γύρω από τη ζωή και το έργο Κεφαλλήνων οι οποίοι με τη ζωή και δράση τους εντός και εκτός των νησιών μας άσκησαν αποφασιστική επιρροή στην τοπική ιστορία, και όχι μόνο σ’ αυτήν[41]. Όλα τα παραπάνω είναι ενδεικτικά μόνο παραδείγματα ενός πλούτου μελετών και άρθρων ταξινομημένων θεματικά και αποδελτιωμένων ηλεκτρονικά κατά συγγραφέα και θέμα.
Μεγάλος αριθμός αξιόλογων μελετών σχετικών με την τοπική ιστορία δημοσιεύονται και στις περιοδικές επιστημονικές εκδόσεις που κυκλοφορούν στο νησί. Πρόκειται για τα περιοδικά «Κεφαλληνιακά Χρονικά» της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών (κυκλοφορούν από το 1975), και «Κυμοθόη» του Συνδέσμου Φιλολόγων Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Αλλά και παλαιότερα περιοδικά που κυκλοφορούσαν και δημοσίευαν αντίστοιχες μελέτες, όπως η «Κεφαλονίτικη Πρόοδος» και οι «Κεφαλονίτικες Ώρες»,  «το Μώλυ» και το περιοδικό «Κεφαλονιά και Ιθάκη» της Αδελφότητας Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, αλλά και η Επετηρίδα τέχνης και πολιτισμού «Οδύσσεια Κεφαλλονιάς και Ιθάκης» παρέχουν πλούσιο και εύκολα προσπελάσιμο υλικό προς αξιοποίηση από τους μαθητές και φυλάσσονται σε πλήρεις, τα περισσότερα, σειρές, στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη.

Πέρα απ’ αυτές τις μελέτες, οι μαθητές έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με ιστορικές, πρώτες εκδόσεις, σπάνιες, που ίσως να μην έχουν τόση χρηστικότητα, αλλά από μόνες τους είναι κομμάτια της τοπικής Ιστορίας, αλλά παρέχουν στο μαθητή μια συναισθηματική σύνδεση με το γνωστικό του αντικείμενο. Όταν ο μαθητής βλέπει «Το Ληξούρι εις τους 1836», το πρώτο βιβλίο που τύπωσε ποτέ ο Λασκαράτος[42], στην πρώτη, αυθεντική έκδοση, με τα παλιά τυπογραφικά στοιχεία, το φθαρμένο εξώφυλλο, συνειδητοποιεί ότι όλα αυτά που έχει κατά καιρούς διαβάσει ή ακούσει για το Λασκαράτο δεν είναι απλά παραμύθια. Ο Λασκαράτος ήταν κάποτε εδώ, περπατούσε στο Αργοστόλι, και κάποτε κράτησε στα χέρια του αυτό το βιβλίο – το πρώτο του τυπωμένο κείμενο.

Στην προκειμένη περίπτωση, και για να επανέλθουμε στην παιδαγωγική αξιοποίηση των πηγών, η δουλειά των μαθητών δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) τόσο να αναζητήσουν αυτές τις μελέτες (αυτό ήδη είναι στη διάθεσή τους στη βιβλιογραφική βάση δεδομένων της Βιβλιοθήκης), όσο να αξιοποιήσουν τις πηγές αυτές κριτικά και συνθετικά. Όχι για να ανακαλύψουν, αλλά για να κατανοήσουν. Όχι για να ανοίξουν νέους δρόμους στην επιστήμη, αλλά για να φωτίσουν το δικό τους παρελθόν. Είναι πολύ πιο χρήσιμο δηλαδή, για να μιλήσουμε εντελώς πρακτικά, ο μαθητής να έρθει με συγκεκριμένη παραπομπή και να δουλέψει με συγκεκριμένο βιβλίο ή άρθρο, παρά να αναλώσει το χρόνος του πάνω από τον υπολογιστή αναζητώντας «πληροφορίες για την Ενετοκρατία». Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, και εμείς, σαν βιβλιοθήκη, θα κάνουμε εκπτώσεις (δεν είναι δυνατόν το παιδί να διαβάσει χίλια κείμενα που αφορούν το θέμα του) και ο μαθητής θα πελαγώσει στην πληθώρα της ύλης. Η αφαίρεση λοιπόν, που είναι αναγκαίο κακό στη συγκεκριμένη χρήση της Βιβλιοθήκης, είναι καλό να μην γίνει στο πόδι, πάνω από το κομπιούτερ, αλλά να έχει γίνει εκ των προτέρων. Ουκ εν τω πολλώ το ευ – ο μαθητής χρειάζεται σωσίβια σ’ αυτό το ταξίδι.

Η χαρά της έρευνας δεν είναι να πλανιέσαι στο χάος. Είναι να ρουφάς τη γνώση από πηγές που σου γίνονται οικείες – κτήμα σου. Πέντε «συστημένα» αποσπάσματα από πέντε διαφορετικά  βιβλία, που έχουν εκ των προτέρων επιλεγεί από τον εκπαιδευτικό, είναι πολύ σημαντικότερα και αποδοτικότερα από δεκάδες τόμων που θα δώσει μια αναλυτική αναζήτηση στη βάση δεδομένων, υλικό που είναι αμφίβολο αν θα προλάβει καν να ξεφυλλίσει ο μαθητής.


Γ. Ο τύπος.

Αυτή η «θεματική περιοχή» μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή στη μελέτη των άλλων πηγών δυνητικής έρευνας των μαθητών μέσα στη Βιβλιοθήκη. Κι αυτή είναι ο τύπος (εφημερίδες, περιοδικά, μονόφυλλα). Στην Κοργιαλένειο Βιβλιοθήκη έχουμε την ευτυχία να σώζονται περίπου διακόσιοι τίτλοι, όχι σε πλήρεις σειρές, εφημερίδων της Επτανήσου, κατά συντριπτική πλειοψηφία εκδοθείσες στην Κεφαλονιά[43]. Αν εξαιρέσουμε την «Επίσημη Εφημερίδα του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων» (την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δηλαδή της εποχής εκείνης), της οποίας υπάρχουν τεύχη που χρονολογούνται από το 1816, οι παλαιότερες εφημερίδες στον κεφαλληνιακό χώρο κυκλοφορούν από το 1849, μετά την παροχή του δικαιώματος ελευθεροτυπίας. Οι εκατό από τους διακόσιους τίτλους χρονολογούνται από το 1850 μέχρι το 1900! Υπάρχει επίσης μια σειρά περιοδικών (ελάχιστα του 19ου αιώνα, αλλά σημαντικά, όπως ο «Αίνος» και η «Θελξινόη», και πολλά του 20ού αιώνα, από όλη την Επτάνησο. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε τον «Πόρφυρα» και τα «Κερκυραϊκά Χρονικά» από την Κέρκυρα, τα «Επτανησιακά φύλλα» από την Ζάκυνθο και τα «Κεφαλληνιακά Χρονικά» από την Κεφαλονιά. Τα περιοδικά βέβαια δεν έχουν το στίγμα της επικαιρότητας, ωστόσο, ιδίως τα επιστημονικά, περιέχουν πολύτιμο υλικό για μελέτη.

Ο τύπος στο σύνολό του είναι μια αστείρευτη πηγή γνώσης για το παρελθόν, που ξεφεύγει από τα στενά πλαίσια της έτοιμης λύσης  που παρέχει μια ιστορική μελέτη. Οι εφημερίδες είναι μια φωτογραφία polaroid της εποχής τους, φωτογραφία όχι ίσως τόσο υψηλής ποιότητας, αλλά μια στιγμιαία αποτύπωση του κόσμου, ένας καθρέφτης ολόκληρου του φάσματος της καθημερινής ζωής και όχι μόνο, που περιλαμβάνει από γεγονότα με ατομική σημασία (τα λεγόμενα «κοινωνικά») μέχρι γεγονότα εθνικής σημασίας. Κάθε στοιχείο που περιλαμβάνουν οι τοπικές εφημερίδες και τα περιοδικά είναι πολύτιμο: Ακόμη και οι διαφημίσεις. Εδώ μπορούν οι μαθητές να «τοποθετηθούν»  σε μια χρονική ή θεματική περιοχή για να κινηθούν μέσα σ’ αυτήν με συγκεκριμένο ζητούμενο (π.χ. Αναζητήστε διαφημίσεις στην τοπική εφημερίδα «Ζιζάνιο», στη διάρκεια του χειμώνα του 1900-1901. Ποια καταστήματα – προϊόντα - γεγονότα διαφημίζονται; Πώς διαφημίζονται; Τί προσφέρουν; έχει μεγαλύτερη βαρύτητα η φίρμα ή το όνομα του καταστηματάρχη; Με ποια συχνότητα διαφημίζονται;)

            Οι εφημερίδες μας δίνουν επίσης μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διαπιστώσουμε πώς είδαν τα ιστορικά γεγονότα οι άνθρωποι της εποχής που αυτά πραγματικά συνέβησαν, να δούμε δηλαδή τα γεγονότα αφιλτράριστα από το ελιξήριο της αντικειμενικότητας που προσφέρει η επιστήμη της Ιστορίας, ελιξήριο που απαιτεί συχνά αρκετές δεκαετίες ή και αιώνες για να δράσει. Εδώ, το ιστορικό γεγονός «σπαρταράει», ενώ το γενικό εγχειρίδιο της Ιστορίας το έχει επεξεργαστεί, το έχει αναλύσει. Έτσι, τα παιδιά μπορούν να κατανοήσουν ότι ακόμη και τα κοσμοϊστορικά γεγονότα, και πολύ περισσότερο ακόμη τα γεγονότα που έχουν τοπική ιστορική σημασία, δεν σταματούν το ρου του χρόνου. Η ζωή συνεχίζεται. Στα «ψιλά» των αθηναϊκών εφημερίδων της επομένης του σεισμού του 1953, που επίσης φυλάσσονται στη Βιβλιοθήκη, και μετά τα διάφορα συγκλονιστικά ρεπορτάζ από τον τόπο της καταστροφής, θα δούμε και πάλι τα κοινωνικά, τις διαφημίσεις, το σταυρόλεξο. Όταν εδώ γίνεται σεισμός, κάπου αλλού, ή ακόμη κι εδώ, την ίδια στιγμή, ένα παιδί γεννιέται, κάποιος φοράει τη γραβάτα του και σφυρίζοντας πηγαίνει στη δουλειά. Η Ιστορία είναι κι αυτή σαν το σεισμό. Έχει το επίκεντρό της, το εστιακό βάθος της και τα σεισμικά κύματα που εξασθενούν σε μια κάποια τοπική ή χρονική απόσταση.

            Ένα πρόβλημα που ανακύπτει στο σημείο αυτό είναι και πάλι αυτό της προσβασιμότητας στο σύνολο των σωμάτων του τύπου και γενικότερα του ευαίσθητου υλικού. Εδώ βέβαια προκύπτει από μια άλλη σκοπιά. Είναι αυτονόητο ότι οι εφημερίδες του προηγούμενου αιώνα, λόγω ποιότητας χαρτιού και εν γένει κατάστασης, αποτελούν «ευαίσθητο» υλικό, κανονικά είναι απαγορευτική ακόμη και η φωτοτύπησή τους. Η ίδια δυσκολία αναφύεται και για το αρχειακό υλικό (τα αρχεία χειρογράφων που διαθέτει η Βιβλιοθήκη – Βυζαντινής και Ευρωπαϊκής Μουσικής που έχουν σε πολύ μεγάλο ποσοστό καταλογογραφηθεί και ευρετηριαστεί, πράγμα που  καθιστά εύκολη την πρόσβαση σε συγκεκριμένη αρχειακή πηγή). Η μελέτη της τοπικής ιστορίας μέσω των χειρογράφων της κεφαλληνιακής καντάδας ή χορωδιακής μουσικής  είναι, πιστεύω, μια ενδιαφέρουσα πρόταση, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη μας ότι πριν από λίγο καιρό το υλικό ήταν απόλυτα απροσπέλαστο, λόγω μη ευρετηρίασης. Βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την έρευνα αυτή απαιτούνται και κάποιες ειδικές μουσικές γνώσεις από δασκάλους και μαθητές.

 Η ψηφιοποίηση περίπου 120.000 σελίδων τεκμηρίων και αντικειμένων του Κοργιαλενείου Ιδρύματος που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 2005 και 2009 στο πλαίσιο του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας» και η ανάρτησή τους στον διαδικτυακό κόμβο www.corgialenios.gr καθιστά την πρόσβαση και την αναπαραγωγή του υλικού απολύτως ανεμπόδιστη στους πάντες. Ο κόμβος περιλαμβάνει επτά επιμέρους ψηφιακές συλλογές (βιβλιακό υλικό, μουσικά χειρόγραφα, χειρόγραφα συγγραφέων, έργα τέχνης, μουσειακά αντικείμενα, φωτογραφικό αρχείο, αρχείο εφημερίδων και περιοδικών). Επιπλέον ο κόμβος παρέχει τη δυνατότητα εικονικής περιήγησης στους χώρους της Βιβλιοθήκης και του Μουσείου, καθώς και μια ιδιαίτερα ελκυστική για τους μαθητές διαδραστική εφαρμογή περιήγησης στο προσεισμικό Αργοστόλι, που αναπτύχθηκε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου του Ε.Κ. «Αθηνά». Η εφαρμογή σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά) περιέχει μουσική, κείμενο, αφήγηση, φωτογραφικό υλικό καθώς και μια τριασδιάστατη αναπαραγωγή μιας διαδρομης από το παλιό Αργοστόλι. Ο εμπλουτισμός, η βελτιστοποίηση και η περαιτέρω τεκμηρίωση του προβαλλόμενου ηλεκτρονικά υλικού αποτελούν πλέον βασικές προτεραιότητες του Κοργιαλενείου Ιδρύματος.

           
Δ. Η γενική συλλογή.

            Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε και την αντίστοιχη χρησιμότητα της γενικής συλλογής της Βιβλιοθήκης, που αποτελεί και το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό του υλικού της. Η μελέτη της κεφαλληνιακής και εν γένει επτανησιακής Ιστορίας χρειάζεται γενικότερα θεμέλια – κι αυτό γιατί κατά την πορεία της έρευνας γεννιούνται πολλά ερωτήματα: Λόγου χάρη, τα παιδιά πολλές φορές στην έρευνά τους αντιμετωπίζουν ζητήματα που απαιτούν γενικότερες γνώσεις, οι οποίες δεν είναι καθόλου αυτονόητες ούτε δεδομένες για την ηλικία τους. Τί είναι π.χ. ο «Διαφωτισμός»; Τί είναι ο «Ρομαντισμός»; Ποια ήταν η «Γαληνοτάτη»; Ποιοι ήταν οι «Ιακωβίνοι»; Γιατί οι γάλλοι που ήρθαν στην Κεφαλονιά λέγονταν πρώτα «δημοκρατικοί» και έπειτα «αυτοκρατορικοί»; Τί έγινε λίγα χρόνια πριν έρθουν οι Γάλλοι; Γιατί διαλύθηκε η Βενετία; Τί σημαίνει «ροκοκό»; Για όλες αυτές τις ερωτήσεις υπάρχει η γενική συλλογή της Βιβλιοθήκης, καθόλου αμελητέα ποσότητα στη μελέτη της τοπικής Ιστορίας, ιδιαίτερα στα πλαίσια μιας συγκριτικής μελέτης ή στην ανάγκη άλλου είδους υποδομής για την πρωτεύουσα μελέτη μας. Αυτή η άλλου είδους υποδομή μπορεί να είναι από ένα λεξικό της αγγλικής γλώσσας μέχρι μια Ιστορία της Βυζαντινής Τέχνης ή της Μεσαιωνικής Αρχιτεκτονικής, για τη μελέτη κάποιων βυζαντινών ναών και εικόνων.

Ε.  Η Βιβλιοθήκη - Εργαλείο της εξωτερικής έρευνας.

            Εκτός από αυτόνομος χώρος δράσης, η Βιβλιοθήκη μπορεί να αποτελέσει και ένα έμμεσο βοήθημα στην έρευνα που κάνουν οι μαθητές εκτός Βιβλιοθήκης, με όλα τα προαναφερθέντα μέσα, παρέχοντάς τους την υποδομή για να συνεχίσουν την προσπάθεια ή δίνοντας απαντήσεις σε παρόμοια προς τα προηγούμενα ερωτήματα που ανακύπτουν στην πορεία. Μία έρευνα είναι καρποφόρος όσο περισσότερα ερωτήματα γεννιούνται στην πορεία της. Τη στιγμή που θα εκλείψουν τα ερωτήματα σηματοδοτείται και το τέλος της έρευνας.

Η Βιβλιοθήκη λοιπόν, μπορεί, με σχετική ευκολία και με πρωταγωνιστή τον εκπαιδευτικό, να μετατραπεί σ’ ένα μικρό εργαστήριο μελέτης της τοπικής Ιστορίας. Μέσα σ’ αυτό το εργαστήριο θα εξετάζονται, θα φιλτράρονται και θα επιχειρείται να διασταυρώνονται οι πρωτογενείς – εξωγενείς πληροφορίες, με αξιοποίηση του συνόλου του υλικού της, ή το ίδιο το υλικό της θα γίνεται πρωτογενής πηγή έρευνας της τοπικής Ιστορίας.

            ΣΤ. Μια «μη συμβατική» πρόταση χρήσης της Βιβλιοθήκης.

 Προχωρώντας ακόμη παραπέρα, και ξεπερνώντας αυτή τη συμβατική, όπως την περιγράψαμε μέχρι τώρα, χρήση της Βιβλιοθήκης στα πλαίσια της στενή εννοία έρευνας, είναι καιρός ίσως να επιχειρήσουμε, με όπλο τη φαντασία των μαθητών, μια περισσότερο άμεση και βιωματική προσέγγιση της Ιστορίας, μια προσέγγιση που θα έχει ως αποτέλεσμα τη βιωμένη και εμπεδωμένη γνώση, τη χαραγμένη ανεξίτηλα στο νου και την ψυχή των παιδιών. Η φαντασία είναι εδώ ο μοχλός, σε συνδυασμό με την όχι αυστηρά επιστημονική αλλά περισσότερο συναισθηματική προσέγγιση των πηγών.

            Τί σημαίνει αυτό; Οι πηγές εδώ δεν χρησιμοποιούνται, σε πρώτη φάση τουλάχιστον, ως εργαλείο έρευνας, αλλά ως ερέθισμα για τη φαντασία, που με τη σειρά της αναζητεί πατήματα στην ιστορική έρευνα για να ανασυνθέσει ένα μακρόκοσμο, την κοινωνία της εποχής στην οποία ανήκει το ερέθισμα. Ένα μονόφυλλο λοιπόν, μια νεκρολογία λόγου χάρη για την αδικοχαμένη κορασίδα Αγγελική Άννινο Χωραφά[44], μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για να φανταστεί ο μαθητής, και κατόπιν να ψάξει για να ικανοποιήσει τη δίψα της φαντασίας του, για να καταφέρει να κάνει την εικόνα του μικρού σύμπαντος της κοινωνίας και της εποχής λιγότερο θολή μέσα στο μυαλό του. Ποιος θα μπορούσε νά ’χε γράψει εκείνο το μονόφυλλο; Ποια ήταν η κατάσταση της πόλης εκείνη την εποχή; Πώς να ήταν η κατακαημένη Αγγελική – ή ένα άλλο κορίτσι του καιρού της; Έπειτα, να προσπαθήσει ο μαθητής να βάλει τον εαυτό του σε κείνη την εποχή. Γυρίζω στο σπίτι μετά την κηδεία της Αγγελικούλας. Τί φοράω; Πώς είναι το σπίτι μου; έχει φως, νερό, τηλέφωνο; Τί φαγητό θα ’χει η μαμά το μεσημέρι; Τί μαθήματα έχω για αύριο; Η φαντασία εδώ δεν λειτουργεί αχαλίνωτα – βασίζεται σε τεκμήρια και ντοκουμέντα που προκύπτουν από το ψάξιμο. Όσο η εικόνα γίνεται λιγότερο θολή και περισσότερο συγκεκριμένη τόσο πιο ειδικά γίνονται τα ερωτήματα. Σ’ αυτό λοιπόν το παιχνίδι της φαντασίας, πάλι ξεκινάμε από το γενικό και βαδίζουμε προς το ειδικό. Βλέπουμε το παλιό Αργοστόλι από αεροφωτογραφία και μετά προσγειωνόμαστε σ’ αυτό. Μπαίνουμε σιγά στην Ιστορία, τη ζούμε, γίνεται κτήμα μας.

2.     Το Μουσείο – ιδανικός χώρος βιωματικής μελέτης της τοπικής Ιστορίας.

Ίσως αυτή η βιωματική εμπειρία της Ιστορίας να μην είναι τόσο εύκολα κατανοητή μέσα στο χώρο της Βιβλιοθήκης, όσο είναι στο χώρο του Μουσείου. Στο Μουσείο,  ο μαθητής έρχεται σε άμεση, οπτική, βιωματική επαφή με σπαράγματα της Ιστορίας, με τεμάχια από το σώμα του χρόνου που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Στο Μουσείο, η φαντασία μπορεί να λειτουργήσει εντονότερα, αφού και το ερέθισμα για τη φαντασία είναι εντονότερο. Το ερέθισμα δεν είναι πλέον ένα κείμενο αλλά ένα αντικείμενο. Δεν είναι ένα σημαίνον, είναι ένα σημαινόμενο. Μια ενδυμασία, μια φωτογραφία, ένα σκεύος της καθημερινής ζωής (όπως στη Βιβλιοθήκη μια σπάνια έκδοση ή ένα χειρόγραφο) μπορούν να ξυπνήσουν τη συναισθηματική, βιωματική μνήμη του μαθητή, να τον ωθήσουν, με τα φτερά της φαντασίας και με τον κατάλληλο ιστορικό κινητήρα σε μια πτήση σε έναν καινούριο κόσμο, που ουσιαστικά είναι μια πτήση στην αυτογνωσία.

Στην τοπική Ιστορία, αυτός ο καινούριος – παλιός κόσμος είναι ο δικός μας κόσμος, είναι μια άλλη στιγμή μέσα στη διαχρονία του. Το Μουσείο είναι μια πύλη προς το παρελθόν, θεμελιωμένη στη γνώση που έχουμε γι’ αυτό στο παρόν. Το Μουσείο δεν είναι μνημόσυνο ενός χαμένου κόσμου, ή απλά ένα σύνολο από αντικείμενα ή έργα τέχνης άλλων ή της δικής μας εποχής, απλώς εκτιθέμενα προς τέρψιν οφθαλμών. Είναι ένα ορμητήριο για ταξίδι γνώσης, βιωμένης με αισθητικό, συναισθηματικό τρόπο.

Το πρώτο ερέθισμα στο Μουσείο είναι οπτικό – βιωματικό, χτυπάει κατευθείαν στις αισθήσεις. Το Μουσείο οπτικά συνιστά, ή τουλάχιστον θυμίζει, μια ιδιόρρυθμα ρεαλιστική θεατρική παράσταση. Το Μουσείο είναι μια ανα-παράσταση ενός κόσμου (αυτό τουλάχιστον οφείλει να είναι). Χρησιμοποιεί, σαν και το θέατρο, την ψευδαίσθηση για να μεταδώσει γνώση. Αξιοποιεί τη δύναμη της συγκίνησης από την οπτική επαφή, για να γεννήσει πολλά ερωτήματα, την περιέργεια, την αναζήτηση, τη γνώση.

Η τοπική Ιστορία μπορεί να βρει μέσα στο χώρο του τοπικού Μουσείου ποικίλες αφορμές  αξιοποίησης. Ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων συχνά υλοποιείται από τα ίδια τα Μουσεία, σε συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα. Ένα τέτοιο πρόγραμμα υλοποιήθηκε πρόσφατα από το 1ο Γυμνάσιο Αργοστολίου και το Γραφείο Αγωγής Υγείας της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Κεφαλληνίας  στο χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου στο Αργοστόλι, με τίτλο «Η Γλαύκη διηγείται[45]». Το εξαιρετικά πετυχημένο αυτό πρόγραμμα αποτελεί ένδειξη του γενικότερου κλίματος που επικρατεί στον ελληνικό χώρο αναφορικά με τη συνειδητοποίηση της παιδαγωγικής σπουδαιότητας του Μουσείου, που ξεπερνά τα όρια μιας απλής επίσκεψης και μεταμορφώνεται σε αφορμή για δράση και μελέτη γύρω από τα θέματα και της τοπικής Ιστορίας. Αντίστοιχα προγράμματα εκπόνησε το Κοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, με θέματα τη Γκιόστρα (στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς) το 2003[46], και τη μορφή της Παναγίας στην βυζαντινή τέχνη («Παναγία – ρόδο το αμάραντο» σε επιμέλεια Υβόννης Μαρκαντωνάτου, από το 2007).

Στην Κεφαλονιά είμαστε ιδιαίτερα τυχεροί που έχουμε πολύ σημαντικά Μουσεία: Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Αργοστολίου, το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μονής Αγίου Ανδρέα Μηλαπιδιάς, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας στα Δαυγάτα, την αξιολογώτατη Βιβλιοθήκη – Μουσείο Τυπάλδων – Ιακωβάτων στο Ληξούρι, τη συλλογή του Ιδρύματος Φωκά-Κοσμετάτου και τέλος, το Κοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Κάθε ένα από αυτά τα Μουσεία προσφέρει στους μαθητές πεδίον δόξης λαμπρόν για δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με τη φαντασία και τη βιωματική διδασκαλία της Ιστορίας. Το Μουσείο μπορεί να ζωντανέψει με τους μαθητές μέσα στο χώρο του, να γίνει ένα εργοτάξιο χαρούμενης μάθησης, που δεν μπορεί να υποκατασταθεί ούτε από εικονογραφημένα βιβλία, ούτε από slides ούτε από πολυμέσα.

Ø      Το Κοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Αργοστολίου.

Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, που στεγάζεται στον ισόγειο χώρο της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης προσφέρει εκπληκτικές ευκαιρίες μελέτης και δράσης στο πεδίο της τοπικής Ιστορίας, λόγω αντικειμένου αλλά και λόγω της μουσειακής του διάρθρωσης. Το Μουσείο συνδυάζει το πέρασμα του τόπου μας μέσα στην Ιστορία, με την καθημερινότητα των ανθρώπων. Είναι μια «φέτα ζωής» τόσο ζουμερή και ζωντανή όσο και η ίδια η ζωή. Η ζωή, θεμελιωμένη σε ιστορική έρευνα.

Α. Το Αρχείο του Μουσείου.

Κάθε αντικείμενο το Μουσείου έχει και μια μικρή ιστορία. Κάθε αντικείμενο του Μουσείου είναι η Ιστορία, έστω μια μικρή ψηφίδα της. Πίσω από κάθε αντικείμενο υπάρχει στο αρχείο του Μουσείου πλήρης τεκμηρίωση. Το αρχείο του Μουσείου[47],  αποτελείται από αρχιτεκτονικά σχέδια, έγγραφα και αρχειακό υλικό από τις περιόδους των ξένων κατακτήσεων, χειρόγραφα, φωτογραφικό υλικό που δεν εκτίθεται στις προθήκες, όλα όσα βοήθησαν για να στηθεί ολόκληρη η έκθεση και χωρίς να φαίνονται αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της. Όλα αυτά είναι προσβάσιμα στους ερευνητές, που θέλουν να κοιτάξουν πίσω από τις προθήκες, να εξερευνήσουν το γλυκό τους μυστήριο.
           
Β. Το φωτογραφικό υλικό[48].

 Αυτό το γλυκό μυστήριο, γίνεται ίσως κάπως γλυκόπικρο, όταν , ανατέμνοντας την Ιστορία των μνημείων, αλλά και την Ιστορία της καθημερινής ζωής, της κατοικίας κλπ., διαπιστώνουμε ότι τα μνημεία αυτά υπάρχουν μόνο σε φωτογραφίες, μια και οι σεισμοί φρόντισαν να εξαφανίσουν από το πρόσωπο της γης τα ίχνη της τοπικής μας Ιστορίας, χωρίς να κατορθώσουν να εξαφανίσουν όμως την αύρα της. Το Μουσείο είναι μια μικρή κιβωτός της προσεισμικής Κεφαλονιάς. Μια κιβωτός που φτιάχτηκε μετά τον κατακλυσμό, ωστόσο ακριβή και πολύτιμη για τη μοναδικότητά της. Το προσεισμικό φωτογραφικό υλικό είναι πολύτιμο και μπορεί να δώσει χιλιάδες αφορμές στους μαθητές για μελέτη και έρευνα. Χιλιάδες αφορμές που οδηγούν σε χιλιάδες «γιατί;», αυξανόμενα με γεωμετρική πρόοδο. Ένα πολύ γοητευτικό παιχνίδι που μπορεί να παιχτεί εδώ είναι το παιχνίδι του «πριν» και του «μετά». Το σχολείο, το Θέατρο, το Διοικητήριο, οι φυλακές, το γηροκομείο πριν και μετά. Γιατί ήταν έτσι πριν, γιατί έγιναν έτσι μετά. Τί άλλαξε σ’ αυτό το κτήριο; Γιατί άλλαξε; Τί υπήρχε και δεν ξαναφτιάχτηκε; Τί δεν υπήρχε και φτιάχτηκε από την αρχή; Τί σώθηκε, έστω και τραυματισμένο; Η Ιστορία των κτηρίων είναι ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της τοπικής Ιστορίας, όπως και η Ιστορία άλλων επιμέρους πτυχών της καθημερινής ζωής.

Β. Οι λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής[49].

Κι εδώ, στον παράγοντα «καθημερινή ζωή» θα πρέπει να κάνουμε μια θεμελιώδη παρατήρηση που αφορά την τοπική ιστορία του νησιού μας. Μιλάμε για έναν διαφαινόμενο εκ πρώτης όψεως διχασμό, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο διχασμός όσο σύνθεση: Στην Κεφαλονιά έχουμε μια διακριτή διαφορά ανάμεσα στην καθημερινή ζωή των αστών και εκείνη των μη «αστών», διαφορά που δεν εμφανίζεται με την ίδια ένταση σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, στις οποίες η αστική τάξη άργησε να διαμορφωθεί, ή, όταν διαμορφώθηκε, οι τρόποι της αποτελούσαν περισσότερο προϊόν ξενομανίας παρά διαμορφωμένη αστική κουλτούρα, ό,τι κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει, θετικό ή αρνητικό. Αυτή η αντίθεση – σύνθεση είναι φανερή μέσα στο Μουσείο, όπου μπορεί κανείς να διαπιστώσει, ας πούμε, ότι η αστική και η αγροτική ενδυμασία είναι διαφορετικές, αλλά είναι και οι δυο εξίσου γνήσιες και αυθεντικές. Τα παιδιά μπορούν να δουλέψουν πάνω σ’ αυτή την αντίθεση: Στο υλικό του κάθε ρούχου, στην τεχνοτροπία της δαντέλας, στην προέλευση των υφασμάτων, που μας δίνει σημαντικές πληροφορίες ακόμη και για τις εμπορικές συναλλαγές στο νησί.

            Οι μαθητές επίσης μπορούν να δουλέψουν μελετώντας τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Από τα «απολύτως απαραίτητα» (μαγειρικά σκεύη κλπ.) που μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων (πώς  μαγείρευαν, πώς έπλεναν τα ρούχα τους, πώς κουβαλούσαν στο σπίτι το πόσιμο νερό), μέχρι τα απολύτως περιττά. Αυτά τα τελευταία, που είναι τα πιο λατρευτά αντικείμενα όλων των εποχών και όλων των Ιστοριών, ήταν που έδιναν στη ζωή των ανθρώπων το απαραίτητο αλατοπίπερο. Είναι, ας πούμε μια ευκαιρία για προβληματισμό το γιατί οι γυναίκες εκείνου του καιρού περνούσαν ώρες, μέρες, χρόνια κεντώντας δαντέλες, ή γιατί οι τεχνίτες παιδεύονταν κι αυτοί για να φτιάξουνε καλλίγραμμα σχέδια στα κάγκελα των μπαλκονιών την ώρα που εμείς προτιμάμε τις ευθείες και τις γωνίες στην αρχιτεκτονική μας; Γιατί άραγε, μπορούν να αναρωτηθούν οι μαθητές, τα καινούρια κτήρια που προσπαθούν να μιμηθούν τα παλιά και κατασκευάζονται με σαφώς ανώτερες προδιαγραφές, φαντάζουν στα μάτια μας πολύ πιο ψεύτικα και παράταιρα, και απέχουν παρασάγγας από τα χαμένα για πάντα κτήρια των φωτογραφιών;

            Οι μικρές αυτές λεπτομέρειες της καθημερινότητας είναι που δίνουν και το χρώμα στη ζωή μας και κάνουν τη διαφορά. Η ποιότητα ζωής ενός τόπου, καθοριστική συνιστώσα του μικρόκοσμου της τοπικής Ιστορίας συχνά καθορίζεται από αυτές τις μικρές πολυτέλειες. Η δαντέλα δεν έκανε πιο εύκολη την πολύ δύσκολη ζωή των γυναικών των περασμένων αιώνων – την έκανε πιο όμορφη, κι αυτή ήταν η αξία της. Είναι σημαντικό για τους μαθητές να ανακαλύψουν την ομορφιά των μικρών πραγμάτων: και το φτωχότερο σπίτι είχε μια κεντητή κουρτίνα – κι ας ήτανε το τζάμι του σπασμένο. Τί σημαίνει αυτό για τη ζωή; Μήπως ανατρέπει τη σημερινή μας κοινή παραδοχή ότι ο άνθρωπος  αρχίζει να σκέφτεται το ωραίο όταν είναι χορτάτος; Η ιστορία μιας δαντέλας λοιπόν μπορεί να μας διδάξει πολλά.

            Κι όλα αυτά που μας διδάσκει βέβαια, δεν είναι κοσμοϊστορικές συμπαντικές αλήθειες, και δεν αποτελούν μαρτυρίες γεγονότων που αλλάζουν τον κόσμο, αλλά, πώς να το κάνουμε, η Ιστορία δεν είναι μόνο οι μεγάλοι πόλεμοι, οι μεγάλοι ηγέτες, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι μεγάλες καταστροφές: Είναι κι ο τρόπος που φτιαχνόταν το σαπούνι, τα στρωσίδια του κρεβατιού, το κομψό δοχείο της νυκτός κάτω από την κουκέτα, είναι και το ρολόι τσέπης κάποιου αριστοκράτη και ο λύχνος του φτωχού.

            Κάθε αντικείμενο είναι αφορμή για μελέτη, για συγκρίσεις, κάθε αντικείμενο είναι ένα μόριο ενός μικρού σύμπαντος. Οι ζωγραφικές απεικονίσεις των Lear και Cartwright μας δίνουν μοναδικές εικόνες για το φυσικό ανάλογο. Οι Βυζαντινές εικόνες μας μεταφέρουν την ατμόσφαιρα του κεφαλονίτικου βλέμματος πάνω στην Ορθοδοξία. Η σάλα με τα πορτραίτα γίνεται αφορμή για αναδίφηση στις βιογραφίες επιφανών κεφαλλήνων ή στην επισκόπηση κάποιων γενεαλογιών. Οι άνθρωποι αυτοί είναι μπροστά στα μάτια μας. Υπήρξαν. Δεν είναι ένα όνομα και μια χρονολογία σε κάποιο βιβλίο. Η Μαρία Βαλσαμάκη δεν είναι πια ένα αυτόγραφο. Βλέπουμε στο Μουσείο το πρόσωπό της, εξιδανικευμένο από τα χέρια κάποιου ζωγράφου, και τη φανταζόμαστε να αγωνιά πριν από μια παράσταση κι έπειτα, στο τέλος, να γεμίζει η αγκαλιά της με λουλούδια.

Το Μουσείο είναι ένα μαγικό ελιξήριο για τη φαντασία, που δρα άμεσα κι ακαριαία. Είναι ένα μαγικό χαλί, που μπορεί να μην κάνει ποτέ τα παιδιά μικρούς ερευνητές και ιστορικούς, μπορεί να ξυπνήσει όμως κι αυτό τη συναισθηματική τους μνήμη. Να γεννήσει μέσα στις καρδιές τους τη συγκίνηση. Η συγκίνηση δεν είναι τίποτε  άλλο από το να αναγνωρίζεις, μέσα σ’ έναν περισσότερο ή λιγότερο χαμένο κόσμο του παρελθόντος ένα κομμάτι του εαυτού σου. Κι αντίστροφα, να καταλαβαίνεις πως αυτό το κομμάτι από το παρελθόν είναι ακόμα ζωντανό, επί σκηνής, μέσα σου, ίσως και χωρίς να το ξέρεις, και περιμένει ένα ερέθισμα, μια ανεπαίσθητη ώθηση για να γίνει συνειδητό.

Η φαντασία είναι, λοιπόν, και μέσα στα πλαίσια του Μουσείου, αναγκαίο συστατικό της παιδαγωγικής αντιμετώπισης της Ιστορίας. Όχι για να γράψουν τα παιδιά με τη φαντασία τους την τοπική Ιστορία (κάτι τέτοιο θα λεγόταν μυθιστορία και όχι Ιστορία), αλλά για να ξυπνήσει μέσα τους η κινητήρια δύναμη της Ιστορίας: Η αέναη υποβολή ερωτημάτων – τα οποία βρίσκουν απαντήσεις μέσα στις πηγές. Η φαντασία δηλαδή του μαθητή γεννά τα ερωτήματα, και οι πηγές απαντούν.

Ο συνδυασμός της χρήσης Μουσείου – Βιβλιοθήκης και Ιστορικού Αρχείου είναι ίσως η πιο ενδεδειγμένη λύση για μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση κάθε θέματος της τοπικής Ιστορίας. Ο συνήθης δρόμος είναι ο ακόλουθος: Το Μουσείο (ή το εξωτερικό περιβάλλον, με την ευρύτατη δυνατή έννοια του όρου) γεννά το ερώτημα. Έπειτα προσφεύγουμε στη Βιβλιοθήκη και το Αρχείο για απαντήσεις (αν και, όπως είδαμε, πολλές φορές το ερώτημα γεννιέται μέσα στη Βιβλιοθήκη ή το Αρχείο). Μόλις πάρουμε τις απαντήσεις, επιστρέφουμε στο Μουσείο ή το εξωτερικό περιβάλλον – κι έπειτα πίσω στο σχολείο για συζήτηση, και -  γιατί όχι; - για ακόμη περισσότερα ερωτήματα. Αυτή η διαδραστική λειτουργία όλων των αξιοποιήσιμων παιδαγωγικών μέσων είναι ίσως ένας εναλλακτικός δρόμος για την διδακτική προσέγγιση της τοπικής Ιστορίας.

Ο άλλος δρόμος είναι ο «παλιός». Ο δοκιμασμένος τρόπος. Απομνημόνευση. Χρονολογίες. Και πάλι απομνημόνευση. Και ονόματα. Και το βιβλίο κλείνει. Μπαίνει στην τσάντα. Και βγαίνουμε έξω, στον κόσμο. Και η Ιστορία μένει, ξεχασμένη, μέσα στους τοίχους του σχολείου. Μα τα μάτια μας δεν έχουν εκπαιδευτεί για να βλέπουν παντού την Ιστορία. Γιατί η Ιστορία είναι παντού. Η Ιστορία του τόπου μας είναι γραμμένη πάνω στις πέτρες που πατάμε, το άρωμά της είναι διάχυτο στον αέρα που αναπνέουμε. Οι πηγές για τη μελέτη της είναι στη διάθεσή μας: Αρχείο, Μουσείο, Βιβλιοθήκη. Ας δώσουμε την ευκαιρία στη φαντασία να μας πετάξει στη θάλασσα των πηγών, μήπως και μάθουμε κολύμπι. Οι μαθητές είναι παιδιά. Η ηλικία τους χωράει περισσότερη φαντασία από αναμνήσεις. Η φαντασία είναι το όπλο τους, που μπορεί να τα ωθήσει στη γνώση. Ας της δώσουμε την ευκαιρία. Η ιστορία χρειάζεται φαντασία. Και συγκίνηση. Η επιστήμη της Ιστορίας χρειάζεται τη συγκίνηση. Η γνώση του παρελθόντος έχει ανάγκη τη συναισθηματική μνήμη. Ας ξαναθυμηθούμε λοιπόν τη συγκίνηση, για να γνωρίσουμε την Ιστορία.




[1] ROSTAND, Edmond. L’ Aiglon. Drame en six actes, en vers. Paris: Librairie P. Lafitte & Cie., 1910. Η  ιδιόχειρη αφιέρωση του Ροστάν προς την Βαλσαμάκη έχει ως εξής: A mademoiselle Marie Valsamachi, en souvenir d’ une journée ou elle interpreta magnifiquement L’ AIGLON (τα κεφαλαία τυπωμένα), avec mon plus affectueux respects. Paris, Juin 1918. Edmond Rostand.
[2] Ένα ιδιαίτερα χρήσιμο για τον εκπαιδευτικό ιστορικό διάγραμμα της τοπικής Ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι το 1815 περιλαμβάνεται στην «Ιστορία της Νήσου Κεφαλληνίας» του Ευσταθίου Λιβιεράτου (Πειραιάς, 1988), σ. 577-623. Είναι ωστόσο φανερό ότι οι μαθητές θα πρέπει να έχουν στο μυαλό τους ένα γενικότερο συνοπτικότερο διάγραμμα.
[3] ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. Ιστορία της Κεφαλονιάς. Τόμος 1(από τα αρχαία χρόνια ως το 1797), 1985, τόμος 2, 1988. Υπάρχει και συντομευμένη έκδοση, προς χρήσιν των μαθητών, η οποία κυκλοφόρησε το 1995 από τον σύλλογο «Τετράπολις» και μοιράστηκε στα σχολεία. Η συντομευμένη αυτή έκδοση είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τους μαθητές. Ήδη ετοιμάζεται νέα εμπλουτισμένη έκδοση του δίτομου έργου. Συνοπτική είναι και η Σύντομη (Πολιτική) ιστορία Κεφαλληνίας : Από την προϊστορία στον 20ο αι. της Ευρυδίκης Λειβαδά-Ντούκα (Αργοστόλι: Οδύσσεια, 2008).
[4] ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ, Ευστάθιος. Ιστορία της Νήσου Κεφαλληνίας. Πειραιάς: χ.ε., 1988. Η «Ιστορία» αυτή, καλύπτει αναλυτικά την περίοδο από την αρχαιότητα μέχρι το 1815 περίπου. Γράφτηκε το 1916 στο Ληξούρι, και αποτελεί διδακτορική διατριβή του Λιβιεράτου .
[5] ΛΟΒΕΡΔΟΣ-ΚΩΣΤΗΣ, Ιωάννης. Ιστορία της Νήσου Κεφαλληνίας. Δοκίμιον. Μφρ. Γρατσιάτος, Παύλος Κ. Κεφαλληνία: χ.ο., 1888. Η μετάφραση δυστυχώς δεν είναι πιστή, όπως προκύπτει από αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, το οποίο δυστυχώς δεν βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη.
[6] PIGNATORRE, Marino – PIGNATORRE, Nicolo. Memorie storiche e critiche dell’ isola di Cefalonia. Dai tempi eroici alla caduta della Republica Veneta. Τόμος 1ος: Κέρκυρα, χ.ε., 1887. Τόμος 2ος: Κέρκυρα, χ.ε., 1889. Καλύπτει την περίοδο από τους ηρωϊκούς χρόνους μέχρι την πτώση της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας.
[7] ΤΣΙΤΣΕΛΗΣ, Ηλίας. Κεφαλληνιακά Σύμμικτα. Συμβολαί εις την Ιστορίαν και Λαογραφίαν της Νήσου Κεφαλληνίας. Τόμος 1ος: Βιογραφικά. Οίκων Ιστορίαι. Δημοσιεύματα. Αθήναι: χ.ε., 1904. Τόμος 2ος: Εκκλησιαστικά.Μονών Ιστορίαι. Χρονογραφίαι. Αθήναι: χ.ε., 1960. Τόμος 3ος: Γλωσσικά – Λαογραφικά (από τα κατάλοιπα του συγγραφέα), επιμ. Γ. Ν. Μοσχόπουλος. Αθήνα: χ.ο., 2003. Ο πρώτος τόμος των «Συμμίκτων» είναι εξαιρετικά χρήσιμος, μια και βιογραφούνται πάρα πολλές σημαντικές προσωπικότητες και οικογένειες της Κεφαλονιάς – Είναι πολύ χρήσιμος π.χ. σε μια υποθετική εργασία σχετικά με την ονοματοθεσία των δρόμων της Κεφαλονιάς ή των μνημείων κάποιων επιφανών ανθρώπων , ή ιστοριών διαφόρων οικογενειών. (π.χ. οι μαθητές αναζητούν την Ιστορία του επωνύμου τους – για το τελευταίο είναι χρήσιμη και η αναδρομή στις άλλες Βιογραφίες (π.χ. Μαζαράκη, Βιογραφικό Λεξικό, αλλά και στο “Livre dOr” του Ραγκαβή. Πολύ χρήσιμη εδώ είναι ασφαλώς και η συμβολή του Ιστορικού Αρχείου). Στον τρίτο τόμο περιλαμβάνεται και αναλυτικό και συστηματικά επεξεργασμένο από τον επιμελητή γλωσσάρι της Κεφαλονιάς.
[8] ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ, Άνθιμος. Βιογραφίαι των ενδόξων ανδρών της Νήσου Κεφαλληνίας. Βενετία: Ελληνική Τυπογραφία του «Φοίνικος», 1843. Το έργο επανακυκλοφόρησε σε φωτοανατύπωση και με πρόλογο του καθηγητή Γ. Ν. Μοσχόπουλου το 1999, από το Βιβλιοπωλείο Διονυσίου και Νότη Καραβία (βλ. και προηγούμενη υποσημείωση)
[9] ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ – ΙΘΑΚΗ. Βιογραφικό Λεξικό. Αθήνα: Σωματείο «Λαογραφική Αναζήτηση», 1995. Στο –πολύ πρόσφατο- λεξικό αυτό έχουν βιογραφηθεί επιφανείς κεφαλονίτες και θιακοί του 20ού αιώνος, ουσιαστικά δηλ. η βιογράφηση συνεχίζει εκεί που σταμάτησε ο Τσιτσέλης, που εξέδωσε τα «Σύμμικτα» το 1904.
[10] ΒΕΡΥΚΙΟΣ, Σπύρος Χρ. Ιστορία των «Ηνωμένων Κρατών» των Ιονίων Νήσων. Η αποκληθείσα «Βρεττανική Προστασία» και οι αγώνες των Επτανησίων διά την Εθνικήν αποκατάστασιν. 1815-1864. Επί τη 100η Επετείω της Ενώσεως της Επτανήσου με την Ελλάδα. Αθήναι: χ.ε., 1964.
[11] Αναφέρουμε ενδεικτικά από το πολύτομο έργο του Χιώτη τους ακόλουθους τόμους: ΧΙΩΤΗΣ, Παναγιώτης. Ιστορία του Ιονίου Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρις Ενώσεως. Έτη 1815-1864. Τόμος 2ος: Σειρά: ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, 5. Ζάκυνθος: χ.ε., 1877. Του ιδίου: Ιστορικά απομνημονεύματα Επτανήσου, τόμος 3ος: Κέρκυρα: χ.ε., 1863. Του ιδίου: Ιστορικά απομνημονεύματα της νήσου Ζακύνθου. Τόμος 2ος: Σειρά ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ, 2. Κέρκυρα: χ.ο., 1858.
[12] ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Γεράσιμος. Ιστορία των Ιονίων Νήσων: Αρχομένη τω 1797 και λήγουσα το 1815. Τόμοι 2. Αθήναι: χ.ο., 1889.
[13] ΜΑΛΑΚΗΣ, Σπυρίδων: Απομνημονεύματα επί της συγχρόνου Ιστορίας. Ή Ιστορικόν Επεισόδιον επί των ενεργειών δρασάντων τινων προσώπων προς επίτευξιν της Μεγάλης Ιδέας. Αθήναι: χ.ο., 1895.
[14] Η εξαντλητική απαρίθμηση της ειδικής βιβλιογραφίας δεν έχει νόημα εδώ. Βλ. σχετικά τους έντυπους καταλόγους «Βιβλιογραφία για την Ιστορία της Κεφαλονιάς» και «Ιθάκη», της Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης. Ολόκληρη η επτανησιακή βιβλιογραφία που διαθέτει η Βιβλιοθήκη έχει ευρετηριαστεί ηλεκτρονικά. Ωστόσο η αποδελτίωση και ευρετηρίαση του υλικού συνεχίζεται, μια και νέο υλικό έρχεται στο φως. Ιδιαίτερα χρήσιμοι προς τον σκοπό αυτό είναι οι δύο τόμοι της «ΙΟΝΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ» του Θωμά Παπαδόπουλου (που επίσης υπάρχουν στη  Βιβλιοθήκη).[ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Θωμάς. ΙΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – Bibliographie Ionienne. 16ος – 19ος αιώνας. Ανακατάταξη – Προσθήκες – Βιβλιοθήκες. Τόμος 1ος: 1508-1850. Νέα έκδοση επαυξημένη. Αθήνα, 1998. Τόμος 2ος: 1851-1880. Αθήνα 2000]. Το έργο του Θωμά Παπαδόπουλου προσφέρει μια εξαιρετική ευκαιρία για άσκηση στους μαθητές, που μπορούν, ξεφυλλίζοντας την «Ιονική Βιβλιογραφία» να δουν ποια βιβλία π.χ. κυκλοφορούσαν στην Κεφαλονιά από τα 1800 μέχρι το 1807, εποχή της Επτανήσου Πολιτείας; Τί είδους βιβλία ήταν; Πού βρίσκονται (σε ποιες βιβλιοθήκες) αυτά τα βιβλία. Η Βιβλιογραφία, εκ πρώτης όψεως χρήσιμη μόνο στους ιστορικούς, παρέχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για συνολική επισκόπηση της εκδοτικής παραγωγής του τόπου, αλλά και της τύχης αυτής της παραγωγής στη σημερινή εποχή. Πώς, για παράδειγμα, μπορεί να εξηγήσει κανείς ότι ένα φυλλάδιο με ληξουριώτικα σατιρικά ποιήματα βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη ενός Μοναστηριού του Αγίου Όρους;
[15] ΖΑΠΑΝΤΗ, Σταματούλα. Κεφαλονιά 1500-1571. Η συγκρότηση της κοινωνίας του νησιού. Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 1999.
[16] ΓΑΣΠΑΡΙΝΑΤΟΣ, Σπύρος Γ., Η Βενετοκρατία στα νησιά του Ιονίου Πελάγους, Αθήνα: χ.ο., 2009.
[17] ΛΟΥΚΑΤΟΣ, Σπύρος: Τα χρόνια της ιταλικής και γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Κεφαλονιά και Ιθάκη: Τόμος 1: Η φασιστική ιταλική κατοχή. Οι εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και τα αντιστασιακά τους επιτεύγματα στην Κεφαλονιά και Ιθάκη. Αθήνα: ΟΔΕΒ, 1987. Τόμος 2: Η ιταλογερμανική σύρραξη στην Κεφαλονιά και η συμβολή των εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων στην εκδήλωση και διεξαγωγή της. 8 –24 Σεπτέμβρη 1943. Αθήναι:ΑΚΙΠ, 1981, 2η έκδ. Αθήνα: Αλκυών, 1997. Τόμος 3: Η ναζιστική γερμανική κατοχή, οι εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις και τα αντιστασιακά επιτεύγματα στην Κεφαλονιά και την Ιθάκη 24 Σεπτέμβρη 1943 – 17 Σεπτέμβρη 1944. Αθήνα: ΟΚΙΣ-Εύγερος, 1991. Βλ. επίσης ενδεικτικά: ΕΛΕΥΘΕΡΑΤΟΣ, Λευτέρης: Στην Κεφαλονιά της Αντίστασης. Οδοιπορικό Μνήμης. Αθήνα: Κ.Μ.Ι.Ε.Α., 1998.
[18] ΠΕΤΡΑΤΟΣ, Πέτρος. Οι λαϊκές ταραχές του 1833 στο Αργοστόλι. Αθήνα: Σίσυφος, 1999, του ίδιου: Κεφαλονιά – Κρήτη, Πολιτιστικές και κοινωνικές σχέσεις. Πειραιάς: Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, 2001. Σε επιμέλεια του ίδιου, το συλλογικό έργο: Κεφαλονίτες και Ιθακήσιοι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, Αθήνα: χ.ο., 2009.
[19] Ενδεικτικά αναφερόμαστε σε ορισμένους τίτλους από την πλουσιότατη εργογραφία του Αγγελοδιονύση Δεμπόνου, που παρέχει πλουσιότατο υλικό και ερεθίσματα για μελέτη στους μαθητές: Η Πειθαρχική προστασία. Από τους αγώνες του λαού της Κεφαλονιάς. Αργοστόλι: ΕΚΠΕΔΑ, 1985. Η γένεση και τα πάθη μιας πολιτείας. Το Αργοστόλι αγωνίζεται. Αργοστόλι: χ.ε., 1981. Η Κεφαλονιά στον αστερισμό της Παρθένου. Αργοστόλι: ΤΕΔΚΚΙ, 1997. Η Φιλαρμονική Σχολή Κεφαλονιάς 1838-1940. Η εκατόχρονη Ιστορία ενός Ιδρύματος και μιας κοινωνίας. Αργοστόλι, ΝΕΛΕ Κεφαλονιάς, 1988. Κούταβος: Το χρονικό ενός βάλτου. Αθήνα: Δήμος Αργοστολίου, 1999. Σταθμοί στην πολιτικοκοινωνική και πολιτισμική ζωή του Αργοστολιού. Αργοστόλι: ΔΕΠΑΨ, 1993. Το Θέατρο «Ο Κέφαλος» του Αργοστολίου 1845-1943. Οι μηχανισμοί ιδρύσεως και λειτουργίας του. Αργοστόλι: ΔΕΠΑΨ, 1993. Το χρονικό του σεισμού του 1953. Αργοστόλι: χ.ε., 1976.
[20] Κομβικής σημασίας είναι το δίτομο έργο του Καθηγητή Γεράσιμου Πεντόγαλου Γιατροί και Ιατρική Κεφαλονιάς Στα χρόνια των ξενικών κυριαρχιών (1500-1864), Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2004,  και Γιατροί και ιατρική Κεφαλονιάς : Από τα χρόνια της Ενωσης μέχρι τον πόλεμο του 1940 (1864-1940), Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2007. Ενδεικτικά αναφέρουμε μόνο κάποιες επιπλέον μελέτες: Η Ιατρική Σχολή της Ιονίου Ακαδημίας (1824-1828, 1844-1865). Διατριβή επί υφηγεσία. Θεσσαλονίκη: εκ της έδρας Ιστολογίας, Εμβρυολογίας και Ανθρωπολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1980. Επίσης: Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Άτρου Πρόννων. Αργοστόλι: Σ.Φ.Ι.Μ. Άτρου, 1998, καθώς και σειρά άρθρων του σε επιστημονικά περιοδικά.
[21] Περίπου 25 τέτοια άρθρα του Ιωάννη Τυπάλδου - Λασκαράτου έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά (Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Δελτίο της Εραλδικής και Γεναλογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Κεφαλληνιακά Χρονικά, Κεφαλονίτικη Πρόοδος)
[22] ΚΟΝΟΜΟΣ, Ντίνος. Η χριστιανική τέχνη στην Κεφαλονιά. Αθήνα: χ.ε., 1966.
[23] Οι τρεις τόμοι της σειράς «ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ – ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΜΟΥΣΕΙΟ. Εκκλησιαστική Τέχνη», σε επιμέλεια Μ. Κοσμετάτου και Γ. Μοσχόπουλου, έργο μνημειώδες, βασισμένο στο μοναδικό φωτογραφικό αρχείο του πρώτου αποτελεί την πληρέστερη μέχρι σήμερα παρουσίαση της εκκλησιαστικής τέχνης σε ολόκληρο το μήκος και πλάτος της Κεφαλονιάς.
[24] ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. Ανέκδοτα στοιχεία για την εκκλησιαστική τέχνη στην Κεφαλονιά (17ος-19ος αιώνας). Αγιογράφοι, ξυλογλύπτες, αργυρογλύπτες. Στο «ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» αρ. 2 [1977], σ. 215-265. Επίσης: ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. Συμπληρωματικά για την εκκλησιαστική τέχνη στην Κεφαλονιά (17ος-19ος αιώνας). Καλλιτέχνες, εργαστήρια, ζωγράφοι. Στο «ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» αρ. 4 [1982], σ. 266-318.
[25] Εκτός από τη μονογραφία του πατέρα της Ελληνικής Λαογραφίας Δημ. Λουκάτου («Κεφαλονίτικη Λατρεία. Λαογραφικά. Ηθογραφίες. Ιστορικά» (Αθήναι: χ.ε., 1946), πλούσιο υλικό για την τοπική λαογραφία υπάρχει και στα πέντε «εποχικά» του βιβλία, όλα από τις εκδόσεις Φιλιππότη: «Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών»(1979), «Πασχαλινά και της άνοιξης»(1980), «Τα καλοκαιρινά»(1981)»τα φθινοπωρινά» (1982), «Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης» (1985). Ιδιαίτερα χρήσιμο είναι και το «Ευρετήριο των πέντε εποχικών βιβλίων του» σε επιμέλεια Γεωργ. Αικατερινίδη (Αθήνα: Φιλιππότης, 1992).
[26] RANGABE, Eugene Rizo. Livre dOr de la Noblesse Ionienne. Vol. II. Cephalonie. Athenes: Eleftheroudakis, 1926. Ο τόμος που αφορά την Κεφαλονιά είναι χωρισμένος σε δύο μέρη (επιμέρους τόμους: Α-Κ και L-Z). Ουσιαστικά πρόκειται για μια απαρίθμηση γενεαλογιών και οικοσήμων που έγινε από τον Ραγκαβή, υπάρχουν όμως σοβαρές επιφυλάξεις για την εγκυρότητα κάποιων από τα στοιχεία . Πρόσφατα δημοσιεύτηκε από την Κατερίνα Ζαρίδη και Το Libro d' Oro της Κεφαλονιάς του έτους 1799. Αργοστόλι: Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών (Σειρά Διατριβών και Μελετών, αρ. 7), 2006.
[27] Οι μελέτες αυτές, δημοσιευμένες κατά καιρούς σε διάφορα επιστημονικά περιοδικά,  έχουν συγκεντρωθεί σε δύο τόμους: ΤΖΟΥΓΑΝΑΤΟΣ, Νικόλαος. Μελετήματα Ιστορίας και Λαογραφίας της Κεφαλονιάς. Τόμοι 2. Πρόλ. Γ. Μοσχόπουλος. Αθήνα: Η Λειβαθώ, 1996.
[28] Πρόσφατα, με φροντίδα της συζύγου του Τασίας Ευθυμιάτου-Αλισανδράτου συγκεντρώθηκαν σε τόμο οι μελέτες του Γ. Γ. Αλισανδράτου για τον Ριζοσπαστισμό ( ΑΛΙΣΑΝΔΡΑΤΟΣ, Γεώργιος Γ.: Κείμενα για τον Επτανησιακό Ριζοσπαστισμό, επιμ. Δημ. Αρβανιτάκης, Αθήνα: Μουσείο Μπενάκη, 2008). Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει από τη Σειρά Διατριβών και Μελετών της Εταιρείας Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών το συνοπτικό διάγραμμά του για τον Ριζοσπαστισμό. (ΑΛΙΣΑΝΔΡΑΤΟΣ, Γεώργιος Γ. Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός. Σχέδιο για δοκίμιο πολιτικής ιστορίας,  φιλ. Επιμ. Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος, Αργοστόλι: Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, 2006). Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι και η ανέκδοτη ακόμη διδακτορική διατριβή της Αγγελικής Γιαννάτου («Επτανησιακός Ριζοσπαστισμός» - Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, 2004).
[29] ΜΠΑΛΛΑΣ, Γεράσιμος – ΛΑΣΚΑΡΗ-ΜΠΑΛΛΑ, Νίκη. Λαογραφικά Κεφαλονιάς. Τόμος Α: Λιανοτράγουδα. Αργοστόλι: Εταιρεία Κεφαλληνιακών Ιστορικών Ερευνών, 2007. Ετοιμάζεται και δεύτερος τόμος με επιπλέον λαογραφικό υλικό.
[30] Τα κυριότερα έργα του Σπυρίδωνος  Μαρινάτου σχετικά με την Κεφαλονιά είναι: Κεφαλληνία. Σύντομος ιστορικός και αρχαιολογικός περίπατος. Αθήναι: Τοπική Επιτροπή Τουρισμού Κεφαλληνίας και Ιθάκης, 1961. Αι ανασκαφαί Goekoop εν Κεφαλληνία 1(από το ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ) Αθήναι: Αρχαιολογική Εταιρεία, 1933. Αι εν Κεφαλληνία ανασκαφαί Goekoop 2. Στο “ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ” 1933, σ. 68-100.
[31] ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Γιώργος Β. Παλαιολιθική Κεφαλωνιά. Ο πολιτισμός του Φισκάρδου, Αθήνα: Φυτράκης, 1984.
[32] ΦΩΚΑΣ – ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΣ, Νικόλαος.Κεφαλληνιακά, Α, Φορεσιές. Χ.τ.:, χ.ο., 1953. Του ιδίου. Κεφαλληνιακά.Αρχιτεκτονικά. Αθήνα: χ.ε., 1962. Βλ. επίσης ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ, Υβόννη - ΣΙΜΑΤΟΣ, Λάμπρος. Αρχιτεκτονική κατοικιών στην Κεφαλονιά : Από τον 16ο μέχρι τον 21ο αιώνα.  Αθήνα: Εικών, 2008.
[33] Πολύ σημαντική η μελέτη : ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ, Ελένη. Ιστορία της αγροτικής και αστικής ενδυμασίας στην Κεφαλονιά. Αθήναι: Κοργιαλένειο Μουσείο, 1977. Η μελέτη έχει εκδοθεί και στα αγγλικά (The History of rural and urban costume in Cephalonia. Athens: Corgialenios Museum, 1976).
[34] ΚΟΣΜΕΤΑΤΟΥ, Ελένη. Αναφορά στους δρόμους της Κεφαλονιάς. Αργοστόλι: Κοργιαλένειο Μουσείο, 1991. Και αγγλική έκδοση (The roads of Cefalonia. Argostoli: Corgialenios Museum, 1996)
[35] ΠΑΡΤΣ, Ιωσήφ. Κεφαλληνία και Ιθάκη. Γεωγραφική Μονογραφία. Μφρ. Παπανδρέου, Λ.Γ. Αθήναι: χ.ε., 1892. Φωτοανατυπώθηκε το 1982 από το Βιβλιοπωλείο Καραβία και με νέο πρόλογο Γ. Ν. Μοσχόπουλου. (Σειρά Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών, 167)
[36] ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, Αντώνιος. Γεωγραφία Πολιτική νέα και αρχαία του Νομού Κεφαλληνίας. Κεφαλληνία, Ιθάκη, Άτοκος, Αρκούδι, Κάλαμος , Καστός και Εχινάδες. Αθήνα: Τυπ. Περρή, 1890. Φωτοανατύπωση από το Βιβλιοπωλείο καραβία (Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών, 265). Αθήνα, 1997.
[37] ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, Σπύρος Α. Ιστορία του Θεάτρου εν Κεφαλληνία. 1600-1900. Διατριβή επί διδακτορία. Αθήνα: ΕΚΠΑ, 1970.
[38] Αφιέρωμα στον Εθνικό Δρυμό του Αίνου. Dedication to the National Park of Ainos. Χ.τ.: Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κεφαλονιάς και Ιθάκης, 1998.
[39] Από τις πολλές εκδόσεις στα Γερμανικά των μελετών του Dr. H. Warnecke, προς χρήση των μαθητών υπάρχει μεταφρασμένη στα ελληνικά η μελέτη του: WARNECKE, Heinz: Πήγε ο Απόστολος Παύλος πραγματικά στη Μάλτα; Πρόλ. W.Hinz. Μφρ. Λέων Μπρανγκ. Χ.τ.: Ιερά Μητρόπολις Κεφαλληνίας,  χ.χ..  Επίσης η μελέτη: ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ, Γεώργιος Δ. Ο Απόστολος Παύλος στην Κεφαλληνία. Η ανακάλυψη του Dr. H. Warnecke και η σημασία της. Αθήνα: Ιερά Μητρόπολις Κεφαλληνίας, 1993.
[40] ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. (επιμ.). Η παλαιά Κεφαλονιά. Ένας Ατέλειωτος Αύγουστος. Φωτογραφίες από το αρχείο του Κοργιαλενείου Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Αργοστολίου. Τόμος Α: Αργοστόλι. Αργοστόλι: Κοργιαλένειο Ίδρυμα 2004, β΄έκδ. 2005. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. – ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ, Κώστας. Προσωπογραφίες και συνθέσεις (17ος-20ος αι.). Συλλογή Κοργιαλενείου Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου. Αθήνα: Κοργιαλένειο Ίδρυμα, 2004. ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ, Γεώργιος Ν. – ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ-ΚΩΣΤΑ Κατερίνα. Αργοστόλι, σεισμοί 1953 : Το τέλος και η αρχή μιας πόλης. Αργοστόλι: Κοργιαλένειο Ίδρυμα, 2007.
[41] Αναφέρουμε ενδεικτικά: Για τον Παναγιώτη Πανά: ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ερασμία-Λουίζα. Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός. Αθήνα: Επικαιρότητα, 1987. Για τον Ρόκκο Χοϊδά: ΛΟΥΚΑΤΟΣ, Σπύρος. Ρόκκος Χοϊδάς, ο κήρυκας του νεοελληνικού σοσιαλισμού. Αθήνα: Αδελφότητα Κεφαλλήνων και Ιθακησίων Πειραιά, 1985 και ΔΕΜΠΟΝΟΣ, Αγγελο-Διονύσης, Ρόκκος Χοϊδάς, ο επίγονος των Ριζοσπαστών, Αθήνα: Ράλλης, 1984. Για τον Μαρίνο Αντύπα: ΛΟΥΚΑΤΟΣ, Σπύρος Δ., Μαρίνος Αντύπας: Η ζωή – η εποχή – η ιδεολογία – η δράση και η δολοφονία του, Αθήνα: Ομοσπονδία Κεφαλληνιακών και Ιθακησιακών Σωματείων, 1980. Για τον εθνικό ευεργέτη Μαρίνο Κοργιαλένιο: ΔΕΜΠΟΝΟΣ, Αγγελο-Διονύσης. Μαρίνος Κοργιαλένιος, βιογραφία, Αθήνα: ΝΕΛΕ Κεφαλονιάς και Ιθάκης, 1989. Για τον εθνικό ευεργέτη Παναγή Χαροκόπο: ΓΕΩΡΓΙΤΣΟΓΙΑΝΝΗ, Ευαγγελία, Παναγής Α. Χαροκόπος 1835-1911. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα: Λιβάνης: 2000.
[42] ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ, Ανδρέας. Το Ληξούρι εις τους 1836. Ποίημα αστείον. Αθήναι: χ.ε., 1845.
[43] Βλ. αναλυτικότερα τον κατάλογο «Συλλογή Επτανησιακών Εφημερίδων Κοργιαλενείου Βιβλιοθήκης» (Αργοστόλι, 2001), όπου απαριθμούνται αλφαβητικά και χρονολογικά οι τίτλοι.
[44] Υπάρχουν μάλιστα δύο έμμετρες νεκρολογίες για την Αγγελική Άννινο Χωραφά, υπό μορφή μονοφύλλων: 1. ΜΥΛΩΝΑΣ, Ιωάννης: Εις την αώρως θανούσαν παρθένα Αγγελικήν Π. Αννίνου Χωραφά. Αργοστόλιον: χ.ε., 1880. 2. ΑΒΛΙΧΟΣ, Γεώργιος. Δάκρυα εις τον τάφον της παρθένου Αγγελικής Π. Αννινο Χωραφά – απέθανεν ετών 22. Αργοστόλι: χ.ο., 1880.
[45] ΚΟΣΜΑΤΟΥ, Ευγενία – ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΑΤΟΥ, Υβόννη (επιμ.) Αρχαιολογικό Μουσείο Αργοστολίου: Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα: «Η Γλαύκη διηγείται». Αξίζει επίσης να γίνει αναφορά και σε βιβλία που γράφτηκαν εξ’ ολοκλήρου από τους μαθητές, στα πλαίσια προγραμμάτων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης κυρίως, και αφορούν την τοπική Ιστορία.  Ενδεικτικό τέτοιο παράδειγμα αποτελεί  η μελέτη «Το μετασεισμικό Αργοστόλι σαν σύγχρονη πόλη» που πραγματοποιήθηκε από τους μαθητές του Β’ Λυκείου Αργοστολίου το 1990, με επίβλεψη και επιμέλεια της φιλολόγου Νίκης Ευθυμιάτου – Κατσούνη.
[46] Το εκπαιδευτικό υλικό του προγράμματος εκδόθηκε σε αυτοτελές έντυπο: ΤΟΥΜΑΣΑΤΟΣ, Ηλίας, Ιππηλάσιον-Γκιόστρα: άθλημα και θέαμα στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα, Αργοστόλι: Κοργιαλένειο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο, 2003.
[47] Ειδικότερα, το αρχείο του Μουσείου περιλαμβάνει: (α) Ιστορικά έγγραφα σε φωτοτυπίες από τα αρχεία Αγγλίας - Γαλλίας - Ιταλίας. (β) Υδατογραφίες, λιθογραφίες, χάρτες, αποτυπώσεις, σχέδια εκκλησιών και ιστορικών φρουρίων. (γ) TEXTILES. Ειδική βιβλιοθήκη που αναφέρεται στην γυναικεία, ανδρική ενδυμασία από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα. Μαρτυρίες από Νοταριακά έγγραφα που παρέχουν πληροφορίες για την ονομασία διαφόρων ειδών ρουχισμού και διακοσμητικών στοιχείων, όπως ποικιλία δαντελών κλπ. (δ) Ιστορική τεκμηρίωση ναυσιπλοϊας και εμπορίου. (ε) Πληροφοριακή Βιβλιοθήκη 700 περίπου βιβλίων εκδόσεων, ελληνικών και ξενόγλωσσων, που σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο του Μουσείου.
[48] Φωτογραφικά αρχεία, αποτελούμενα από περίπου 3.000 φωτογραφίες, στα ακόλουθα θεματικά πεδία:
Α) Προσεισμικής Κεφαλονιάς
Β) Σεισμών του 1953
Γ) Επιφανών Κεφαλλήνων στο εξωτερικό.
Δ)Ιστορικών προσώπων, η δράση των οποίων σχετίζεται με την Κεφαλονιά
Ε) Φωτογραφικό αρχιτεκτονικό υλικό
ΣΤ) Φωτογραφικό υλικό πολύτιμων εκκλησιαστικών εικόνων και ναών.
Το σύνολο του φωτογραφικού αρχείου του Μουσείου έχει ψηφιοποιηθεί και βρίσκεται στη διάθεση του κοινού στον ηλεκτρονικό κόμβο www.corgialenios.gr.
[49] Το Μουσείο στον τομέα αυτό περιλαμβάνει τα ακόλουθα αντικείμενα: (α) Προσωπογραφίες, ελαιογραφίες, συλλογές προσωπικών αντικειμένων ιστορικών προσώπων. (β) Σκεύη, πορσελάνες , ασημικά, χαλκώματα. (γ) Κεντήματα, σκεύη ζωής της υπαίθρου. (δ) Αναπαράσταση υπνοδωματίου (ε) Έργα τέχνης. Ξυλόγλυπτα τέμπλα. Εκκλησιαστικά σκεύη, εικόνες κλπ. (στ) Νομίσματα (ζ) Μουσικά όργανα. (η) Αίθουσα Χαροκόπου με εκκλησιαστικές εικόνες (θ) Αίθουσα συλλογής Φραγκίσκου και Στέφανου Βαλλιάνου με δωρεά εικόνων, ειδωλίων, αυθεντικά βιβλία με πίνακες των Lear, Cartwright. Το υλικό έχει ψηφιοποιηθεί και μεγάλο μέρος του βρίσκεται στη διάθεση των μαθητών σε ηλεκτρονική μορφή στον κόμβο www.corgialenios.gr.