Αναζήτηση στο ιστολόγιο

25/5/13

Ένας πατέρας στο γιο του - Carl Sandburg



Ένας πατέρας στο γιο του
Carl Sandburg (1878-1967)
(A father to his son)

Ένας πατέρας βλέπει το γιο του
– κοντεύει πια να γίνει άντρας…
Τι πρέπει να πει σ’ αυτό το γιο;

19/5/13

Η σκάλα των ονείρων




Τα πιο πολλά από τα μαθητικά χρόνια τα περάσαμε ζώντας σ’ ένα μικροσκοπικό σπιτάκι στην οδό Βύρωνος. Όλο κι όλο ήταν ένα δωμάτιο. Ένα, το ίδιο, για να κοιμόμαστε, να διαβάζουμε, να τρώμε. Μια μικρή κουζίνα, που ίσα χώραγε το νεροχύτη κι ένα φουρνάκι, κι ένα μικροσκοπικό μπάνιο, αυτό ήταν το βασίλειό μας. Δηλαδή, το «Καμαρούλα μια σταλιά» που τραγουδούσε ο Γιάννης Πουλόπουλος επακριβώς. Το πατρικό μας σπίτι ήταν κάμποσα χιλιόμετρα μακριά απ’ το σχολείο, και η ενοικίαση αυτού του «γιαπωνέζικου» καταλύματος ήταν το τίμημα για να μην ξυπνάμε από το χάραμα για το λεωφορείο της γραμμής και να μπορούμε να κάνουμε αγγλικά, το μοναδικό φροντιστήριο που σήκωνε το βαλάντιο της οικογένειας. Ο πατέρας έμενε πίσω στο χωριό, για τους κήπους και τα μεροκάματα, κι εμείς, Δευτέρα πρωί φτάναμε στο σπιτάκι «εκστρατείας», και Παρασκευή μεσημέρι φεύγαμε, πάντα με το λεωφορείο της γραμμής… Το σπίτι είχε τα απολύτως απαραίτητα έπιπλα: Ένα σουμιέ πάνω στον οποίο κοιμόμουνα εγώ, τέσσερα ντέξιον ράφια όπου βάζαμε τα βιβλία μας, ένα κομοδίνο με μια δεκαεφτάρα ασπρόμαυρη τηλεόραση, έναν καλόγερο ακριβώς πάνω στην πόρτα όπου κρεμάγαμε τα ρούχα μας και έπεφτε πάνω σε όποιον άνοιγε την πόρτα, ένα τραπέζι, πτυσσόμενο, τέσσερις καρέκλες, κι ένα καναπέ που γινόταν κρεβάτι – εκεί κοιμούνταν η μάνα και η αδελφή μου – και μια ντιβανοκασέλα για όποτε ερχόταν ο πατέρας (ο οποίος δεν πολυάντεχε αυτό τον συνωστισμό και το απέφευγε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί στη μικρή μας πόλη η φήμη ότι η μάνα μας είναι είτε χωρισμένη είτε χήρα).

Ένα πορτονάκι κι ένας στενός, σκεπασμένος διάδρομος, τούνελ στα μάτια μας, οδηγούσε στο σπιτάκι μας. Η αλήθεια είναι ότι πάντα είχα μια συστολή να καλέσω τους φίλους μου σ’ αυτό, γιατί ήταν αμφίβολο αν θα χωρούσαμε όλοι μέσα.

Ήταν δύσκολο το διάβασμα σ’ αυτό το σπιτάκι. Η καημένη η μάνα μου έπρεπε να προσποιείται πως δεν υπάρχει, εγώ με την αδελφή μου μαλώναμε συνέχεια σαν τα κοκόρια, και, κάθε τρεις και λίγο, ερχόταν επίσκεψη και η σπιτονοικοκυρά, όταν η μάνα μου δεν προλάβαινε να πάει εκείνη πρώτη στο σπίτι της, ακριβώς δίπλα, προκειμένου να μας αφήσει ελεύθερο χρόνο για να διαβάσουμε ή για να τσακωθούμε. Από το μοναδικό παράθυρο βλέπαμε μόνο τη μικρή αυλή της σπιτονοικοκυράς, και το καλοκαίρι, που τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, ακούγαμε όλα τα κουτσομπολιά της γειτονιάς από τη σπιτονοικοκυρά και τις φιλενάδες της. Ακούγαμε επίσης το σκύλο του γείτονα που τον είχαν δέσει, για να έχει χώρο να κινείται πάνω στο σύρμα του απλωμού, και όταν έτρεχε ακούγαμε επιπλέον κι ένα μεταλλικό σύρσιμο, πράγμα που αρχικώς μας είχε δημιουργήσει την υποψία ότι ο εν λόγω σκύλος είναι κάτι σαν ρόμποκοπ, και, τέλος, τους τουρίστες του ξενοδοχείου, οι οποίοι, παρά το βρετανικό τους φλέγμα, όταν είχαν πιει κάτι παραπάνω, καταλαμβάνονταν από διονυσιακή ευθυμία τις ώρες που θέλαμε να κοιμηθούμε…

Κι εμείς περιμέναμε να περάσουν οι μέρες και να έρθει το σαββατοκύριακο, που θα γυρίζαμε στο χωριό, όπου μας περίμενε το δωμάτιό μας, η αυλή μας, τα παιχνίδια μας, όλα όσα Δευτέρα με Παρασκευή ήταν απαγορευτικό να έχουμε στο μικρό μας σπιτάκι εκστρατείας.

Όλα αυτά, μέχρι που κάποια μέρα, ακούσαμε μεταλλικούς θορύβους στην αυλή. Η αρχική σκέψη ήταν ότι ο σκύλος μεταλλάχθηκε ολοκληρωτικά στον ρόμποκοπ που υποψιαζόμασταν ότι έκρυβε μέσα του. Ανοίγοντας τη στενή πόρτα που οδηγούσε στην αυλή της σπιτονοικοκυράς, διαπιστώσαμε ότι δεν είχαμε δίκιο. Ο ανηψιός της, από τους πρώτους σιδεράδες του Αργοστολιού, συναρμολογούσε μια στριφτή, σιδερένια σκάλα, προορισμένη να οδηγεί στην ταράτσα του διώροφου σπιτιού της σπιτονοικοκυράς μας.

Όταν η σκάλα ήταν έτοιμη και τοποθετήθηκε, και βάφτηκε πρώτα με μίνιο και μετά με μαύρο χρώμα, ήταν πραγματικά πολύ όμορφη – έμοιαζε μ’ εκείνους τους έλικες του DNA για τους οποίους μάθαινα στη Βιολογία. Τις πρώτες μέρες, την κοιτούσαμε σαν χαζοί και αναρωτιόμασταν το αυτονόητο: πώς θα είναι άραγε εκεί πάνω. Τις ίδιες απορίες είχε και μια συμμαθήτριά μας που η σπιτονοικοκυρά τής νοίκιαζε ένα άλλο καμαράκι του σπιτιού. Η μάνα μου γκρίνιαξε αρχικά (κανονίστε να γκρεμοτσακιστείτε, κανονίστε να κάνετε φασαρία και να μας διώξουνε, και πού θα ξαναβρούμε σπίτι), αλλά μετά ζήτησε από τη σπιτονοικοκυρά να μας αφήνει να ανεβαίνουμε στην ταράτσα… Η άδεια εδόθη, με τις σχετικές, βεβαίως, συστάσεις…

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που ανεβήκαμε τη σκάλα, οι τρεις μας (η αδελφή μου, η συμμαθήτρια κι εγώ). Αργά αργά, με φόβο πως θα τσακιστούμε, κρατώντας σφιχτά τη σιδερένια κουπαστή, ακούγοντας τα βήματά μας να αντηχούν πάνω στο σίδερο και νιώθοντας τους κραδασμούς όλου του συστήματος στο στομάχι μας… Μα όταν φτάσαμε πάνω, καταλάβαμε ότι τελικά αυτός ο τύπος, ο Καβάφης είχε άδικο, ο προορισμός είναι το καλύτερο κι όχι το ωραίο ταξίδι.

Από την ταράτσα του σπιτιού, έτσι όπως ήταν ψηλά στην ανηφορική οδό Βύρωνος της αμφιθεατρικά χτισμένης μικρής μας πόλης, βλέπαμε ολόκληρο το Αργοστόλι. Κι όχι μόνο την πολη, αλλά και τη θάλασσα, και τα βουνά, λίγο πιο πέρα. Κεραμιδένιες στέγες, ανοιχτά και κλειστά παντζούρια, μια πόλη άγνωστη στο μικροσκοπικό μας καμαράκι, που το παράθυρό του πια έβλεπε μονάχα ένα κομμάτι αυλή και… τη σκάλα. Από κάτω μας ο δρόμος, κι οι περαστικοί και τα αμάξια, που τους βλέπαμε και δεν μας έβλεπαν, και ο ουρανός, που δε φαινόταν από το τουνελάκι της εισόδου μας, και τα πουλιά, που δεν έφταναν ποτέ μέχρι το παράθυρό μας.

Ξαφνικά ο κόσμος είχε αλλάξει, και το μικροσκοπικό μας σπιτάκι είχε αποκτήσει, χάρη σ’ αυτή τη σκάλα, ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς τοίχους, το μεγαλύτερο δωμάτιο του κόσμου. Κι αυτό το «δωμάτιο» θα ήταν μόνο δικό μας. Η μάνα μας δεν τα είχε πολύ καλά με τις σκάλες, και η σπιτονοικοκυρά είχε ήδη περάσει τα 80 – εγγύηση ότι δεν θα ήταν πολύ συχνοί επισκέπτες.

Από κείνο το σημείο και μετά, το ανεβοκατέβασμα της σκάλας έγινε καθημερινή μας συνήθεια, ή να πω καλύτερα τελετουργία; Παίρναμε εκεί μαζί μας τα βιβλία μας και διαβάζαμε, και κουβεντιάζαμε, και χαζολογούσαμε, και χαζεύαμε τους περαστικούς, και κοιτούσαμε από ψηλά την πόλη, ακούγαμε τους ήχους της, ακόμα κι ο θόρυβος από το σύρμα του σκύλου-ρόμποκοπ και τα ψου-ψου-ψου της σπιτονοικοκυράς με της γειτόνισσες είχαν πάψει να μας απασχολούν, έμοιαζαν πια με ένα μικρό-μικρό κομματάκι σ’ ένα τεράστιο παζλ. Ένα τεράστιο παζλ, το οποίο ήταν μόνο δικό μας. Όλη η πόλη ήταν μόνο δικιά μας. Μεγάλη χαρά. Να φανταστείτε, εκεί πάνω, ουδέποτε τσακωθήκαμε με την αδελφή μου, πράγμα ομολογουμένως αξιοσημείωτο.

Βέβαια αυτή η μαγική μας ανακάλυψη ήταν κάτι σαν «θερινό ανάκτορο». Το χειμώνα με τις βροχές και το κρύο καθόμασταν μελαγχολικοί και κοιτούσαμε από το μοναδικό μας παράθυρο τη σκάλα, προσμένοντας να ανοίξει λίγο ο καιρός και να αρχίσουμε την αναρρίχηση… Ακόμα κι αυτή η προσμονή έκανε το μικρό μας σπιτάκι λιγότερο ανυπόφορο. Ήταν απλά ο προθάλαμος της σκάλας. Πού θα πάει, θα βγάλει ήλιο και μετά, μη μας είδατε!

Στις εξετάσεις του σχολείου τα κορίτσια προτιμούσαν να διαβάζουν μέσα, κι έτσι η σκάλα και η ταράτσα ήταν αποκλειστικά δικές μου. Έτσι κι αλλιώς, όπου αλλού και να ήμουν, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ. Άρπαζα λοιπόν το βιβλίο, ανέβαινα τη σκάλα και, για κάποιον περίεργο λόγο, δεν καθόμουνα στην ταράτσα, αλλά στο κεφαλόσκαλο, κρεμούσα τα πόδια μου στο κενό και άρχιζα το διάβασμα. Συνήθως σε αυτή τη θέση προτιμούσα να διαβάζω άλγεβρα και γεωμετρία (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου). Κι εκεί, με το βιβλίο της άλγεβρας στο χέρι, αισθανόμουνα ότι είμαι κάτι σαν βασιλιάς, τέλος πάντων κάποιος πολύ δυνατός που έχει στα πόδια του ολόκληρο τον κόσμο… Οι συναρτήσεις της άλγεβρας και όσα βρίσκονταν πέρα από τον ορίζοντα, πέρα απ’ το οπτικό μου πεδίο, ανακατεύονταν γλυκά μέσα στο μυαλό μου, ένιωθα ότι από κει θα απογειωνόμουνα και θα πετούσα μακριά από τη μικρή μας πόλη, όπως τα διαστημόπλοια εκτοξεύονταν από κάτι τεράστιες βάσεις στο ακρωτήριο Κανάβεραλ. Καμιά φορά ο σκύλος-ρόμποκοπ με έβλεπε, μου γάβγιζε και με επανέφερε στην τάξη, όπως και η μάνα μου: «Νύχτωσε, κατέβα από κει πάνω, θα σε κόψει».

Ένα παιδί στα 16 βέβαια έχει κάθε δικαίωμα να νιώθει ότι ανεβασμένος σε μια σκάλα πιλοτάρει διαστημόπλοιο και ετοιμάζεται, με ένα βιβλίο άλγεβρας, για απογείωση. Η μανούλα μου ήξερε κατά βάθος πόσο φαντασιόπληκτο παιδί έχει κι έτσι δεν με πολυπαρεξηγούσε. Κι οι μέρες περνούσαν με το ανεβοκατέβασμα της σκάλας, και, τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι πόσο πολύτιμο είναι σαν παιδί να είσαι ευτυχισμένος με τέτοια μικροπράγματα, κι αναρωτιέμαι αν και τα σημερινά παιδιά μπορούν να τα χαρούν στ’ αλήθεια όπως κι εμείς…

Ακόμα καμιά φορά περνάω μπροστά από το σπιτάκι εκείνο, κι επίτηδες κοιτάζω μέσα από το πορτόνι. Φαίνεται τόσο σκοτεινό και θλιβερό το τουνελάκι που οδηγεί σ’ αυτό. Και σκέφτομαι, πώς είναι δυνατόν να ζήσαμε εκεί, τόσον καιρό, τόσα από τα ωραιότερά μας χρόνια. Μόνο που από το δρόμο δεν μπορώ να δω πια τη σκάλα των ονείρων. Θά ‘θελα μια μέρα να χτυπήσω το κουδούνι, και να ζητήσω από τον ιδιοκτήτη να μ’ αφήσει ν’ ανεβώ για μια τελευταία φορά στην ταράτσα. Αλλά πάντα φοβάμαι. Φοβάμαι πως η πόλη θα έχει αλλάξει, πως όλα θα μου φαίνονται πιο μικρά, πως κι εγώ ο ίδιος μπορεί να έχω αλλάξει. Πως μπορεί να μην είμαι πια ο καπετάνιος του διαστημόπλοιου που ήμουν τότε. Πως μπορεί να κάτσω στο κεφαλόσκαλο και να μην δω τίποτα απ’ όλα αυτά που έβλεπα μπροστά μου, τότε…

Έτσι, λέω να συνεχίσω να περνάω και πάντα  να κοιτάζω  μονάχα μέσα απ’ το πορτόνι. Και να μην την ξαναδώ, ούτε να την ξανανεβώ τη σκάλα των ονείρων. Μόνο να την ονειρεύομαι.

10/5/13

Άνθρωποι μονάχοι




Η γιαγιά της διπλανής πόρτας κοντεύει πια τα εκατό. Την ακούω, διάφορες ώρες της μέρας, να χτυπάει δυνατά την πόρτα της, να βγαίνει έξω (ακόμα και νύχτα, ακόμα και όταν βρέχει) και να μιλάει ακατάληπτα… Όταν πάω να αφουγκραστώ τα λόγια της, ανάμεσα σε βλαστήμιες και βρισιές επαναλαμβάνει σχεδόν τελετουργικά ορισμένες φράσεις, ορισμένες λέξεις, σαν ένα μηχάνημα που κόλλησε και λέει και ξαναλέει τον ίδιο ήχο, συνεχώς, κι όσο προχωράει η φωνή της αλλοιώνεται, και δεν θυμίζει καθόλου ούτε καν εκείνη τη φωνή που πρωτοακούγεται μετά το χτύπημα της πόρτας, πολύ δε περισσότερο τη φωνή που είχα συνηθίσει ν’ ακούω από τα παιδικά μου χρόνια. 

Την θυμάμαι τριάντα, είκοσι, δέκα χρόνια πριν, για να είμαι ακριβής τη θυμάμαι όσο ζω. Θυμάμαι τον κήπο της και τα μποστάνια της, ένα ποίημα αληθινό από χρώματα και δροσιά, λουλούδια κάθε λογής, δέντρα και λαχανικά που τα καμάρωνε σαν να ‘τανε παιδιά της και τα περιποιόταν με τις ώρες. Θυμάμαι τις πρωτομαγιές και τις Μεγάλες Παρασκευές που πηγαίναμε να μας δώσει από τα υπέροχα λουλούδια της για το στεφάνι ή τον επιτάφιο. Θυμάμαι τις μυρωδιές από τις απίθανες μαγειρικές της, και τις συνεχείς της υποδείξεις προς τη μάνα μου για το ποιο μυρωδικό πρέπει να μπει στη συγκεκριμένη συνταγή και σε ποιο μέγεθος ακριβώς πρέπει να κοπεί, για το πώς και πότε και σε ποια γλάστρα πρέπει να φυτέψει το κάθε λουλούδι.  Θυμάμαι πόσες φορές μας είχε κρατήσει όταν η μάνα μου βασανιζόταν με τα πεθερικά της, μας έστρωνε ένα χαλάκι στην αυλή της, μας έδινε μια λεκανίτσα με νερό και ένα μικρό καραβάκι και μας άφηνε να φτιάχνουμε σαπουνάδες, ή μας έφτιαχνε τηγανητές πατάτες «πολύ πιο ωραίες από της μάνας». Θυμάμαι τη νοικοκυροσύνη και την καθαριότητά της, αλλά και τις ιστορίες που μας έλεγε για τους χορούς που πήγαινε στα νιάτα της, ακόμα και μέσα στα χρόνια της κατοχής, για τα «βάλσια», τα «τανγκά» και τα «φοξ ανγκλαί» που χόρευε μαζί με τους παραδοσιακούς μπάλους, κουτσούς και διβαράτικους. Μας έλεγε για την εποχή που περνούσε, νέα και ωραία, από τη «λόντζα» του χωριού, όπου βρίσκονταν τα μαγαζιά, με ένα σταμνί στο κεφάλι της για να πάει στη βρύση για νερό. Σταμνί στο κεφάλι, αλλά και τα καλά της σκουλαρίκια και τα καλά της τα παπούτσια, δεν περνάς από τη «λόντζα» όπως όπως. Μας έλεγε για τον πατέρα της, που τον σκότωσαν όταν εκείνη ήταν μικρό παιδάκι, και μας έδειχνε τη φωτογραφία μ’ εκείνον στην κάσα και όλα τα παιδάκια τριγύρω, το μόνο πράγμα που είχε απ’ αυτόν. Μας μίλαγε για τη μάνα της, που έπρεπε να είναι μάνα και πατέρας μαζί, για την κατοχή, για τον εμφύλιο, για κάποια ανήψια της που τα μεγάλωσε και  τα αγαπούσε σαν παιδιά της.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ, και δεν είμαι από τους ανθρώπους που θα μπορούσα να ρωτήσω «γιατί». Άνθρωπος κοινωνικότατος, μέχρι την πόρτα του σπιτιού της. Από κει και μέσα, στο βασίλειό της, δεν φαινόταν να επιθυμεί ούτε συγκατοίκους, ούτε συμβασιλείς. Με τον τρόπο της, και στα καλά της ακόμα, έδειχνε σε συγγενείς και γνωστούς ότι το κλειδί του παραδείσου της είναι αποκλειστικά δικό της, ότι όλοι οι άλλοι είναι ευπρόσδεκτοι εκεί ως περαστικοί, αλλά, όχι, κανείς δεν είχε το δικαίωμα να διαταράσσει την αρμονία που η ίδια κόπιαζε τόσο να συντηρεί. Τους κήπους της, τα δέντρα της, τη μικρή της Εδέμ. Σιγά σιγά οι κοντινοί της άνθρωποι απομακρύνονταν, περιορίζονταν μόνο στο να της προσφέρουν διακριτικά όποια βοήθεια καταδεχόταν, τις περισσότερες φορές απολύτως καμία, βλέποντας ότι σ’ αυτό το «άβατο» κατά βάθος ήταν ανεπιθύμητοι. Κι όταν κανείς της έλεγε πως, εντάξει, είσαι μόνη, ο καιρός περνάει, και κάποτε θα έχεις την ανάγκη κάποιου, εκείνη ήταν απολύτως πεπεισμένη και διατυμπάνιζε ότι δεν έχει ανάγκη κανέναν. Κανέναν. Κανέναν. Είχε τον δικό της κόσμο. Κι ήταν υπέροχος, γιατί εκείνη μπορούσε να ελέγχει κάθε του εκατοστό, κάθε άνθος στα δέντρα της, κάθε αχτίδα ήλιου που θα έμπαινε στο πάντα τακτοποιημένο σπιτικό της. Ήταν αυτάρκης. Ευτυχισμένη, δεν ξέρω. Φαινόταν όμως ξεκάθαρα ότι είχε τον απόλυτο έλεγχο του κόσμου της, όπως ένας μικρός θεός, πριν την έλευση των ανθρώπων, που θα χαλούσαν αυτή την αρμονία. Αυτό φαίνεται ότι ήταν και το ιδανικό της. Ο κήπος της Εδέμ, πριν το απονενοημένο διάβημα του Θεού να δημιουργήσει τον άνθρωπο.

Σήμερα η γιαγιά της διπλανής πόρτας μοιάζει με μάγισσα. Τα μαλλιά της είναι κάτασπρα και αφημένα μακριά. Φοράει για μήνες την ίδια βρώμικη ρόμπα. Το κάποτε πεντακάθαρο σπίτι της σήμερα δεν μπορείς να το πλησιάσεις. Το μόνο που μοιάζει να έχει μείνει ζωντανό, είναι κάτι, ελάχιστο, από τους υπέροχους κήπους της, μερικά, καχεκτικά πια λουλούδια και φυτά, μέσα σ’ ένα τεράστιο χορταριασμένο οικόπεδο. Την βλέπεις εκεί, σκυμμένη, να προσπαθεί, χωρίς πια να έχει δύναμη, να περιποιηθεί όπως μπορεί τα λουλουδάκια του παραδείσου της. Δεν έχει πια την αίσθηση του χρόνου – δεν ξέρει ποτέ αν είναι πρωί, μεσημέρι, βράδυ, οι φωνές της ακούγονται όλες τις ώρες της μέρας. Εξακολουθεί να αρνείται πεισματικά κάθε υποστήριξη, να μη δέχεται καμιά βοήθεια, από κανέναν,  εκτός από τον αγαπημένο της ανηψιό, που φροντίζει να έχει φαγητό και τα υπόλοιπα απαραίτητα, και τη μάνα μου, που κάθε μέρα κάνει τη βόλτα της για να δει αν θ’ ανοίξει το παράθυρο, αν θα χτυπήσει η πόρτα, αν θα ξανακουστούν οι φωνές. Καμιά φορά οι φωνές της είναι ανακούφιση. Φωνάζει, άρα ακόμα ζει.

Έφτιαξε τον παράδεισό της. Τον φύλαξε με νύχια και με δόντια, όσο μπορούσε. Τους έκλεισε όλους απέξω. Και τώρα ο παράδεισος έγινε κόλαση. Δική της, αποκλειστικά, όσο και ο παράδεισός της.

Τί κάνει τους ανθρώπους να καταλήγουν στη μοναξιά;  Το φέρνει άραγε πάντα η τύχη, οι συγκυρίες, η καλή ή η κακιά ή ώρα; Σε ποιο βαθμό, άραγε, το επιλέγουν; Σε ποιο βαθμό προτιμούν την ασφάλεια μιας προσωπικής Εδέμ, από τη γοητευτική ανασφάλεια να συνυπάρχεις, να μοιράζεσαι, να τσακώνεσαι λιγάκι που και που; 

Είναι πολυτιμότερος ο ακέραια δικός μας, προσωπικός, χώρος και χρόνος από τον μοιρασμένο χώρο και χρόνο; Είναι η ψευδαίσθηση ενός απόλυτου αυτοπροσδιορισμού, είναι η επίφαση μιας ελευθερίας, μιας ανεξαρτησίας;

Κι είναι, γι’ αυτή την ελευθερία, το τίμημα της μοναξιάς, της ερημιάς, τόσο ευκαταφρόνητο, ή φταίει που τα πανωτόκια του αυξάνονται όταν είσαι αδύναμος να υπερασπιστείς τον εαυτό σου;

Είμαι ο πιο ακατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσει. Γι’ αυτό με τρομάζουν οι ακατάληπτες  φωνές της γιαγιάς της διπλανής πόρτας. Με τρομάζουν στ’ αλήθεια. Μέσα στην ειδυλλιακή ατμόσφαιρα του καταπράσινου χωριού με τα δέντρα και τα λουλούδια, με τη θάλασσα στον ορίζοντα, τα αστέρια που μπορείς ακόμα να δεις τη νύχτα, και τα κελαηδίσματα των πουλιών, οι φωνές της είναι ακόμα πιο απόκοσμες και τρομακτικές, ακούγονται πιο καθαρά απ’ ό,τι θα ακούγονταν μέσα στο θόρυβο της πόλης, πίσω από κλειστά παράθυρα ή κρυμμένες από τους θορύβους των αυτοκινήτων. Με τρομάζουν πολύ. Γιατί, όσο περνούν τα χρόνια και η δικιά μου μοναξιά μοιάζει να εδραιώνεται κι αυτή στα εδάφη του δικού μου μικρού παράδεισου, στο πίσω μέρος του μυαλού μου φωλιάζει μια βασανιστική ανησυχία. Ανησυχία, μήπως αυτές οι φωνές μπορεί και να έρχονται από ένα δικό μου, μοναχικό μέλλον. Ίσως, πιο φοβερό από το δικό της. Γιατί εκείνη τουλάχιστον είχε, έχει ακόμα, έστω ξερά, άκλαδα, κι ασθενικά, τα παιδιά της: τα λουλούδια και τα δέντρα της. 



Υ.Γ. Νομίζω ότι δεν έχει γραφτεί ωραιότερο τραγούδι για τη μοναξιά απ’ αυτό που συνοδεύει αυτό το κείμενο (Μουσική: Γιάννης Σπανός, στίχοι: Γιάννης Καλαμίτσης)

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
σαν το ξεχασμένο στάχυ
ο κόσμος γύρω άδειος κάμπος
κι αυτοί στης μοναξιάς το θάμπος
σαν το ξεχασμένο στάχυ
άνθρωποι μονάχοι

Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι
όπως του πελάγου οι βράχοι
ο κόσμος θάλασσα που απλώνει
κι αυτοί βουβοί σκυφτοί και μόνοι
ανεμοδαρμένοι βράχοι
άνθρωποι μονάχοι

Άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, ξεχασμένα
άνθρωποι μονάχοι σαν ξερόκλαδα σπασμένα
σαν ξωκλήσια ερημωμένα, σαν εσένα, σαν εμένα...